Η Διαχειριστική Επιτροπή του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών για Εκδότες Ακάλυπτων Επιταγών ανακοινώνει ότι, από την έναρξη της λειτουργίας του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών, την 1η Φεβρουαρίου, 2003, μέχρι τη Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου, 2003, καταχωρήθηκαν και παραμένουν στο Αρχείο, συνολικά 5.814 επιταγές, αξίας περίπου £3.440.000. Ο αριθμός των προσώπων που έχουν καταχωρηθεί και παραμένουν στο Αρχείο ανέρχεται σε 1.896, εκ των οποίων 1.464 φυσικά και 432 νομικά πρόσωπα.
Διευκρινίζεται ότι το Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών αποτελείται από δύο καταλόγους, τον προκαταρκτικό κατάλογο και το κυρίως Αρχείο. Στον προκαταρκτικό κατάλογο καταχωρούνται όλες οι ακάλυπτες επιταγές που παρουσιάζονται στις Τράπεζες και τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα. Δηλαδή όλες οι επιταγές που στην τελευταία τους παρουσίαση, και αφού έχουν παρέλθει 15 μέρες από την πρώτη παρουσίαση, παραμένουν απλήρωτες λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν εκδώσει ακάλυπτες επιταγές και έχουν καταχωρηθεί στον προκαταρκτικό κατάλογο, μεταφέρονται αυτόματα στο κυρίως Αρχείο, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις καταχώρησης που προβλέπονται στις σχετικές Οδηγίες, δηλαδή αν έχουν εκδώσει τρεις ή περισσότερες ακάλυπτες επιταγές ανεξαρτήτως ποσού ή αν έχουν εκδώσει ακάλυπτη επιταγή ή ακάλυπτες επιταγές για συνολικό ποσό πέραν των £1.000.
Από τα 1.896 πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω, 631 έχουν μεταφερθεί στο κυρίως Αρχείο και έχουν υποστεί τις συνέπειες που προβλέπουν οι Οδηγίες, δηλαδή έχουν παγοποιηθεί όλοι οι τρεχούμενοι λογαριασμοί που τα πρόσωπα αυτά τηρούν σε οποιαδήποτε τράπεζα ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, ενώ άλλα 1.054 πρόσωπα παραμένουν στον προκαταρκτικό κατάλογο. Από το συνολικό αριθμό των προσώπων που έχουν καταχωρηθεί στο κυρίως Αρχείο, 480 είναι φυσικά πρόσωπα και 151 νομικά. Επιπλέον έχουν καταχωρηθεί στο κυρίως Αρχείο 211 πρόσωπα τα οποία κρίθηκε ότι είναι σε θέση να ασκούν έλεγχο στους λογαριασμούς των 151 νομικών προσώπων που έχουν καταχωρηθεί.
Οπωσδήποτε, μέσα από τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να εξαχθούν ακόμα οποιαδήποτε συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα του Αρχείου για το λόγο ότι δεν υπάρχουν παρόμοια συγκριτικά στοιχεία για την περίοδο πριν την εφαρμογή του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών.
Κάποια χρήσιμα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν όμως μέσα από τα στοιχεία που υποβάλλουν κατά μήνα οι τράπεζες αναφορικά με το σύνολο των επιταγών που επιστρέφονται πέραν της μιας φοράς (και οι οποίες δεν είναι κατ’ ανάγκη ακάλυπτες). Η χρησιμότητα των στοιχείων αυτών έγκειται στο ότι μπορούν να γίνουν συγκρίσεις με ταυτόσημα στοιχεία για την αντίστοιχη περίοδο πριν την εισαγωγή του ΚΑΠ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, όπως φαίνεται στους Πίνακες 1 και 2, κατά την περίοδο Φεβρουαρίου – Ιουλίου, 2003, είχαν επιστραφεί για περισσότερες από μία φορές από τις τράπεζες και τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, 28.950 επιταγές συνολικής αξίας £23,6 εκ. Κατά την αντίστοιχη περίοδο του 2002 είχαν επιστραφεί 61.332 επιταγές συνολικής αξίας £46,3 εκ. Δηλαδή παρατηρείται μια μείωση της τάξης του 52,8% στον αριθμό των επιταγών και του 50% στην αξία των επιταγών. Όπως φαίνεται στους πίνακες, η κατά μήνα μείωση, τόσο στον αριθμό των επιταγών που επιστρέφονται όσο και στην αξία, παραμένει σε ψηλά ποσοστά για όλη την περίοδο. Αυτό αναμένεται να συνεχίσει, καταδεικνύοντας την πολύ θετική συμβολή της λειτουργίας του ΚΑΠ στην αντιμετώπιση του προβλήματος των ακάλυπτων επιταγών.