Εκτύπωση

Εισαγωγική ομιλία του Διοικητή της ΚΤΚ στη δημοσιογραφική διάσκεψη για την παρουσίαση της Ετήσιας Έκθεσης της Τράπεζας για το 2004

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2005

Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου συνέβαλε ενεργά και ουσιαστικά στις πολύχρονες προσπάθειες που οδήγησαν στην ένταξη της χώρας μας στην Eυρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) την 1η Μαΐου, 2004. Από την ιστορική αυτή μέρα, η Κεντρική Τράπεζα έχει καταστεί πλήρες μέλος του Eυρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και ο Διοικητής της συμμετέχει στο Γενικό Συμβούλιο της Eυρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ως ισότιμο μέλος.  Παράλληλα, 40 περίπου στελέχη της Τράπεζας έχουν καταστεί μέλη των επιτροπών και ομάδων εργασίας του ΕΣΚΤ. Εκπρόσωποι της Τράπεζας συμμετέχουν, επίσης, σε επιτροπές και ομάδες εργασίας της ΕΕ, οι οποίες βοηθούν και στηρίζουν το Συμβούλιο της ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους. Παρά το μικρό της μέγεθος, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου συμμετέχει εποικοδομητικά στις εργασίες του ΕΣΚΤ και των προαναφερθεισών  επιτροπών της ΕΕ και καθιστά εμφανή και ουσιαστική την παρουσία της.

Ενεργά και ουσιαστικά συνέβαλε η Κεντρική Τράπεζα και στην ένταξη του νομίσματος της χώρας μας στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών 2 (ΜΣΙ 2) με απόφαση που πήρε η Ευρωπαϊκή Ένωση στις 29 Απριλίου, 2005. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί σημαντικό σταθμό στην πορεία της Κύπρου για την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική της ολοκλήρωση.

Στη διάρκεια του 2004 η Κεντρική Τράπεζα επικέντρωσε την προσοχή της στην πλήρη εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο, με ιδιαίτερη έμφαση στους τομείς των τραπεζικών υπηρεσιών, της διακίνησης κεφαλαίων και των συστημάτων πληρωμών. Κατά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ολοκληρώθηκε η εναρμόνισή μας με το κοινοτικό κεκτημένο, που ίσχυε την 1η Μαΐου, 2004, στους εν λόγω τομείς. Θα πρέπει, πάντως, να τονισθεί ότι η εναρμόνιση είναι μια συνεχής διαδικασία, αφού το κοινοτικό κεκτημένο έχει δυναμικό χαρακτήρα και εξελίσσεται και διαφοροποιείται διαρκώς.

Μια σημαντική αλλαγή, η οποία περατώθηκε το 2004 στα πλαίσια της εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο, ήταν η κατάργηση των συναλλαγματικών περιορισμών, ύστερα από μια πορεία σταδιακής απελευθέρωσης της διακίνησης κεφαλαίων, που άρχισε πριν από λίγα χρόνια. Ο περί της Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμος Ν.115(Ι)/2003 τέθηκε σε ισχύ ταυτόχρονα με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και κατάργησε τον περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμο (Κεφ. 199), διασφαλίζοντας την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων σύμφωνα με το κοινοτικό κεκτημένο. Η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων επιτρέπει μια πιο ορθολογική κατανομή των χρηματοοικονομικών πόρων, ενισχύει τον ανταγωνισμό και αυξάνει τη χρηματοοικονομική  ενοποίηση της Κύπρου με τις άλλες χώρες της ΕΕ.

Όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα, η Κεντρική Τράπεζα, στα πλαίσια του εποπτικού και ρυθμιστικού της ρόλου, εξέδωσε αριθμό οδηγιών προς τις τράπεζες, προώθησε νομοσχέδια για τις αναγκαίες τροποποιήσεις του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και πρότεινε νέα νομοθεσία για σκοπούς έγκαιρης προσαρμογής και εναρμόνισης του ρυθμιστικού πλαισίου  λειτουργίας και εποπτείας των τραπεζικών μας ιδρυμάτων με το κοινοτικό κεκτημένο και τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.

