Εκτύπωση

Εισαγωγική ομιλία του Διοικητή στη διάσκεψη τύπου για την παρουσίαση της Ετήσιας Έκθεσης για το έτος 2003

Τρίτη, 11 Μαΐου 2004

Το πλήρες κείμενο της εισαγωγικής ομιλίας του κ. Χριστοδούλου έχει ως ακολούθως:

Το 2003, ήταν το πρώτο έτος, κατά το οποίο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου λειτούργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας νομοθεσίας, που θεσπίστηκε τον Ιούλιο του προηγούμενου χρόνου. Με βάση το νέο νόμο και τις τροποποιήσεις των σχετικών άρθρων του Συντάγματος, η Κεντρική Τράπεζα έχει αποκτήσει καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας, το οποίο συνάδει με τις συναφείς πρόνοιες της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς επίσης με τις αντίστοιχες πρόνοιες του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Αναμφίβολα, η πιο ιστορική στιγμή για την Κύπρο το 2003 ήταν η υπογραφή, στις 16 Απριλίου, στην Αθήνα, της Συνθήκης Προσχώρησης της χώρας μας και των άλλων εννέα υπό ένταξη χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης από την Κυπριακή Δημοκρατία ήταν το επιστέγασμα πολύχρονων, επίμοχθων προσπαθειών, στις οποίες συμμετείχε ενεργά και ουσιαστικά η Κεντρική Τράπεζα.

Λίγο μετά την υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης, ο Πρόεδρος της ΕΚΤ κάλεσε την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, όπως επίσης και τις κεντρικές τράπεζες των άλλων εντασσόμενων εννέα χωρών, να αρχίσουν να συμμετέχουν ως παρατηρητές στις συνεδρίες του Γενικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και στις συναντήσεις των Επιτροπών του ΕΣΚΤ, ώστε να προετοιμαστούν για τη συμμετοχή τους ως πλήρη και ισότιμα μέλη από την 1η Μαΐου, 2004. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, ο Διοικητής, Δρ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου, παρακάθησε σε τρεις συνεδρίες του Γενικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, στις 26 Ιουνίου, στις 18 Σεπτεμβρίου και στις 18 Δεκεμβρίου, 2003, παρεμβαίνοντας ενεργά και εποικοδομητικά στις συζητήσεις για ζωτικά θέματα που απασχολούν τις χώρες μέλη της ΕΕ και τις εντασσόμενες χώρες.  

Κατά τη διάρκεια του 2003, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου συμμετείχε ενεργά στις συνεδρίες και συναντήσεις των Επιτροπών τόσο του ΕΣΚΤ όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιτυχής συμμετοχή και αποδοτική συνεισφορά ενός συγκριτικά μικρού οργανισμού, όπως η δική μας Κεντρική Τράπεζα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο προϋποθέτει δυσανάλογα μεγάλες προσπάθειες εκ μέρους εκείνων που τον εκπροσωπούν. Παρόλο το ψηλό κόστος σε οικονομικούς πόρους και ανθρώπινο δυναμικό, η Κεντρική Τράπεζα θα συνεχίσει να επιτελεί στο ακέραιο το δύσκολο και πολύ σημαντικό αυτό έργο που έχει επωμισθεί.

Για την καλύτερη δυνατή προετοιμασία της συμμετοχής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στο ΕΣΚΤ, καθώς και στα άλλα όργανα και τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Ιούνιο του 2003 ιδρύθηκε το Γραφείο Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, το οποίο υπάγεται απευθείας στο Διοικητή. Η μέχρι τώρα προσφορά του νεοϊδρυθέντος  ΓΕΥ στον καίριας σημασίας τομέα, που του έχει ανατεθεί, υπήρξε πολύ χρήσιμη και πολλαπλά επωφελής.

Καθώς είναι προφανές, ούτε η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε και η Κεντρική Τράπεζα θα έχουν την πολυτέλεια να επαναπαυτούν στις δάφνες της ένταξης αφού, αμέσως μετά, θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκρίνονται με επάρκεια στις σοβαρές προκλήσεις και τις μεγάλες υποχρεώσεις του πλήρους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρώτη και καθοριστικής σημασίας, ανάμεσα στις εν λόγω προκλήσεις, αναμένεται να είναι εκείνη που αφορά την έναρξη της διαδικασίας εισδοχής μας στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ (ΜΣΙ 2) και την ικανοποίηση των κριτηρίων για την υιοθέτηση του ευρώ.  

