Εξυγίανση

 

Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου

 

Εξυγίανση είναι η αναδιάρθρωση ενός ιδρύματος από αρχή εξυγίανσης με τη χρήση μέτρων/εργαλείων εξυγίανσης με σκοπό την διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, περιλαμβανομένων της συνέχισης των κρίσιμων λειτουργιών του ιδρύματος, της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της ελαχιστοποίησης του κόστους για τους φορολογούμενους.

 

Στην Κύπρο ο πρώτος Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Νόμος 17(Ι)/2013) ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2013 και έκτοτε τροποποιήθηκε, μέχρι την αντικατάσταση του από τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο του 2016 (22(Ι)/2016).

Ο Νόμος 22(Ι)/2016, που ψηφίστηκε τον Μάρτιο 2016, μεταφέρει τις πρόνοιες της Οδηγίας για την Ανάκαμψη και την Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων 2014/59/ΕΕ που θεσπίζει το πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων.

Ο Νόμος 22(Ι)/2016 ορίζει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ) ως την Εθνική Αρχή Εξυγίανσης (ΕΑΕ) και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΤΚ ως το αποφασίζων όργανο.  Εφαρμόζεται σε πιστωτικά ιδρύματα και σε επενδυτικές εταιρείες που υπόκεινται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις, €730Κ, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.

Συγκεκριμένα, με βάση τον Νόμο,  οι ακόλουθες προϋποθέσεις θα πρέπει να πληρούνται για να ληφθεί δράση εξυγίανσης:

Α) Η αρμόδια εποπτική αρχή, μετά από διαβούλευση με την αρχή εξυγίανσης, έχει διαπιστώσει ότι το ίδρυμα τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας,

Β) λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές παραμέτρους, δεν προσδοκάται εύλογα ότι εναλλακτικά μέτρα του ιδιωτικού τομέα ή εποπτικές ενέργειες θα αποτρέψουν την αφερεγγυότητα του ιδρύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος,

Γ) η δράση εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

 

Για να επιτευχθεί η ομαλή πτώχευση ενός ιδρύματος, η ΚΤΚ, υπό την ιδιότητα της ως ΕΑΕ, εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης και εξασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης έχοντας υπόψη του ακόλουθους στόχους:

(i) Να διασφαλιστεί η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών·

(ii) να αποφευχθούν σημαντικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως με την πρόληψη της μετάδοσης, μεταξύ άλλων στις υποδομές της αγοράς και με τη διατήρηση της πειθαρχίας στην αγορά·

(iii) να προστατευτούν οι δημόσιοι πόροι, με την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη·

(iv) να προστατευθούν οι καταθέτες που καλύπτονται από σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς

(v) να προστατευθούν τα κεφάλαια των πελατών και τα περιουσιακά στοιχεία των πελατών.

Ο Νόμος 22(Ι)/2016 προνοεί επίσης για –

  • τον καταρτισμό σχεδίων εξυγίανσης και το πλαίσιο αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλου – μια διαδικασία κατάρτισης και ανανέωσης σχεδίου για κάθε ίδρυμα σε ετήσια βάση με σκοπό τον εντοπισμό, σε προληπτική βάση, της προτεινόμενης στρατηγικής εξυγίανσης για το εν λόγω ίδρυμα καθώς και τα πιθανά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης του.
  • τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης επιλέξιμων υποχρεώσεων και ιδίων κεφαλαίων – καθορισμό του ποσού των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για εξασφάλιση της επιτυχής εφαρμογής της προτεινόμενης στρατηγικής εξυγίανσης.
  • πλαίσιο συνεργασίας για χειρισμό περιπτώσεων αποτυχίας ιδρυμάτων εκτός συνόρων.

Από την 1 Ιανουαρίου 2016, ο Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης (ΕΜΕ-SRM), όπως προνοείται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, τέθηκε σε ισχύ ως ο δεύτερος πυλώνας της Τραπεζικής Ένωσης με στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση της αποτυχίας ενός πιστωτικού ιδρύματος που υπόκειται στον Ενιαίο Μηχανισμό Εποπτείας (ΕΜΕ-SSM) με κεντρικοποιημένη εξουσία για λήψη απόφασης σε σχέση με θέματα εξυγίανσης η οποία έχει ανατεθεί στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ). Η αποστολή του ΕΣΕ είναι η εξασφάλιση της ομαλής εξυγίανσης των προβληματικών τραπεζών με ελάχιστο αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα δημόσια οικονομικά των συμμετεχόντων κρατών-μελών και πέραν αυτών.

Συναφώς, το ΕΣΕ είναι άμεσα υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων επί θεμάτων εξυγίανσης που αφορούν Κυπριακές τράπεζες που εποπτεύονται άμεσα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και τράπεζες με διασυνοριακές δραστηριότητες. Η ΚΤΚ θα είναι υπεύθυνη για τη λήψη αποφάσεων επί θεμάτων εξυγίανσης που σχετίζονται με τις Κυπριακές τράπεζες που δεν εποπτεύονται άμεσα από την ΕΚΤ, σε διαβούλευση με το ΕΣΕ. Ωστόσο, εάν η απόφαση για εξυγίανση απαιτεί τη χρήση του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης, η απόφαση λαμβάνεται από το ΕΣΕ. Η ΚΤΚ διατηρεί επίσης την ευθύνη για την εξυγίανση υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών που υπόκεινται, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, σε ορισμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις (€730 χιλ.).