Η Κεντρική Τράπεζα υιοθέτησε, επίσης, σειρά μέτρων αναφορικά με την αναθεώρηση του υφιστάμενου πλαισίου εποπτείας της κεφαλαιακής επάρκειας, σύμφωνα με το «Νέο Σύμφωνο της Βασιλείας» που οριστικοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2004, και την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τροποποίηση των υφιστάμενων σχετικών οδηγιών και εφαρμογή τους κατά τα τέλη του 2006. Λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα του νέου πλαισίου καθώς και την ανάγκη έγκαιρης υλοποίησής του, η Κεντρική Τράπεζα προέτρεψε τις τράπεζες να προχωρήσουν αμέσως στη σύγκριση μεταξύ των διαδικασιών και πρακτικών που χρησιμοποιούν και εκείνων του νέου πλαισίου απαιτήσεων, ούτως ώστε να εντοπίσουν τις προκύπτουσες ανάγκες και να λάβουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα προσαρμογής.

Κατά το 2004 λήφθηκαν, επίσης, περαιτέρω μέτρα για την προστασία των καταθετών και των επενδυτών, σύμφωνα με τις σχετικές ευρωκοινοτικές οδηγίες. Από την 1η Μαΐου, 2004, το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων έχει επεκταθεί για να καλύπτει και νομίσματα των χωρών μελών της ΕΕ. Επίσης ιδρύθηκε το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών. Όσον αφορά τη νομική σύγκλιση, η Κεντρική Τράπεζα άρχισε ήδη την προεργασία για τις απαιτούμενες αλλαγές, με κύρια έμφαση στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο, ενόψει της στοχευόμενης ένταξής μας στην Ευρωζώνη.

Καθώς είναι φυσικό, η προσοχή της Κεντρικής Τράπεζας επικεντρώνεται στον επόμενο μεγάλο σταθμό της πορείας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, που είναι η επιτυχής ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Σύμφωνα με τη Συνθήκη Προσχώρησης, η Κύπρος και τα άλλα νέα κράτη μέλη συμμετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) ως κράτη μέλη με παρέκκλιση. Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος δεσμεύεται να επιδιώξει την υιοθέτηση του ευρώ μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, εκπληρώνοντας όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Πιο συγκεκριμένα, η Κύπρος θα πρέπει να ικανοποιήσει τα κριτήρια ονομαστικής σύγκλισης (γνωστά ως κριτήρια Μάαστριχτ), τα οποία αφορούν τον πληθωρισμό, τη δημοσιονομική κατάσταση, τη σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Πέραν της ικανοποίησης των κριτηρίων αυτών, για την επιτυχή υιοθέτηση του ευρώ ως εθνικού νομίσματος είναι αναγκαία η επίτευξη πραγματικής σύγκλισης της κυπριακής οικονομίας με την οικονομία της ζώνης του ευρώ (δηλαδή η επίτευξη υψηλού κατά κεφαλήν εισοδήματος και άλλων βασικών οικονομικών και κοινωνικών διαρθρωτικών δεδομένων) στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Άρχισε, ήδη, εντατική προετοιμασία, σε στενή συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών, για τη μετάβαση από την κυπριακή λίρα στο ευρώ. Συναφώς αναφέρεται ότι το στρατηγικό σχέδιο για την εισαγωγή του Ευρώ, το οποίο καταρτίστηκε από την Κεντρική Τράπεζα σε συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών, εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 29 Δεκεμβρίου 2004.

Ως νέο μέλος της ΕΕ, η Κύπρος κατέθεσε το Μάιο το πρώτο Πρόγραμμα Σύγκλισης για την περίοδο 2003-2007 και το Δεκέμβριο το αναθεωρημένο για την περίοδο 2004-2008. Στα πλαίσια των υποβληθέντων Προγραμμάτων Σύγκλισης η κυβέρνηση ανακοίνωσε σημαντικά δημοσιονομικά μέτρα, μερικά από τα οποία έχουν υλοποιηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό.  Αξιολογώντας τη θετική δημοσιονομική πορεία της Κύπρου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε εισήγηση για αναστολή της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος το Δεκέμβριο 2004, η οποία εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών (ECOFIN) τον Ιανουάριο 2005. Οπωσδήποτε η συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και εξυγίανσης αποτελεί αδήριτη ανάγκη, αφού θα καταστήσει δυνατή την ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ και θα συμβάλει ουσιαστικά στη μακροοικονομική σταθερότητα και ευρωστία της κυπριακής οικονομίας στο άμεσο αλλά και το απώτερο μέλλον. Η Κεντρική Τράπεζα θα συνεχίσει να στηρίζει τις προσπάθειες και να πρωτοστατεί σε ρυθμίσεις που να διασφαλίζουν το Ευρωπαϊκό οικονομικό μέλλον της Κύπρου.