Όπως είναι γνωστό, την 1η Μαΐου, 2004, η Κύπρος και άλλες εννέα χώρες έχουν ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως νέα κράτη μέλη με παρέκκλιση καθόσον αφορά την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ). Αυτό σημαίνει ότι αναλαμβάνουν τη δέσμευση να επιδιώξουν τη μελλοντική υιοθέτηση του ευρώ, με την επιφύλαξη της ικανοποίησης των κριτηρίων σύγκλισης, όπως αυτά ορίζονται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Έχει ήδη διακηρυχθεί, ότι μετά την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κύπρος στοχεύει σε εισδοχή της στο ΜΣΙ 2 και στη συντομότερη δυνατή παραμονή σ’ αυτόν μέχρι την τελική υιοθέτηση του ευρώ. Η πλησιέστερη δυνατή ημερομηνία για υιοθέτηση του ευρώ είναι η 1η Ιανουαρίου, 2007. Με βάση το στόχο αυτό, στο τέλος του 2006 η Κύπρος θα αξιολογηθεί και θα κριθεί κατά πόσο πληροί τα ονομαστικά κριτήρια του Μάαστριχτ. Συγκεκριμένα:

1. Το δημοσιονομικό έλλειμμα, ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (Α.Εγχ.Π), πρέπει να είναι χαμηλότερο του 3% ενώ, για να κριθεί ως διατηρήσιμο, τα προβλεπόμενα ετήσια ελλείμματα για τα προσεχή χρόνια θα πρέπει, επίσης, να είναι κάτω του 3%. Το δημοσιονομικό μας  έλλειμμα ως ποσοστό του Α.Εγχ.Π. έχει κυμανθεί γύρω στο 6,3% το 2003, από 4,5% τον προηγούμενο χρόνο.

2. Το δημόσιο χρέος σε τιμές αγοράς, εξαιρουμένου του ενδοκυβερνητικού, δε θα πρέπει να υπερβαίνει το 60% του Α.Εγχ.Π. Όσα κράτη μέλη έχουν αναλογία δημόσιου χρέους προς Α.Εγχ.Π. πέραν του 60%, θα πρέπει να αποδείξουν ότι η αναλογία μειώνεται σταθερά με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Το δημόσιό μας χρέος ως ποσοστό του Α.Εγχ.Π. ανήλθε στο 73,1% στο τέλος του 2003 σε σύγκριση με 67,4% στο τέλος του προηγούμενου χρόνου.

3. Ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός δε θα πρέπει να είναι πέραν της 1,5 ποσοστιαίας μονάδας από το μέσο όρο πληθωρισμού των τριών κρατών μελών με τις καλύτερες επιδόσεις από άποψη σταθερότητας τιμών. Ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Κύπρο ήταν 4,1% το 2003, ενώ το συγκεκριμένο κριτήριο σύγκλισης ήταν στο 2,8%. Το έτος 2004 η Κύπρος αναμένεται να ικανοποιήσει άνετα το εν λόγω κριτήριο, αφού ο πληθωρισμός δεν θα υπερβεί το 2%.

4. Το μέσο ονομαστικό μακροπρόθεσμο επιτόκιο δε θα πρέπει να υπερβαίνει τις 2 ποσοστιαίες μονάδες του μέσου όρου των τριών κρατών μελών με τις καλύτερες επιδόσεις από την άποψη της σταθερότητας των τιμών. Σημειώνεται ότι το Δεκέμβριο, 2003, η απόδοση του δεκαετούς χρεογράφου στην Κύπρο βρισκόταν στο 4,9% ενώ το συγκεκριμένο κριτήριο σύγκλισης ήταν 6,3%.

5. Η κυπριακή λίρα θα πρέπει να επιδείξει σταθερότητα, παραμένοντας μέσα στα στενότερα όρια διακύμανσης έναντι του ευρώ καθόλη τη διάρκεια της παραμονής στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών 2.

