Η Διαχειριστική Επιτροπή του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών για Εκδότες Ακάλυπτων Επιταγών ανακοινώνει ότι, από την έναρξη της λειτουργίας του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών, την 1η Φεβρουαρίου, 2003, μέχρι την Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου, 2003, καταχωρήθηκαν και παραμένουν στο Αρχείο συνολικά 9.007 επιταγές, αξίας περίπου £4,7 εκ. Ο αριθμός των προσώπων που έχουν καταχωρηθεί και παραμένουν στο Αρχείο ανέρχεται σε 2.637, εκ των οποίων 2.035 φυσικά και 602 νομικά πρόσωπα.
Διευκρινίζεται ότι το Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών αποτελείται από δύο καταλόγους, τον προκαταρκτικό κατάλογο και το κυρίως Αρχείο. Στον προκαταρκτικό κατάλογο καταχωρούνται όλες οι ακάλυπτες επιταγές που παρουσιάζονται στις Τράπεζες και τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα. Δηλαδή όλες οι επιταγές που στην τελευταία τους παρουσίαση, και αφού έχουν παρέλθει 15 μέρες από την πρώτη παρουσίαση, παραμένουν απλήρωτες λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν εκδώσει ακάλυπτες επιταγές και έχουν καταχωρηθεί στον προκαταρκτικό κατάλογο, μεταφέρονται αυτόματα στο κυρίως Αρχείο, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις καταχώρησης που προβλέπονται στις σχετικές Οδηγίες, δηλαδή αν έχουν εκδώσει τρεις ή περισσότερες ακάλυπτες επιταγές ανεξαρτήτως ποσού ή αν έχουν εκδώσει ακάλυπτη επιταγή ή ακάλυπτες επιταγές για συνολικό ποσό πέραν των £1.000.
Από τα 2.637 πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω, 956 έχουν μεταφερθεί στο κυρίως Αρχείο και έχουν υποστεί τις συνέπειες που προβλέπουν οι Οδηγίες, δηλαδή έχουν παγοποιηθεί όλοι οι τρεχούμενοι λογαριασμοί που τα πρόσωπα αυτά τηρούν σε οποιαδήποτε τράπεζα ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, ενώ άλλα 1.681 πρόσωπα παραμένουν στον προκαταρκτικό κατάλογο. Από το συνολικό αριθμό των προσώπων που έχουν καταχωρηθεί στο κυρίως Αρχείο, 721 είναι φυσικά πρόσωπα και 235 νομικά. Επιπλέον έχουν καταχωρηθεί στο κυρίως Αρχείο 309 πρόσωπα τα οποία κρίθηκε ότι είναι σε θέση να ασκούν έλεγχο στους λογαριασμούς των 235 νομικών προσώπων που έχουν καταχωρηθεί.
Στον πιο κάτω πίνακα ο αριθμός των προσώπων και των επιταγών ως επίσης και η αξία των επιταγών που έχουν καταχωρηθεί κατά μήνα και παραμένουν στο Αρχείο ως επίσης και οι κατά μήνα καταχωρήσεις στο κυρίως Αρχείο.
|
|
Σύνολο προσώπων στο ΚΑΠ |
Σύνολο προσώπων στο κυρίως Αρχείο |
Συνολικός αριθμός καταχωρημένων επιταγών |
Αξία καταχωρημένων επιταγών |
|
|
||||
|
|
||||
|
|
||||
|
|
||||
|
|
||||
|
|
|
|
|
£ |
|
Φεβρουάριος |
90 |
11 |
121 |
149,554 |
|
Μάρτιος |
312 |
67 |
580 |
254,586 |
|
Απρίλιος |
270 |
107 |
812 |
383,707 |
|
Μάιος |
349 |
133 |
1,270 |
549,347 |
|
Ιούνιος |
215 |
77 |
772 |
311,421 |
|
Ιούλιος |
228 |
89 |
917 |
556,420 |
|
Αύγουστος |
241 |
85 |
874 |
567,246 |
|
Σεπτέμβριος |
209 |
82 |
749 |
492,980 |
|
Οκτώβριος |
231 |
99 |
911 |
481,543 |
|
Νοέμβριος |
246 |
104 |
884 |
408,644 |
|
Δεκέμβριος |
246 |
102 |
1,117 |
585,706 |
|
Σύνολο |
2,637 |
956 |
9,007 |
4,741,154 |
Μέσα από τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να εξαχθούν ακόμα ασφαλή συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα του Αρχείου, για το λόγο ότι δεν υπάρχουν παρόμοια συγκριτικά στοιχεία για την περίοδο πριν την εφαρμογή του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών. Αυτό που μπορεί να παρατηρηθεί, είναι ότι μετά τους πρώτους τρεις μήνες πλήρους λειτουργίας του Αρχείου (Μάρτιο – Μάιο) ο αριθμός των προσώπων που καταχωρούνται κατά μήνα διατηρείται σταθερά κάτω από 250.
Κάποια πιο χρήσιμα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν μέσα από τα στοιχεία που υποβάλλουν κατά μήνα οι τράπεζες αναφορικά με το σύνολο των επιταγών που επιστρέφονται πέραν της μιας φοράς (και οι οποίες δεν είναι κατ’ ανάγκη ακάλυπτες). Η χρησιμότητα των στοιχείων αυτών έγκειται στο ότι μπορούν να γίνουν συγκρίσεις με ταυτόσημα στοιχεία για την αντίστοιχη περίοδο πριν την εισαγωγή του ΚΑΠ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, κατά την περίοδο Φεβρουαρίου – Νοεμβρίου, 2003, είχαν επιστραφεί για περισσότερες από μία φορές από τις τράπεζες και τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα 51.744 επιταγές, συνολικής αξίας £40,4 εκ. Κατά την αντίστοιχη περίοδο του 2002 είχαν επιστραφεί 102.006 επιταγές συνολικής αξίας £78,3 εκ. Δηλαδή συνεχίζει να παρατηρείται μια μείωση της τάξης του 49,3% στον αριθμό των επιταγών και του 48,5% στην αξία των επιταγών, γεγονός που αποδίδεται στη λειτουργία του Αρχείου, καταδεικνύοντας την πολύ θετική συμβολή του στην αντιμετώπιση του προβλήματος των ακάλυπτων επιταγών.