Όσον αφορά τον εγχώριο τραπεζικό τομέα, σημειώνεται η συνέχιση της ικανοποιητικής του πορείας και υπογραμμίζονται τα θετικά αποτελέσματα του τραπεζικού συστήματος κατά το 2004, τα οποία παρουσίασαν περαιτέρω βελτίωση σε σχέση με το 2003. Η σταδιακή ανάκαμψη τόσο της κυπριακής όσο και της παγκόσμιας οικονομίας, οι αυξήσεις των βασικών επιτοκίων στην Κύπρο και διεθνώς και, κυρίως, τα ουσιαστικά διορθωτικά, λειτουργικά και διαρθρωτικά μέτρα, τα οποία έλαβαν οι τράπεζες με υπόδειξη και υπό την καθοδήγηση της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και η περαιτέρω αξιόλογη ανάπτυξη των εργασιών τους στην Ελλάδα ήταν ανάμεσα στους βασικούς παράγοντες που επέδρασαν θετικά στην κερδοφορία των εγχώριων τραπεζικών ιδρυμάτων. Η πρόσφατη ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΜΣΙ 2 αναμένεται να επιφέρουν και άλλες αλλαγές στο λειτουργικό εκσυγχρονισμό και στο κανονιστικό πλαίσιο ρύθμισης και δράσης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. 

Οι διοικήσεις των εγχώριων τραπεζικών ιδρυμάτων έχουν συνειδητοποιήσει τις ραγδαία μεταβαλλόμενες ανάγκες και τις απαιτήσεις της νέας εποχής, και έχουν αρχίσει, σταδιακά, να προσαρμόζονται σε αυτές. Έχουν γίνει σημαντικές επενδύσεις σε συστήματα τεχνολογίας, τα οποία αυξάνουν την παραγωγικότητα και επιτρέπουν την καλύτερη διαχείριση των πόρων των τραπεζών και των κινδύνων που αναλαμβάνονται. Επίσης, η μεγάλη προσπάθεια που κατεβλήθη από τις τράπεζες, υπό την έντονη πίεση της Κεντρικής Τράπεζας, για βελτίωση των διαδικασιών είσπραξης καθυστερημένων οφειλών και για αύξηση των εμπράγματων εξασφαλίσεων, απέδωσε καρπούς, με αποτέλεσμα τη σημαντική βελτίωση της ποιότητας των χαρτοφυλακίων χορηγήσεων. Μέσα στα ίδια πλαίσια που καθόρισε η Κεντρική Τράπεζα, θετική εξέλιξη αποτελεί και η συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των εξόδων των τραπεζικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα ο δείκτης εξόδων προς έσοδα να μειωθεί περαιτέρω κατά το 2004 σε σχέση με το 2003. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω θετικών αλλαγών και βελτιώσεων, τα εγχώρια τραπεζικά ιδρύματα επανήλθαν σε κερδοφόρα πορεία και είναι σε θέση να ατενίζουν το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία. Έτσι για πρώτη φορά, εδώ και τρία χρόνια, η Κεντρική Τράπεζα έχει συναινέσει σε παραχώρηση μερισμάτων προς τους μετόχους των τραπεζών για το 2004. Βεβαίως, παρά τις προαναφερθείσες θετικές εξελίξεις, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων εξακολουθεί να είναι ψηλό και η Κεντρική Τράπεζα θα συνεχίσει να εξωθεί τις τράπεζες τόσο σε πιο βελτιωμένες πρακτικές αξιολόγησης και παραχώρησης δανείων όσο και σε πιο αποτελεσματικές μεθόδους διασφάλισης και είσπραξης καθυστερημένων οφειλών.  

Η Κεντρική Τράπεζα αποδίδει μεγάλη σημασία στο συντονισμό και τη συνεργασία των εποπτικών αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα. Μέσα στα πλαίσια της υφιστάμενης συνεργασίας τους με βάση το Πρωτόκολλο που υπέγραψαν και έθεσαν σε ισχύ από το 2003, η Κεντρική Τράπεζα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών, μεταξύ άλλων, ετοίμασαν από κοινού νομοσχέδιο με το οποίο προβλέπεται η σύσταση και λειτουργία Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης, ο οποίος θα λειτουργεί με γνώμονα τη διασφάλιση των συμφερόντων των καταναλωτών.