Αν στη διάρκεια της θήτευσής της στο ΜΣΙ 2, η Κύπρος ικανοποιήσει τα ονομαστικά κριτήρια του Μάαστριχτ και πραγματοποιήσει επαρκή πραγματική σύγκλιση με τις οικονομίες της ευρωζώνης, την 1η Ιανουαρίου, 2007, θα δικαιούται να υιοθετήσει το ευρώ ως το εθνικό της νόμισμα, μετά από μια νομικά προκαθορισμένη διαδικασία.

Η προδιαγραφείσα πορεία θα μπορέσει να διανυθεί με επιτυχία και οι τεθέντες στόχοι μας να επιτευχθούν αν υπάρξει ικανοποιητικός συντονισμός και συνεργασία μεταξύ όλων των αρμόδιων φορέων και, ιδιαίτερα, σταθερή εμμονή στην πολιτική που θα εξαγγελθεί και στους στόχους που θα τεθούν. Συναφώς, τονίζεται ότι, για να καταστεί εφικτός ο στόχος υιοθέτησης του ευρώ το 2007, το δημοσιονομικό έλλειμμα θα πρέπει να περιοριστεί σε επίπεδο κάτω του 3% το 2005 και να κριθεί ως διατηρήσιμο, δηλαδή τα προβλεπόμενα ελλείμματα για τα επόμενα χρόνια να είναι, επίσης, κάτω του 3%. Τα δημόσια οικονομικά θα πρέπει να εξυγιανθούν δραστικά, ώστε να ικανοποιηθούν τα συγκεκριμένα δημοσιονομικά κριτήρια σύγκλισης, αλλά και για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής. Κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα θα πρέπει, επίσης, να αποφευχθούν οι εσωγενείς πληθωριστικές πιέσεις και η ικανοποίηση μισθολογικών απαιτήσεων να βρίσκεται μέσα  στα πλαίσια της παραγωγικότητας. Στο νέο περιβάλλον της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, στο οποίο εισερχόμαστε από την 1η Μαΐου, 2004, και μέχρι τη συμπλήρωση της δοκιμασίας του ΜΣΙ 2, θα πρέπει να συνυπάρξουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις για να μπορέσει η Κεντρική Τράπεζα να διασφαλίσει απρόσκοπτα τη νομισματική σταθερότητα και να αντισταθμίσει τυχόν ασυνήθιστα μεγάλες εισροές ή εκροές κεφαλαίων, μέσω συνδυασμένων μέτρων επιτοκιακής και συναλλαγματικής πολιτικής.

Κατά το διαρρεύσαν έτος, ιδιαίτερη έμφαση εξακολούθησε να δίνεται στην εκσυγχρονιστική προσέγγιση και αναμόρφωση των διαδικασιών και μεθόδων επιτέλεσης του έργου της Κεντρικής Τράπεζας.

Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια λειτούργησαν, συστηματικά, οι θεσμικές ρυθμίσεις που καθιερώθηκαν από το νέο Διοικητή, όπως η κάθε τρεις μήνες σύσκεψη με τα διευθυντικά στελέχη, υπό την προεδρία του,  για τη συζήτηση θεμάτων διαμόρφωσης και υλοποίησης πολιτικής, διεύθυνσης και διοίκησης τρεχουσών υποθέσεων, και παρακολούθησης της εφαρμογής των λαμβανόμενων αποφάσεων. Παρόμοιες συσκέψεις, με ανάλογο περιεχόμενο, πραγματοποιήθηκαν σε κάθε Διεύθυνση και Τμήμα υπό την προεδρία του οικείου Ανώτερου Διευθυντή και Διευθυντή, αντίστοιχα.

Μέσα στα ίδια πλαίσια λειτούργησε ο νέος θεσμός των συναντήσεων, κάθε τέσσερις μήνες, των παρατηρητών και εκπροσώπων της Κεντρικής Τράπεζας στις Επιτροπές του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις οποίες, μεταξύ άλλων, συζητούνται θέματα που συναρτούνται με την προετοιμασία των συσκέψεων του Γενικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως η διαδικασία και οι προοπτικές ένταξης στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών 2 και στη Ζώνη του Ευρώ, τα κριτήρια του Μάαστριχτ, τα μακροοικονομικά μεγέθη κ.ά.

