Σε δημοσιογραφική διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 9 Ιανουαρίου, 2003 στην Κεντρική Τράπεζα ανακοινώθηκε η υπογραφή πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Εφόρου Ασφαλίσεων το οποίο τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου, 2003.
Όπως αναφέρθηκε από τους τρεις προϊσταμένους των εποπτικών αρχών κ.κ. Χρ. Χριστοδούλου, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, Μ. Κληρίδη, Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και κα Β. Νάταρ, Έφορο Ασφαλίσεων, αποτελεί κοινή διαπίστωση, ότι ο πολυτεμαχισμός στην εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα έχει ως επακόλουθο τη μη αποτελεσματική ρύθμιση και εποπτεία του, εκτός αν υπάρχει στενή και συστηματική συνεργασία των επί μέρους αρμόδιων αρχών. Η υπογραφή του πρωτόκολλου συνεργασίας μεταξύ των τριών επί μέρους αρμόδιων αρχών, δηλαδή της Κεντρικής Τράπεζας, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Εφόρου Ασφαλίσεων, εξασφαλίζει το συντονισμό και κωδικοποιεί τη συνεργασία αυτή. Οι τρεις εποπτικές αρχές εγκαινιάζουν με την υπογραφή του πρωτοκόλλου μια ουσιαστική και διαρκή συνεργασία έτσι ώστε η εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα να καταστεί ακόμη πιο αποτελεσματική. Περαιτέρω, θα καταβληθεί προσπάθεια ώστε το πρωτόκολλο συνεργασίας να υιοθετηθεί και από την εποπτική αρχή των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων, μετά την έγκριση της σχετικής τροποποιητικής νομοθεσίας.
Το πρωτόκολλο συνεργασίας βασίζεται στην εφαρμογή της κειμένης νομοθεσίας που επιτρέπει στις αρμόδιες εποπτικές αρχές να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους με σκοπό την αποτελεσματικότερη δυνατή άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους.
Οι πληροφορίες, που ανταλλάσσονται μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών με βάση το πρωτόκολλο συνεργασίας, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνον για την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων τους και υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες εμπιστευτικότητας.
Με βάση το πρωτόκολλο συνεργασίας, οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών, μέσα στα πλαίσια της αποτελεσματικότερης άσκησης των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους, περιλαμβάνουν στοιχεία απαραίτητα για τον έλεγχο της φερεγγυότητας, της ρευστότητας, της κεφαλαιακής επάρκειας, της συγκέντρωσης κινδύνων, της εξέλιξης των οικονομικών αποτελεσμάτων, της επάρκειας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και λογιστικής και διοικητικής οργάνωσης, καθώς και της καταλληλότητας των μετόχων με ειδική συμμετοχή και των υπευθύνων για τη διοίκηση των ιδρυμάτων που τελούν υπό την εποπτεία τους.
Περαιτέρω, οι αρμόδιες εποπτικές αρχές δύνανται, με βάση το υπογραφέν πρωτόκολλο συνεργασίας, να αλληλοενημερώνονται σχετικά με το περιεχόμενο της συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών που έχουν με τις εποπτικές αρχές άλλων κρατών και να συνεργάζονται στις περιπτώσεις που οι πληροφορίες αφορούν ίδρυμα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία μιας από τις εποπτικές αρχές και συνδέεται με ίδρυμα που τελεί υπό την εποπτεία μιας των λοιπών αρμόδιων εποπτικών αρχών.
Όπως, εν κατακλείδι, τονίσθηκε από τους τρεις προϊσταμένους των αρμόδιων εποπτικών αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα, δηλαδή το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, τον Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και την Έφορο Ασφαλίσεων, με την υπογραφή και την έναρξη της έμπρακτης εφαρμογής του πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών τους, τίθενται οι βάσεις και η αφετηρία της δημιουργίας μιας νέας εποχής στον ύψιστης σημασίας τομέα της αποτελεσματικής ρύθμισης και εποπτείας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών του τόπου μας. Η επιτευχθείσα αυτή νέα κατάσταση πραγμάτων ικανοποιεί, ταυτόχρονα, τη βασική, άτυπη αλλά ουσιαστική πολιτική που προωθεί και η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη μεγαλύτερη δυνατή ομοιομορφία σε σχέση με τους ουσιαστικούς κανόνες και τη διαδικασία της ρύθμισης και εποπτείας του χρηματοοικονομικού τομέα σε κάθε χώρα.
Στη συνέχεια οι κ.κ. Χρ. Χριστοδούλου, Μ. Κληρίδης και η κα Β. Νάταρ απάντησαν σε ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις φαίνονται σε ξεχωριστό ανακοινωθέν.