Μεγάλη σημασία αποδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα στον τομέα των συστημάτων πληρωμών και στην ανάγκη για έγκαιρη και αποτελεσματική ανταπόκριση στις σχετικές με αυτόν εξελίξεις. Έχει, για τούτο, προχωρήσει στη σύσταση Συμβουλευτικής  Επιτροπής Πληρωμών με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων. Από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του θεσμού καταδείχτηκε η χρησιμότητά του, καθώς ήταν αισθητή η βελτίωση που επέφερε στην επικοινωνία, την ανταλλαγή πληροφοριών και το συντονισμό των ενεργειών όλων των μετεχόντων.

Στα πλαίσια των συνεχιζόμενων προσπαθειών για αντιμετώπιση του προβλήματος των ακάλυπτων επιταγών, διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών για Εκδότες Ακάλυπτων Επιταγών (ΚΑΠ). To Φεβρουάριο του 2004, τροποποιήθηκε ο ορισμός της ακάλυπτης επιταγής τόσο στους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997-2003 όσο και στις κοινές οδηγίες του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και του Εφόρου της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών για να μπορούν να καταχωρούνται στο ΚΑΠ πληροφορίες σχετικά με εκδότες μεταχρονολογημένων ακάλυπτων επιταγών (Ν.4(Ι)/2004 και Κ.Δ.Π. 105/2004 αντίστοιχα). 

Είναι, εν προκειμένω, ενδιαφέρον να λεχθεί ότι η Κεντρική Τράπεζα, σε συνεννόηση με την Κυβέρνηση, έχει αναλάβει την ανάπτυξη συστήματος κυβερνητικών εμβασμάτων για μείωση της χρήσης επιταγών ως μέσου πληρωμής. Με το υπό αναφοράν σύστημα, οι δικαιούχοι κυβερνητικών πληρωμών (συμπεριλαμβανομένων συντάξεων, χορηγιών και άλλων) θα πιστώνονται σε τραπεζικό λογαριασμό της επιλογής τους αντί της έκδοσης και αποστολής επιταγών. Η ανάπτυξη του συστήματος συμπληρώθηκε στις αρχές Απριλίου του 2005 και τέθηκε στη διάθεση της Κυβέρνησης. Η χρήση και δέουσα αξιοποίησή του θα συντελέσει στην ασφαλέστερη και αποδοτικότερη διεκπεραίωση των κυβερνητικών πληρωμών.

Ως αποτέλεσμα της ένταξης στην ΕΕ, οι υποχρεώσεις της Κεντρικής Τράπεζας στον τομέα της στατιστικής τόσο προς στο ΕΣΚΤ όσο και προς τη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Eurostat) έχουν αυξηθεί σημαντικά. Η παραγωγή και αποστολή των διάφορων στοιχείων γίνονται με βάση τη μεθοδολογία και τα πρότυπα της ΕΚΤ και της  Eurostat. Τα στοιχεία που ετοιμάζει το Τμήμα Στατιστικής της Κεντρικής Τράπεζας χρησιμοποιούνται σε εθνικό επίπεδο για τη διαμόρφωση της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής και σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αξιολόγηση της οικονομίας της Κύπρου.

Σημαντική εξέλιξη κατά το 2004 απετέλεσε η ετοιμασία και αποστολή μηνιαίων στοιχείων για το Ισοζύγιο Πληρωμών στην ΕΚΤ, καθώς, επίσης, η παραγωγή και υποβολή του Προτύπου Διεθνών Αποθεμάτων. Ταυτόχρονα, συνεχίσθηκε  η υποβολή των τριμηνιαίων και ετήσιων στοιχείων για το Ισοζύγιο Πληρωμών, σύμφωνα με τις κοινοτικές και διεθνείς προδιαγραφές, καθώς επίσης ο καταρτισμός της Διεθνούς Επενδυτικής Θέσης της Κύπρου.