Εξάλλου, συστηματικά, λειτούργησε, επίσης, η Επιτροπή Διοικητή, η οποία αποτελείται από το Διοικητή και τους πέντε Ανώτερους Διευθυντές. Στις εβδομαδιαίες τακτικές συναντήσεις της, η Επιτροπή αυτή εξέτασε σοβαρά και επίκαιρα θέματα που άπτονται τόσο της καθημερινής λειτουργίας όσο και του βραχυπρόθεσμου και μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού της Κεντρικής Τράπεζας, μέσα στα πλαίσια των οδηγιών και κατευθύνσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής.

Μεγάλης σημασίας αποδείχθηκε, επίσης, ο νέος σημαντικός θεσμός που καθιερώθηκε και αφορά τη σύσκεψη με τους Διοικητές ή Προέδρους των εμπορικών τραπεζών, υπό την προεδρία του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, δυο φορές το χρόνο. Στις συναντήσεις αυτές συζητούνται σοβαρά θέματα που άπτονται της λειτουργίας, της υφιστάμενης κατάστασης και των προοπτικών του τραπεζικού τομέα.

Όλες οι ανωτέρω, καθώς και άλλες αλλαγές και συναφείς ρυθμίσεις συνέβαλαν στην επαύξηση της συλλογικής συμμετοχής καθόσον αφορά τη διαμόρφωση και υλοποίηση της στοχοθεσίας, την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων και, γενικά, την επίτευξη των στρατηγικών επιδιώξεων και σκοπών της Κεντρικής Τράπεζας.

Κατά το 2003, ο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και η συνεπακόλουθη επιβράδυνση της Κυπριακής οικονομίας επέδρασαν αρνητικά στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Αμφότερες οι προαναφερθείσες εξελίξεις, σε συνδυασμό με την εκκρεμότητα ως προς την αποπληρωμή των δανείων για αγορά μετοχών, δεν επέτρεψαν ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών ενώ, παράλληλα, επέβαλαν την ανάγκη αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις σε σχέση με το 2002. Η νέα οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας, που υπαγορεύει αυστηρότερη ρύθμιση σε σχέση με την αναστολή αναγνώρισης των τόκων σε μη εξυπηρετούμενες διευκολύνσεις με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου, 2003, επηρέασε δυσμενώς τα καθαρά έσοδα των εγχώριων τραπεζών για ολόκληρο το υπό επισκόπηση έτος. Εξάλλου, εκτός από τον πόλεμο στο Ιράκ και τη μείωση του τουριστικού ρεύματος, η συνεχιζόμενη υποτονικότητα του χρηματιστηριακού θεσμού και οι μειώσεις των βασικών επιτοκίων τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς αποτέλεσαν επιπρόσθετους ανασταλτικούς παράγοντες για τις τράπεζες.

Παρά την προαναφερθείσα αρνητική εικόνα, οι κυπριακές εγχώριες τράπεζες ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την ισχυρή κεφαλαιουχική τους βάση και επαύξησαν την αξιοπιστία τους και την πεποίθηση ότι μπορούν να αντεπεξέρχονται με επιτυχία στις υφιστάμενες  δυσμενείς συνθήκες της αγοράς. Σημαντικό ρόλο στη θετική αυτή εξέλιξη διαδραμάτισε η έντονη υπόδειξη της Κεντρικής Τράπεζας στα Τραπεζικά Ιδρύματα για εξυγίανση της κεφαλαιουχικής τους βάσης, ξεκαθάρισμα των εκκρεμοτήτων για επισφάλειες σε καθορισμένο λογικό χρονικό διάστημα και νοικοκυρεμένη πολιτική στη διαχείριση υποθέσεων δανείων. Η σταθερή και συνεπής αυτή πολιτική, χωρίς εκπτώσεις και παλινωδίες, έχει ήδη αποφέρει καρπούς, με πρώτιστο την αποκατάσταση της πλήρους εμπιστοσύνης σε σχέση με τις δυνατότητες και τις προοπτικές του τραπεζικού μας συστήματος. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αναμένεται να δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα στις εγχώριες τράπεζες, οι οποίες έχουν τις δυνατότητες και τα εφόδια για να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τον αυξανόμενο ανταγωνισμό.

