Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναφέρεται σε χθεσινό δημοσίευμα ημερήσιας εφημερίδας, στο οποίο παρουσιάζονται τα αποτελέσματα ειδικής μελέτης/έρευνας που διεξήχθη για λογαριασμό της σχετικά με την αγορά κυβερνητικών χρεογράφων και επιθυμεί να ανακοινώσει τα ακόλουθα:
Η ανάπτυξη υγιούς δευτερογενούς αγοράς κυβερνητικών χρεογράφων αποτελεί, εν εξελίξει, κοινό βασικό στόχο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ως αρμόδιας αρχής για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, και του Υπουργείου Οικονομικών ως δανειζομένου. Η ανάγκη για υλοποίηση του στόχου αυτού αναμένεται να καταστεί πιο επιτακτική με την ένταξη της Κύπρου στην ΟΝΕ όπου, αναπόφευκτα, θα ανταγωνίζεται με όλες τις χώρες μέλη της ζώνης του ευρώ για προσέλκυση χρηματοδοτών μέσω της έκδοσης χρεογράφων σε ευρώ. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια έχει ορισθεί ειδική Επιτροπή, η οποία αναμένεται να ολοκληρώσει το έργο της πολύ σύντομα και να υποβάλει τις εισηγήσεις της για τη λήψη τελικών αποφάσεων για την εισαγωγή όλων των απαραίτητων διαρθρωτικών αλλαγών. Τέτοιες αλλαγές θα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία και διατήρηση μιας ολοκληρωμένης καμπύλης απόδοσης, η οποία να αποτελεί σημείο αναφοράς (benchmark yield curve). Θα στοχεύουν, επίσης, σε σημαντική αύξηση της ρευστότητας/εμπορευσιμότητας των χρεογράφων, γεγονός που αναμένεται ότι θα προσελκύσει το ενδιαφέρον νέων επενδυτών, τόσο εγχώριων όσο και ξένων, καθιστώντας έτσι το κόστος δανεισμού του κράτους πιο ανταγωνιστικό.
Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, τα οποία αντανακλούν την αντικειμενική πραγματικότητα, η Κεντρική Τράπεζα θεωρεί αναγκαίο να τονίσει ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στο εν λόγω δημοσίευμα και επί των οποίων, καθώς συνάγεται, βασίστηκε η μελέτη, δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συναφώς, σημειώνεται ότι το παράδειγμα για «υπερδιπλάσια απόδοση», που προβάλλεται στο δημοσίευμα, δεν συνάδει με τα πραγματικά δεδομένα των σχετικών πράξεων και, συνεπώς, η αναγραφόμενη απόδοση δεν είναι ορθή. Για πληροφόρηση των ενδιαφερομένων διευκρινίζεται ότι η συναλλαγή, στην οποία κάνει αναφορά το δημοσίευμα, διενεργήθηκε στις 3 Αυγούστου, 2004, και αφορούσε τη σειρά χρεογράφων G 100 που λήγει στις 28 Φεβρουαρίου, 2005, δηλαδή 209 ημέρες μετά τη συναλλαγή και όχι 146 ημέρες όπως λανθασμένα αναφέρεται στο παράδειγμα. Με βάση τα πραγματικά αυτά στοιχεία, τεκμαίρεται σαφώς ότι η απόδοση στη λήξη της επένδυσης αυτής ανέρχεται σε 5,54% και όχι 11,20% όπως προβάλλεται στο υπό αναφοράν δημοσίευμα. Από στοιχεία που κατέχει η Κεντρική Τράπεζα για όλες τις πράξεις που διενεργήθηκαν κατά την περίοδο, την οποία καλύπτει η εν λόγω έρευνα, δεν φαίνεται να δικαιολογούνται οι αποδόσεις που υπολογίστηκαν στην εν λόγω δημοσιευθείσα μελέτη. Είναι σημαντικό να τονισθεί εν προκειμένω ότι ασφαλιστική δικλείδα και ουσιαστικό εχέγγυο, αποτρεπτικό των φαινόμενων που μνημονεύονται στο δημοσίευμα, αποτελεί το δικαίωμα το οποίο παρέχουν οι σχετικοί Όροι Έκδοσης των Χρεογράφων στην Κεντρική Τράπεζα να παρεμβαίνει στη δευτερογενή αγορά με σκοπό τη διατήρηση ομαλών συνθηκών λειτουργίας της αγοράς, δικαίωμα το οποίο η Κεντρική Τράπεζα ασκεί ανελλιπώς και πάνω σε συνεχή βάση.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η Κεντρική Τράπεζα είναι πεπεισμένη ότι δεν παρουσιάζονται επιζήμιες στρεβλώσεις στη δευτερογενή αγορά χρεογράφων και ούτε δικαιολογείται οποιαδήποτε ανησυχία για τους επενδυτές χρεογράφων.