Λόγω της αναμενόμενης ένταξης της χώρας μας στη ζώνη του ευρώ στο προσεχές μέλλον, δεν επιδιώχθηκε οποιαδήποτε αλλαγή στα τραπεζογραμμάτιά μας, των οποίων η αξιοπιστία παραμένει πολύ ψηλή. Εντατικοποιήθηκε, όμως, η επεξεργασία των τραπεζογραμματίων προς επανέκδοση ούτως ώστε η ποιότητά τους να διατηρείται σε ψηλά επίπεδα. Η ποσότητα τραπεζογραμματίων που έτυχε επεξεργασίας κατά το 2004 αυξήθηκε κατά 42% σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο. Για το θέμα της προστασίας του ευρώ από την παραχάραξη, η Κεντρική Τράπεζα έχει αποκτήσει πρόσβαση στο Σύστημα Παρακολούθησης Πλαστών (Counterfeit Monitoring System). Πρόκειται για την κεντρική βάση δεδομένων για τα παραχαραγμένα ευρώ που διατηρεί η ΕΚΤ. 

Το 2004 ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού Α.Εγχ.Π. της Κύπρου εκτιμάται ότι ανήλθε στο 3,7%, σε σύγκριση με 1,9% το 2003. Η παρατηρηθείσα επιτάχυνση οφείλεται κυρίως στη μεγάλη άνοδο που παρουσίασαν η εγχώρια ζήτηση και ιδιαίτερα η ιδιωτική κατανάλωση και οι εγχώριες επενδύσεις. Το δημοσιονομικό έλλειμμα περιορίστηκε στο 4,2% περίπου  του Α.Εγχ.Π. κατά τον υπό εξέταση χρόνο σε σύγκριση με 6,3% του Α.Εγχ.Π. τον προηγούμενο χρόνο. Η βελτίωση οφείλεται τόσο σε αύξηση των εσόδων όσο και σε περιορισμό του ρυθμού αύξησης των δαπανών.

Κατά το 2004 ο πληθωρισμός μειώθηκε στο 2,28% από το 4,14% το 2003. Η επιβράδυνση αυτή αντικατοπτρίζει κυρίως την εξάλειψη της επίδρασης από την αύξηση του συντελεστή του ΦΠΑ από το 10% στο 13% από την 1η Ιουλίου, 2002 και από 13% στο 15% από την 1η Ιανουαρίου, 2003, καθώς, επίσης, τη μεγάλη μείωση στο φόρο κατανάλωσης στα αυτοκίνητα το Νοέμβριο του 2003. Σημειώνεται ότι η μείωση του ρυθμού αύξησης του τιμάριθμου επιτεύχθηκε, παρά την αυξητική τάση των τιμών του πετρελαίου κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του έτους. Όσον αφορά την αγορά εργασίας, ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων, ως ποσοστό του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, αυξήθηκε οριακά  από το 3,5% το 2003, στο 3,6% κατά το υπό επισκόπηση έτος.

Η επιτάχυνση  του ρυθμού αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας με κύριο άξονα την εγχώρια ζήτηση συνέτεινε ώστε το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών να διευρυνθεί και να κυμανθεί γύρω στο 5,7% του Α.Εγχ.Π. το 2004, σε σύγκριση με 3,4% του Α.Εγχ.Π. τον προηγούμενο χρόνο. Στην αύξηση αυτή συνέβαλαν επίσης εξωγενείς παράγοντες, όπως η άνοδος της τιμής του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές και η σημαντική μείωση στους φόρους κατανάλωσης των πλείστων κατηγοριών μηχανοκινήτων οχημάτων. Η προαναφερθείσα εξέλιξη, που υλοποιήθηκε το Νοέμβριο του 2003, επαύξησε  τις εισαγωγές των αυτοκινήτων κατά 40% περίπου.

Το 2005 προβλέπεται να σημειωθεί περαιτέρω ανάκαμψη της Κυπριακής οικονομίας, με το ρυθμό αύξησης του Α.Εγχ.Π να υπολογίζεται ότι θα κυμανθεί  γύρω στο 4% σε πραγματικούς όρους. Ο πληθωρισμός αναμένεται να είναι  γύρω στο 2,5%-3%, ενώ, παράλληλα, η ανεργία θα κυμανθεί στα περυσινά επίπεδα του 3,6%. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών εκτιμάται, επίσης, ότι θα βελτιωθεί,  λόγω της μείωσης των εισαγωγών των μηχανοκίνητων οχημάτων και της ανάκαμψης των εσόδων από τον τουρισμό, και να διαμορφωθεί περίπου στο 4,5%.