Οι καταθέσεις και οι χορηγήσεις των εγχώριων τραπεζών στο εξωτερικό, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, συνέχισαν την ανοδική τους πορεία ως αποτέλεσμα της επέκτασης των δικτύων καταστημάτων τους. Όμως, οι επεκτάσεις στο εξωτερικό δημιουργούν την ανάγκη για αυξημένα κεφάλαια, τα οποία απαιτούνται για τη χρηματοδότηση του διευρυμένου κύκλου εργασιών. Γι' αυτό το λόγο οι τράπεζες, κατά το παρελθόν έτος, ενίσχυσαν ουσιαστικά την κεφαλαιουχική τους βάση με την έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου και δανειακού κεφαλαίου μειωμένης εξασφάλισης.

Σημαντική εξέλιξη στον τομέα της χρηματοοικονομικής εποπτείας αποτέλεσε η εφαρμογή του Πρωτοκόλλου Συνεργασίας μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών από την 1η Ιανουαρίου, 2003, καθώς, επίσης, η προσχώρηση σ' αυτό της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων από το Νοέμβριο του υπό επισκόπηση έτους.

Η μακροπροληπτική ανάλυση, που εφαρμόζεται από την Κεντρική Τράπεζα, στοχεύει στον εντοπισμό, την αξιολόγηση και παρακολούθηση ευπαθών σημείων και συστημικών αδυναμιών του τραπεζικού συστήματος ώστε να λαμβάνονται έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα για προστασία της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Κατά το 2003, αρχίσαμε την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για την άσκηση μακροπροληπτικής ανάλυσης, συμμορφούμενοι με τις συστάσεις και τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι η συμμετοχή της Κεντρικής Τράπεζας στο ΕΣΚΤ έχει δημιουργήσει ιδιαίτερα αυξημένες υποχρεώσεις παραγωγής και διανομής στατιστικών στοιχείων, σύμφωνα με τα εναρμονισμένα επιστημονικά, τεχνικά και χρονικά πρότυπα. Τόσον η διαμόρφωση οικονομικής και νομισματικής πολιτικής σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο όσον και η αξιολόγηση της ετοιμότητας της Κύπρου να υιοθετήσει το ευρώ, απαιτούν τη διαρκή ύπαρξη αξιόπιστων στατιστικών πληροφοριών. Στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ευθύνες για την παραγωγή και διανομή στατιστικών στοιχείων κατανέμονται ανάμεσα στις εθνικές κεντρικές τράπεζες και τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες. Η Κεντρική Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο υπάγεται η Κυπριακή Στατιστική Υπηρεσία, έχουν συμφωνήσει να προχωρήσουν στην υπογραφή Πρωτοκόλλου για την εφαρμογή του ιδίου πλαισίου συνεργασίας στην Κύπρο.

Η Κεντρική Τράπεζα, στην οποία είναι εκχωρημένη η αρμοδιότητα εφαρμογής των προνοιών του Περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου (Κεφ. 199), προχώρησε μέσα στο 2003 σε περαιτέρω άρση συναλλαγματικών περιορισμών, καθώς επίσης σε συνακόλουθη απλοποίηση των συναφών διαδικασιών, στη βάση του εναρμονιστικού προγράμματος που συμφωνήθηκε με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπρόσθετα, η Κεντρική Τράπεζα προώθησε την ψήφιση του Περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμου 115(Ι)2003, ο οποίος προνοεί, μεταξύ άλλων, και την κατάργηση, από την 1η Μαΐου, 2004, του Περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου.

Τεράστια σημασία αποδίδεται επίσης στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού της Κεντρικής Τράπεζας και στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων της πληροφορικής. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, Κεντρική Τράπεζα εξακολούθησε να μετέχει με μέλη του προσωπικού της σε πλείστα εκπαιδευτικά σεμινάρια τα οποία διοργανώνουν η ΕΚΤ και οι άλλες κεντρικές τράπεζες που αποτελούν το ΕΣΚΤ, καθώς επίσης να προωθεί την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του ΕΣΚΤ για την Πληροφορική και να υλοποιεί έργα για την αναβάθμιση των συστημάτων ασφάλειας του κτιρίου της.

Παρόλη την πολυδιάστατη μορφή των λειτουργιών της,  πρωταρχική αποστολή της Κεντρικής Τράπεζας παραμένει η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών εντός του πλαισίου της γενικής πολιτικής του Κράτους. Η επίτευξη του εν λόγω στόχου προϋποθέτει συνεχή, ολοκληρωμένη γνώση των οικονομικών δεδομένων, έγκαιρη διάγνωση των οικονομικών εξελίξεων και ορθή πολιτική εκ μέρους της νομισματικής αρχής.  

Συναφώς σημειώνεται, ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού Α.Εγχ.Π. της Κύπρου περιορίστηκε στο 2,0% περίπου το 2003, όπως και το 2002. Η παρατηρηθείσα επιβράδυνση θα πρέπει να συσχετισθεί με τη γενική κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας αλλά και με την ιδιαίτερη πορεία της τουριστικής βιομηχανίας, η οποία επηρεάσθηκε δυσμενώς λόγω και του πολέμου στο γειτονικό μας Ιράκ.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα διευρύνθηκε στο 6,3% περίπου  του Α.Εγχ.Π. το 2003, σε σύγκριση με 4,5% του Α.Εγχ.Π. τον προηγούμενο χρόνο, ως αποτέλεσμα των αυξημένων κυβερνητικών δαπανών αλλά και της φορολογικής μεταρρύθμισης του Ιουλίου 2002.  

Η αύξηση του συντελεστή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) στο 15% τον Ιανουάριο του 2003, από το 10% τον Ιούλιο του 2002, ήταν μια από τις κυριότερες αιτίες ανόδου του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κατά 4,1% το 2003, σε σύγκριση με 2,8% τον προηγούμενο χρόνο. Προκειμένου για την αγορά εργασίας, το ποσοστό των εγγεγραμμένων ανέργων του οικονομικά ενεργού πληθυσμού αυξήθηκε στο 3,5% το 2003 από το 3,1% τον προηγούμενο χρόνο.

Η μείωση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης συνέτεινε ώστε το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, όπως αναθεωρήθηκε πρόσφατα, να μειωθεί στο 3,8% σε σχέση με 4,6% τον προηγούμενο χρόνο. Αναμφίβολα, μέρος της βελτίωσης κατά το υπό ανασκόπηση έτος προήλθε από τη μείωση των εισαγωγών στρατιωτικού υλικού.  

Στη διάρκεια του 2003, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μείωσε το βασικό επιτόκιο συνολικά κατά 75 μονάδες βάσης, ενώ η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ το μείωσε κατά 25 μονάδες βάσης. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα δεδομένα της οικονομίας και τις ενέργειες των άλλων νομισματικών αρχών, προέβη σε μείωση του βασικού επιτοκίου κατά 50 μονάδες βάσης στις 4 Απριλίου, 2003. Αντιφατικοί δείκτες, όπως η μείωση του πραγματικού ρυθμού ανάπτυξης, το διευρυμένο δημοσιονομικό έλλειμμα, η αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων, η άνοδος του αριθμού των εγγεγραμμένων ανέργων, το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αλλά και η αναπτέρωση των ελπίδων για διεθνή ανάκαμψη μετά το πέρας του πολέμου στο Ιράκ, οδήγησαν την Κεντρική Τράπεζα σε υιοθέτηση στάσης αναμονής, διατηρώντας αμετάβλητα τα επιτόκια για το υπόλοιπο του 2003.

Το 2004 προβλέπεται να σημειωθεί ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και, συνεπώς, του ρυθμού μεγέθυνσης και της Κυπριακής οικονομίας ο οποίος, εξαιτίας της αναμενόμενης βελτίωσης του τουριστικού ρεύματος αλλά και των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, υπολογίζεται να κυμανθεί μεταξύ του 3%-4% του Α.Εγχ.Π. Ο πληθωρισμός αναμένεται να μειωθεί δραστικά, αφού η επίδραση των αυξήσεων στο βασικό συντελεστή του ΦΠΑ θα έχει πια εξασθενίσει ενώ, παράλληλα, η κατάσταση της ανεργίας δυνατόν να παρουσιάσει μικρή βελτίωση.