Το 2004 τερματίσθηκε η περίοδος της χαλαρής νομισματικής πολιτικής που ασκούσαν οι κυριότερες νομισματικές αρχές, με εξαίρεση την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ προέβη σε πέντε αυξήσεις, κατά 25 μονάδες βάσης έκαστη και η Τράπεζα της Αγγλίας σε τέσσερις αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης έκαστη. Στο τέλος του 2004 τα βασικά επιτόκια βρίσκονταν στο 2,25% στις ΗΠΑ (σήμερα βρίσκονται στο 3%) και 4,75% στη Βρετανία. Η αμερικανική νομισματική αρχή προέβη στις αυξήσεις αυτές λόγω των πληθωριστικών πιέσεων αλλά και των δίδυμων ελλειμμάτων. Το αποδυναμωμένο δολάριο, η συνεχής αύξηση στην κατανάλωση και η μείωση στις αποταμιεύσεις, σε συνδυασμό με τη γρήγορη οικονομική μεγέθυνση, οδήγησαν στην αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου. Η άνοδος στις τιμές των ακινήτων, σε συνδυασμό με τη σταθερή οικονομική μεγέθυνση της χώρας, ήταν από τους βασικούς λόγους που και η βρετανική κεντρική τράπεζα προέβη στις προαναφερθείσες αυξήσεις. Αντίθετα, η ΕΚΤ θεώρησε ότι η στάση αναμονής αποτελούσε ενδεδειγμένη  νομισματική πολιτική, κυρίως εξαιτίας της μικρής οικονομικής μεγέθυνσης και του χαμηλού πληθωρισμού, αμφότερα συνεπακόλουθα του δυνατού ευρώ.

Το 2004 οι νομισματικές εξελίξεις στην Κύπρο σημαδεύτηκαν από την αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 100 μονάδες βάσης τον Απρίλιο, με αποτέλεσμα το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης να ανέλθει στο 5,50%. Η αύξηση στα βασικά επιτόκια της Τράπεζας αποτέλεσε αντίδραση στις αβάσιμες φήμες περί υποτίμησης της κυπριακής λίρας. Ταυτόχρονα, η Κεντρική Τράπεζα έστειλε ισχυρό μήνυμα στήριξης της κυπριακής λίρας μετά τις εκροές κεφαλαίων που παρατηρήθηκαν, ως αποτέλεσμα της αβεβαιότητας λόγω του Δημοψηφίσματος της 24ης Απριλίου και της πλήρους άρσης των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων την 1η Μαΐου, 2004. Η απόφαση αυτή συνέβαλε στην ενδυνάμωση της εμπιστοσύνης του κοινού στην κυπριακή λίρα και την αναστροφή της τάσης των εκροών συναλλάγματος που είχε παρατηρηθεί προηγουμένως.

Τεράστια σημασία αποδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων της πληροφορικής. Η Τράπεζα εξακολούθησε να μετέχει με μέλη του προσωπικού της σε πολλά εκπαιδευτικά σεμινάρια τα οποία διοργανώνουν η ΕΚΤ και οι άλλες κεντρικές τράπεζες που αποτελούν το ΕΣΚΤ. Μέσα στα πλαίσια της στρατηγικής για αποτελεσματική αξιοποίηση των δυνατοτήτων της Πληροφορικής, αναβαθμίστηκε η τεχνική υποδομή, ενισχύθηκε περαιτέρω η ασφάλεια και συνεχίστηκε ο ανασχεδιασμός και η αυτοματοποίηση των λειτουργιών της Τράπεζας. Επίσης, προωθήθηκε η εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του ΕΣΚΤ για την Πληροφορική και αναβαθμίστηκαν τα συστήματα ασφάλειας του κτιρίου της Τράπεζας.

Κατά το διαρρεύσαν έτος εξακολούθησε να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον εκσυγχρονισμό και αναμόρφωση των διαδικασιών και μεθόδων επιτέλεσης του έργου της Κεντρικής Τράπεζας. Σ’ αυτά τα πλαίσια λειτούργησαν, συστηματικά και αδιάλειπτα, οι θεσμικές ρυθμίσεις που καθιερώθηκαν από το Διοικητή, όπως η κάθε τρεις μήνες σύσκεψη με όλα τα διευθυντικά στελέχη, υπό την προεδρία του, για τη διαμόρφωση και υλοποίηση πολιτικής, καθώς, επίσης, την παρακολούθηση της εφαρμογής των αποφάσεων.