Αν οι ανωτέρω προβλέψεις επαληθευθούν, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα παρουσιάσει περαιτέρω βελτίωση το 2004. Η αναμενόμενη βελτίωση στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι αμυντικές δαπάνες θα μειωθούν ακόμη περισσότερο και ότι θα υπάρξει ανάκαμψη του τουριστικού ρεύματος προς την Κύπρο. Η αύξηση του πραγματικού ρυθμού ανάπτυξης θα επηρεάσει θετικά τα δημόσια οικονομικά. Κατά το τρέχον έτος, το δημοσιονομικό έλλειμμα υπολογίζεται ότι θα μειωθεί περίπου στο 4,5% του Α.Εγχ.Π.,  παραμένοντας πάνω από το σχετικό κριτήριο σύγκλισης.

Προτού περατώσω τη συνοπτική αυτή εισαγωγική μου ομιλία, θεωρώ επιβεβλημένο να τονίσω και πάλι με έμφαση ότι απαιτείται δραστική μείωση των μη παραγωγικών δημόσιων δαπανών και ουσιαστική αύξηση των κρατικών εσόδων. Πρόκειται για μέτρα μη προσφιλή και, στην πραγματικότητα, αντιδημοφιλή, τα οποία συνεπάγονται, αναπόφευκτα, προσωρινό πολιτικό κόστος, αλλά που πρέπει οπωσδήποτε να ληφθούν ώστε να επιτευχθούν οι εξαγγελθείσες στοχεύσεις και να υλοποιηθούν οι  αναληφθείσες επίσημες δεσμεύσεις για προσχώρηση στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ, για ικανοποίηση των δεικτών του Μάαστριχτ και για την υιοθέτηση του ευρώ ως του εθνικού μας νομίσματος το συντομότερο δυνατό. Απαιτείται, ακόμη, να καταστεί κοινή συνείδηση ότι οι πιο πάνω στοχεύσεις υπερβαίνουν τα στενά πολιτικοκομματικά όρια γιατί υπαγορεύονται από το καλώς νοούμενο ύψιστο εθνικό συμφέρον. Δεν μπορεί και δεν δικαιούται κανένας να θυσιάσει το μακρόπνοο ευεργετικό μέλλον για το επιφανειακό και βραχύπνοο  παρόν. Σημαντικό θεωρώ επίσης να τονίσω ότι, άνκαι οι δυσμενείς διεθνείς συνθήκες και οι αναπόδραστες εγχώριες συγκυρίες επιδείνωσαν την κατάσταση της κυπριακής οικονομίας και επέδρασαν αρνητικά στα δημόσια οικονομικά κατά το 2003, εν τούτοις η κυπριακή οικονομία παραμένει βασικά υγιής, με γερά θεμέλια και πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία πρέπει να ενεργοποιηθούν και να ενισχυθούν με την έγκαιρη λήψη τολμηρών, συνετών και ρεαλιστικών αποφάσεων.

Εν κατακλείδι, επιθυμώ να εκφράσω θερμές ευχαριστίες στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τα μέλη της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής για την πολύτιμη συμβολή και βοήθειά τους, καθώς και σε όλο το προσωπικό για την αφοσίωση, την εργατικότητα και τη στήριξη των προσπαθειών μας για την πραγμάτωση των στόχων και την επίτευξη των σκοπών και επιδιώξεων της Κεντρικής Τράπεζας. Θερμές ευχαριστίες απευθύνονται στα αποχωρήσαντα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου κ. Κώστα Τσιελεπή και κ. Χρυσόστομο Θεοκλή, που υπηρέτησαν με ανιδιοτέλεια για μακρό χρονικό διάστημα την Κεντρική Τράπεζα και προώθησαν με ζήλο και ευσυνειδησία τους σκοπούς και τις επιδιώξεις της.  Ευχαριστίες εκφράζονται, επίσης, στον κ. Ανδρέα Φιλίππου, ο οποίος αφυπηρέτησε την 30ή Μαρτίου, 2003, από τη θέση του Πρώτου Ανώτερου Διευθυντή μετά από μακρά και ευδόκιμη υπηρεσία στην Κεντρική Τράπεζα.