Επίσης, συστηματικά και αδιάλειπτα, λειτούργησε η Επιτροπή Διοικητή, η οποία, στις εβδομαδιαίες τακτικές συναντήσεις της, εξέτασε πολυάριθμα σοβαρά και επίκαιρα θέματα τόσο για τη καθημερινή λειτουργία όσο και το μεσοπρόθεσμο προγραμματισμό της Κεντρικής Τράπεζας μέσα στα πλαίσια των οδηγιών και κατευθύνσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής.  

Μεγάλης σημασίας έχει αποδειχθεί και ο νέος σημαντικός θεσμός των συσκέψεων του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με τους Διοικητές ή Προέδρους των εμπορικών τραπεζών, δυο φορές το χρόνο. Στις συναντήσεις αυτές συζητούνται σοβαρά θέματα που αφορούν την υφιστάμενη κατάσταση και τις προοπτικές του τραπεζικού τομέα, όπως είναι η κεφαλαιακή βάση και η κεφαλαιουχική επάρκεια, οι προβλέψεις και οι επισφάλειες, η εποπτεία και η ρύθμιση, οι επεκτάσεις στο εξωτερικό κ.ά.

Κατά το υπό ανασκόπηση έτος, ο Διοικητής μαζί με στελέχη της Τράπεζας και εμπειρογνώμονες από το εξωτερικό συμμετείχαν ενεργά στις συζητήσεις, αναλύσεις και αξιολογήσεις προνοιών του Σχεδίου Ανάν για επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Νέα έγγραφα και εκθέσεις ετοιμάσθηκαν και επιδόθηκαν από το Διοικητή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τις πρόνοιες του αναθεωρημένου Σχεδίου Ανάν, ιδιαίτερα προ του δημοψηφίσματος της 24ης Απριλίου, οι οποίες αφορούσαν είτε την Κεντρική Τράπεζα είτε την κυπριακή οικονομία ως σύνολο. 

Παρόλη την πολυδιάστατη και πολυποίκιλη μορφή των λειτουργιών της, πρωταρχική αποστολή της Κεντρικής Τράπεζας παραμένει η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών εντός του πλαισίου της γενικής πολιτικής του Κράτους. Η επίτευξη του εν λόγω στόχου προϋποθέτει συνεχή, ολοκληρωμένη γνώση των οικονομικών δεδομένων, έγκαιρη διάγνωση των οικονομικών εξελίξεων και ορθή πολιτική εκ μέρους της νομισματικής αρχής. Δεν επαναπαυόμαστε απολαμβάνοντας τις δάφνες της ένταξης στην ΕΕ. Έχουμε πλήρη συνείδηση της ανάγκης να εξακολουθήσουμε να ανταποκρινόμαστε με επάρκεια στις σοβαρές προκλήσεις και τις μεγάλες υποχρεώσεις του πλήρους μέλους της ΕΕ, οι οποίες τώρα έχουν επαυξηθεί με την ένταξή μας στο ΜΣΙ 2 και την προκύπτουσα επιτακτική υπαγόρευση να θητεύσουμε με επιτυχία σ’ αυτόν και, ικανοποιώντας έγκαιρα τα σχετικά κριτήρια, να προχωρήσουμε στην υιοθέτηση του ευρώ. Οι εν λόγω στόχοι μπορούν να επιτευχθούν με αυξημένο συντονισμό και πλήρη συνεργασία μεταξύ όλων των αρμόδιων φορέων και σταθερή εμμονή στην προδιαγραφείσα πολιτική. 

Επιθυμώ, εν προκειμένω, να υπογραμμίσω ότι πρέπει να κατανοηθεί από όλους ότι η κυπριακή οικονομία διέρχεται μια ευαίσθητη, λεπτή και περίπλοκη φάση αναδιαμόρφωσης και πλήρους προσαρμογής προς τα δεδομένα του Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών II και της Ζώνης του Ευρώ. Και, όπως έχω και πρόσφατα επανειλημμένα δηλώσει, στο σημείο που έχουμε πλέον φτάσει, της προωθημένης Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δεν χωρεί και δεν νοείται ούτε επιστροφή ούτε και επιβράδυνση.

Εν πάση περιπτώσει, εκτιμώντας αντικειμενικά τα υφιστάμενα δεδομένα και τις διαγραφόμενες προοπτικές, τρέφω την πεποίθηση ότι δικαιολογείται συγκρατημένη αισιοδοξία για την πορεία της κυπριακής οικονομίας για φέτος και για το προσεχές μέλλον, καθ’ όσον αφορά το ρυθμό μεγέθυνσής της και άλλα βασικά μακροοικονομικά της μεγέθη. Υπογραμμίζω, όμως, ότι αυτές οι προβλέψεις εδράζονται στην ύπαρξη και τήρηση κάποιων σημαντικών προϋποθέσεων, όπως είναι η σταθερή στάση και αποφασιστική πολιτική στα θέματα της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η επίτευξη μείζονος συνεργασίας, συναντίληψης και κατανόησης από μέρους όλων των παραγωγικών τάξεων και η αποφυγή εμπλοκής ή πρόταξης περιστασιακών σκοπιμοτήτων και υπερβολών στα ευαίσθητα θέματα της οικονομίας, ιδιαίτερα στην κρίσιμη περίοδο που διανύουμε.

Επισημαίνω τούτο ιδιαίτερα, δεδομένου ότι εισερχόμαστε σε λίγους μήνες σε προεκλογική περίοδο λόγω των επικείμενων βουλευτικών εκλογών. Θα πρέπει να γίνει συνείδηση από όλους μας ότι την ίδια περίοδο θα δώσουμε ως χώρα τις πιο δύσκολες και απαιτητικές εξετάσεις για να κριθούμε, ονομαστικά και πραγματικά, αν πληρούμε τις δημοσιονομικές και τις γενικότερες οικονομικές προϋποθέσεις για ένταξη στη ζώνη του Ευρώ. Προϋποθέσεις και κριτήρια που δεν επιτρέπουν δημοσιονομική χαλάρωση, άκρατη απλοχεριά και οικονομική πλειοδοσία.

Σημαντικό προαπαιτούμενο θεωρώ, επίσης, την επείγουσα ανάγκη επεξεργασίας και προώθησης ενός νέου, αναθεωρημένου αναπτυξιακού μοντέλου, το οποίο να δίνει διέξοδο στο προ πολλού υφιστάμενο αναπτυξιακό μας αδιέξοδο. Ενός μοντέλου που να καθορίζει νέες προτεραιότητες, οι οποίες να στοχεύουν στην πιο ορθολογική αξιοποίηση των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων και να συναρτούνται στενά με την αποτίμηση των αλλαγών, που έχουν επέλθει τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό, στις μεθόδους και στις διαδικασίες αλλά και κυρίως στην ποιοτική αναβάθμιση της προσφοράς και της ζήτησης, ιδιαίτερα στον ζωτικής σημασίας για την Κύπρο και διαρκώς μεταβαλλόμενο τομέα των Υπηρεσιών. Η προσέγγιση αυτή της αναπτυξιακής ανανέωσης πρέπει να εντάσσεται στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου σχεδίου δράσης, κύριοι άξονες και βασικές αιχμές του οποίου επιβάλλεται να είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός της παραγωγικής διαδικασίας και ο δραστικός περιορισμός των μη αναπτυξιακών δημόσιων δαπανών, ιδιαίτερα εκείνων που αφορούν το κρατικό μισθολόγιο. Επείγει η ανάγκη για διενέργεια διαρθρωτικών τομών και αναδιατάξεων που να θέτουν σταθερές βάσεις και στέρεα θεμέλια για την οικονομία του μέλλοντος.

Εν κατακλείδι, επιθυμώ να εκφράσω θερμές ευχαριστίες στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής για την πολύτιμη συμβολή και βοήθειά τους, καθώς και σε όλο το προσωπικό για την αφοσίωση, την εργατικότητα και τη στήριξη των προσπαθειών μας για την πραγμάτωση των στόχων και την επίτευξη των σκοπών και επιδιώξεων της Κεντρικής Τράπεζας. Θερμές ευχαριστίες απευθύνονται στον κ. Κωνσταντίνο Δάμτσα, ο οποίος αποχώρησε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας μετά από μακρά και ευδόκιμη υπηρεσία σ’ αυτό. Τέλος, επιθυμώ να εκφράσω για μια ακόμη φορά τα ειλικρινή συλλυπητήρια όλων μας προς την οικογένεια του αποβιώσαντος Αντώνη Μαλαού, ο οποίος υπηρέτησε με ανιδιοτέλεια, ζήλο και ευσυνειδησία ως μέλος τόσο του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας όσο και της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής.