Εκτύπωση

Ομιλία του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, κ. Χριστόδουλου Πατσαλίδη, στη συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2025


 

Λευκωσία, 2 Δεκεμβρίου 2024

 

Εισαγωγή

Κυρία Πρόεδρε της Επιτροπής, κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Σας ευχαριστώ θερμά για την ευκαιρία να βρίσκομαι εδώ μαζί σας για να καταθέσω τις απόψεις μου σχετικά με τον Προϋπολογισμό του Κράτους για το έτος 2025.

Βιώνουμε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών προκλήσεων, όπως ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, αλλά και η σύγκρουση στην Γάζα και τον Λίβανο, που έχουν άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία του τόπου. Αυτές οι εξωγενείς συγκυρίες έχουν επιπτώσεις σημαντικές στις παγκόσμιες αγορές, στις τιμές της ενέργειας, καθώς και στην ψυχολογία και τις αποφάσεις των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Πέραν τούτων, νεοφανείς και αναδυόμενοι κίνδυνοι όπως αυτός του γεωπολιτικού προστατευτισμού, της κλιματικής αλλαγής και του κυβερνοχώρου, δημιουργούν ένα αβέβαιο και ασταθές οικονομικό περιβάλλον. Η Κύπρος ως μικρή και ανοιχτή οικονομία βρίσκεται εκτεθειμένη στους κινδύνους αυτούς.

Θεωρούμε θετικό το γεγονός ότι οι σχεδιασμοί και οι προϋπολογισμοί που συζητούμε σήμερα διαθέτουν την απαραίτητη σύνεση και προετοιμάζουν για την αντιμετώπιση τέτοιων ενδεχόμενων προκλήσεων. Η δε υγιής ανάπτυξη της Κυπριακής οικονομίας και η διεύρυνση των παραγωγικών τομέων αποτελούν σημαντικό δίκτυ προστασίας για την απορρόφηση των όποιων κραδασμών.

 

Εγχώριες μακροοικονομικές εξελίξεις

Η πρόσφατη διπλή αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου από τον οίκο αξιολόγησης Moody's σε Α3 από Baa2, αποτελεί σημαντική ψήφο εμπιστοσύνης στην κυπριακή οικονομία. Η αναβάθμιση αποδίδεται στη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και στη μείωση του δημόσιου χρέους.

Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ)       

Η Κυπριακή οικονομία εξακολουθεί να καταγράφει σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, παρά τη διεθνή οικονομική αβεβαιότητα που αναπόφευκτα δημιουργείται από τις γεωπολιτικές αναταραχές, ειδικότερα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Συγκεκριμένα, το πρώτο εξάμηνο του έτους καταγράφηκε αύξηση του ΑΕΠ κατά 3,7%, σε σχέση με 2,8% το αντίστοιχο εξάμηνο του 2023, κάτι που επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη ανθεκτικότητα της Κυπριακής οικονομίας, εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων, αλλά και εν μέσω μιας περιόδου υψηλών επιτοκίων. Η διεύρυνση των  τομέων οικονομικής δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια, επέτρεψε στην Κύπρο να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις επιπτώσεις της πανδημίας, της επιβολής κυρώσεων κατά της Ρωσίας, και της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με τις ενδιάμεσες προβλέψεις Σεπτεμβρίου 2024 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ για το 2024 αναμένεται να ανέλθει στο 3,5%, σε σχέση με 2,5% το 2023. Αυτός ο ρυθμός είναι ο δεύτερος υψηλότερος από τις χώρες της ευρωζώνης μετά τη Μάλτα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Ευρωσυστήματος Σεπτεμβρίου 2024, και πολύ υψηλότερος από τον μέσο όρο ανάπτυξης 0,8% που αναμένεται στην ζώνη του ευρώ για το 2024. Τα έτη 2025 και 2026 αναμένεται άνοδος του ΑΕΠ κατά 3,1% και 3,2%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με 1,3% το 2025 και 1,5% το 2026 που αναμένεται στην ευρωζώνη.

Αγορά Εργασίας

Η αγορά εργασίας συνεχίζει να επιδεικνύει ανθεκτικότητα με την ανεργία να μειώνεται περισσότερο από ότι αρχικά αναμενόταν. Συγκεκριμένα το ποσοστό ανεργίας ανήλθε στο 5,2%, το πρώτο εξάμηνο  του 2024, αντανακλώντας τον υψηλότερο από τον αναμενόμενο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Η ανεργία αναμένεται να μειωθεί στο 5,1% του εργατικού δυναμικού το 2024,  στο 4,9% το 2025 και στο 4,7% το 2026, φθάνοντας σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης. Για σκοπούς σύγκρισης, να αναφέρω ότι η ανεργία στην ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα σταθεροποιηθεί στο 6,5% για τον ορίζοντα προβλέψεων 2024-2026.

Εγχώριος Πληθωρισμός

Ο εγχώριος πληθωρισμός (με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή) κατά το πρώτο δεκάμηνο του 2024 μειώθηκε στο 2,2% από 4,3% την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, ενώ τον Οκτώβριο ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 1,6% δηλαδή κάτω από τον μεσοπρόθεσμο στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας του 2%. Σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία, ο πληθωρισμός αναμένεται να ανέλθει στο 2,4% τον Νοέμβριο του 2024, κυρίως λόγω επίδρασης βάσης από τις πολύ χαμηλές τιμές ενέργειας τον αντίστοιχο περσυνό μήνα, εξ αιτίας κυβερνητικών αντισταθμιστικών μέτρων.

Αντίστοιχα, στη ζώνη του ευρώ, ο πληθωρισμός κατά το πρώτο δεκάμηνο του 2024 μειώθηκε στο 2,4% από 6,0% την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, ενώ τον Οκτώβριο ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,0%. Σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία, ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να ανέλθει στο 2,3% τον Νοέμβριο του 2024, επίσης λόγω επίδρασης βάσης στις τιμές της ενέργειας.

Κυριότερο ρόλο στη σημαντική επιβράδυνση του πληθωρισμού κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2024, διαδραμάτισε η επίδραση της περιοριστικής ενιαίας νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τις χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ η οποία συνεχίζει να επιδρά, με χρονική υστέρηση, κατασταλτικά στον πληθωρισμό σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στις τιμές των βιομηχανικών προϊόντων εξαιρουμένης της ενέργειας και τα κρατικά μέτρα ανακούφισης. Αντίθετα, οι εγχώριες τιμές των υπηρεσιών, συνέχισαν να δημιουργούν πληθωριστικές πιέσεις όπως συμβαίνει και στη ζώνη του ευρώ.

Με βάση τις πιο πάνω εξελίξεις, οι πιο πρόσφατες προβλέψεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δείχνουν ότι ο εγχώριος πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει στο 2,2% το 2024 από 3,9% το 2023, ενώ αναμένεται να επιβραδυνθεί περαιτέρω στο 1,9% για τα έτη 2025 και 2026.  Στην ζώνη του ευρώ, ο πληθωρισμός αναμένεται στο 2,5% το 2024 και στο 2,2% και 1,9% το 2025 και 2026 αντίστοιχα.

 

Δημοσιονομικές εξελίξεις – Προϋπολογισμός 2025 και Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2025-2027

Τα δημόσια οικονομικά συνεχίζουν να καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις, κάτι που αντανακλάται και στον δείκτη δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ.

Το 2023 καταγράφηκε δημοσιονομικό πλεόνασμα 2,0% του ΑΕΠ σε σύγκριση με πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ το 2022. Για τους πρώτους εννέα μήνες του 2024, το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης έφτασε στο 4,2% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με πλεόνασμα 2,2% την αντίστοιχη περσινή περίοδο, αντικατοπτρίζοντας τη σημαντική αύξηση σε όλες τις κύριες κατηγορίες εσόδων. Σε αυτή την περίοδο, τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν κατά 6,8% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης οικονομικής μεγέθυνσης και των εξελίξεων στην αγορά εργασίας.

Ο δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 73,6% στο τέλος του 2023, σημειώνοντας αξιοσημείωτη μείωση 40 ποσοστιαίων μονάδων τα τελευταία τρία έτη, κυρίως λόγω της ισχυρής ανάκαμψης της οικονομίας και εν μέρει λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού στο ονομαστικό ΑΕΠ. Στο τέλος Σεπτεμβρίου περιορίστηκε στο 69% του ΑΕΠ. Αναμένεται ότι ο εν λόγω δείκτης θα συνεχίσει την καθοδική του πορεία αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη και τις προβλέψεις για δημοσιονομικά πλεονάσματα τα επόμενα έτη.

Η οικονομική μεγέθυνση και οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις των τελευταίων ετών μαζί με τη βελτίωση των δεικτών ευρωστίας του τραπεζικού τομέα, έχουν οδηγήσει σε συνέχιση των αναβαθμίσεων της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας εντός του 2024. Η θετική αντίδραση των οίκων αξιολόγησης βασίζεται στη συνέχιση της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής.

Την ίδια στιγμή όμως δεν θα πρέπει να παραγνωρίζονται οι κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά, ιδιαίτερα σε ένα οικονομικό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων. Για τους πρώτους εννέα μήνες του 2024 παρατηρούνται σημαντικές αυξήσεις στις απολαβές προσωπικού και στις κοινωνικές παροχές. Οι πιέσεις για περαιτέρω αυξήσεις στις απολαβές προσωπικού και δαπάνες που σχετίζονται με το ΓεΣΥ αποτελούν σημαντικές πηγές κινδύνων για τα επόμενα έτη. Επιπλέον, τα δημοσιονομικά μέτρα προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ακρίβειας, θα πρέπει να είναι προσωρινά και να παραμείνουν στοχευμένα προς την ανακούφιση των ευάλωτων νοικοκυριών.

Σημαντική εξέλιξη εντός του 2024 αποτελεί η αναθεώρηση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αναθεωρημένο πλαίσιο εισάγει την έννοια του ‘μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου’ στο οποίο καθορίζεται ο συνδυασμός δημοσιονομικών δεσμεύσεων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων της χώρας για τα επόμενα τέσσερα έτη.

Η θέση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου είναι ότι οι επιλογές πολιτικής που θα υιοθετηθούν μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και του μεσοπρόθεσμου σχεδίου μπορούν και πρέπει να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και της κοινωνίας, με έργα που βοηθούν τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την πράσινη μετάβαση, και ενισχύουν τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, υγείας και εκπαίδευσης. Επιπλέον, η ενίσχυση της διακυβέρνησης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα στη βάση των βέλτιστων διεθνών πρακτικών μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη.

Κρίνουμε συνολικά ότι ο προϋπολογισμός για το έτος 2025 κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, δηλαδή ενισχύει τη δημοσιονομική πειθαρχία, προωθεί διαρθρωτικές αλλαγές, και στηρίζει τη σταθερότητα και την ανάπτυξη της οικονομίας. Επισημαίνουμε ότι η διαχείριση των ανελαστικών δαπανών χρήζει ιδιαίτερης προσοχής , ειδικότερα σε συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας όταν τα έσοδα του κράτους δύνανται να διαβρωθούν.

 

Εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα

Ερχόμενος τώρα στις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, να σημειώσω ότι οι αλλεπάλληλοι κλυδωνισμοί στο ευρύτερο μακροοικονομικό περιβάλλον τα τελευταία χρόνια δημιούργησαν ένα ευρύ φάσμα προκλήσεων, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψιν η γεωπολιτική μας θέση. Ωστόσο, τόσο ο ευρωπαϊκός όσο και ο κυπριακός τραπεζικός τομέας όχι μόνο αποδείχθηκαν ανθεκτικοί αλλά και ενίσχυσαν τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητάς τους.

Συνοπτικά, η κεφαλαιακή επάρκεια του κυπριακού τραπεζικού τομέα έχει φτάσει κατά τον Ιούνιο του 2024 στο 22,5% σε σύγκριση με 16,1% που είναι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, το Κυπριακό τραπεζικό σύστημα διατηρεί πλεονάζουσα ρευστότητα με τον σχετικό δείκτη κατά το πρώτο εξάμηνο του 2024 να φτάνει το 328%, ποσοστό πέραν του τριπλάσιου του εποπτικού απαιτούμενου (100%) και σχεδόν διπλάσιο του μέσου όρου στην Ευρώπη (163,2%).

Επιπρόσθετα, η κερδοφορία των τραπεζών παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη αύξηση, αφού κατά το πρώτο εξάμηνο του 2024, καταγράφηκαν κέρδη ύψους €0,6δις. με την απόδοση κεφαλαίων να φτάνει το 21,3% σε ετήσια βάση, πολύ πιο πάνω δηλαδή από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης που ήταν στο 10,9%. Μέσα στο αβέβαιο μακροοικονομικό περιβάλλον και με αυξανόμενο γεωπολιτικό κίνδυνο, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να μπορούν οι τράπεζές μας να ενδυναμώνουν την ανθεκτικότητά τους για να μπορούν να ανταποκρίνονται με επάρκεια στις τρέχουσες προκλήσεις. Σχετικά παραθέτω κάποιες από αυτές:

Πρώτον: Ψηφιοποίηση. Η ψηφιοποίηση εδώ και αρκετά χρόνια αποτελεί μονόδρομο για τις τράπεζες μέσα σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον δεδομένου και του αναδυόμενου ανταγωνισμού στον τομέα ηλεκτρονικών πληρωμών. Οι αλλαγές που θα επιφέρουν οι επενδύσεις στη τεχνολογία, μεταξύ άλλων, στοχεύουν στην άμεση και γρήγορη εξυπηρέτηση των πελατών τους. Παρότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα προόδου,  υπάρχει ακόμη σημαντικός δρόμος ως προς ολοκλήρωση των πλάνων ψηφιοποίησής τους.

Δεύτερον: Κυβερνοεπιθέσεις. Οι κίνδυνοι στον τομέα των πληροφοριών, επικοινωνίας και τεχνολογίας αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητάς μας. Οι προσπάθειες των τραπεζών για ψηφιοποίηση τις καθιστά πιο ευάλωτες σε κυβερνοεπιθέσεις. Επίσης, τα περιστατικά κυβερνοεπιθέσεων έχουν αυξηθεί δραματικά. Συνεπώς, η ενδυνάμωση της επιχειρησιακής τους ανθεκτικότητας και ιδιαίτερα η ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν περιστατικά κυβερνοεπιθέσεων χωρίς να επηρεάζεται η ομαλή επιχειρησιακή συνέχειά τους, αποτελεί άμεση ανάγκη για τις τράπεζες αλλά και εποπτική προτεραιότητα.

Τρίτον: Η διατήρηση της δυνατότητας χρηματοδότησης της οικονομίας παρά την αβεβαιότητα που επικρατεί. Ο νέος δανεισμός κατά το πρώτο εξάμηνο του 2024 έφτασε τα €3.449εκ., σε σύγκριση με €3.025εκ. την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Τα ποσά αυτά περιλαμβάνουν τόσο εγχώριο όσο και μη εγχώριο δανεισμό. Επιπρόσθετα, τα στεγαστικά δάνεια κατά την πρώτη εξαμηνία του 2024 ανήλθαν σε €510εκ., σε σύγκριση με €469εκ. την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

Τέταρτον: Κλιματική αλλαγή. Οι τράπεζες είναι σε θέση να συνεισφέρουν στην πράσινη μετάβαση ενώ οφείλουν να παρακολουθούν στενά τους σχετικούς κινδύνους. Τον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής τον έχουμε βιώσει όλοι μας τελευταίως με τις παρατεταμένες αυξημένες θερμοκρασίες. Και σε παγκόσμιο επίπεδο παρατηρούμε ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως πλημμύρες, πυρκαγιές, τυφώνες κλπ. Από πλευράς Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παραμένει ως εποπτική προτεραιότητα η διαχείριση του κλιματικού κινδύνου για τις σημαντικές τράπεζες. Εστιάζοντας στην Κύπρο, είναι γεγονός ότι έχουμε σημαντικό δρόμο να διανύσουμε, τόσο όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα αλλά και γενικότερα ως χώρα. Το ελπιδοφόρο μήνυμα όμως είναι ότι λόγω του μικρού μας μεγέθους και του σχετικά απλού χαρτοφυλακίου των τραπεζών, συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες, μπορούμε να προλάβουμε και να συμβαδίσουμε με τις εξελίξεις σε αυτόν τον τομέα. Εκείνο που απαιτείται είναι η συντονισμένη και συλλογική προσπάθεια από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς για την αντιμετώπιση τους κλιματικού κινδύνου. 

Στο σημείο αυτό θέλω να σταθώ σε κάτι που θεωρώ εξόχως σημαντικό και αφορά το θέμα της κερδοφορίας των τραπεζών.

Όπως έχω προαναφέρει, η επίτευξη ικανοποιητικής κερδοφορίας από μέρους των τραπεζών αποτελεί πυλώνα χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Αυτό όμως διόλου αφαιρεί από τις διοικήσεις των τραπεζών την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη την κοινωνική διάσταση των αποφάσεων τους. Κάτι τέτοιο είναι πλήρως συνυφασμένο και με την κατεύθυνση που δίνεται από τις ευρωπαϊκές αρχές σε θέματα που αφορούν ESG (environment, social, governance).

Συναφώς, αναμένω ότι οι τράπεζες θα υιοθετήσουν μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση όσον αφορά στις τιμολογήσεις τους, λαμβάνοντας υπόψη και την κοινωνική πτυχή του θέματος. Άλλωστε, τα τραπεζικά ιδρύματα που επενδύουν στις πελατειακές τους σχέσεις και τις ανάγκες του κοινού τους, βελτιώνουν το επίπεδο εμπιστοσύνης του κόσμου προς αυτά και προς τον τομέα και ενισχύουν τη θέση τους ευρύτερα, διατηρώντας παράλληλα την ανταγωνιστικότητά τους, και εντέλει ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προχώρησε σε συγκεκριμένες ενέργειες για την ενίσχυση της διαχείρισης του κινδύνου φήμης, αναγνωρίζοντας τη σημασία του για τη διατήρηση της σταθερότητας και της αξιοπιστίας του τραπεζικού συστήματος.

Συγκεκριμένα, έχουμε προχωρήσει σε τροποποίηση της Οδηγίας Εσωτερικής Διακυβέρνησης των Πιστωτικών Ιδρυμάτων, με την προσθήκη νέας διάταξης σε σχέση με τον κίνδυνο φήμης (παράγραφος 51A). Η τροποποίηση, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 29 Νοεμβρίου 2024, αποσκοπεί στην ενδυνάμωση των ρυθμίσεων για το συγκεκριμένο θέμα και στην παροχή σαφούς κατεύθυνσης προς τα πιστωτικά ιδρύματα σε ότι αφορά στην αναγνώριση του κινδύνου φήμης, στην κατάλληλη αξιολόγησή του σε συσχέτιση και με άλλους κινδύνους καθώς και στην εφαρμογή επαρκών στρατηγικών και μέτρων από τα ιδρύματα για τη διαχείρισή του. Τονίζεται η σημασία υιοθέτησης πολιτικών και τυποποιημένων διαδικασιών από τα ιδρύματα προς τον σκοπό αυτό.

Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου φρονεί ότι η παρακολούθηση, η αξιολόγηση και η κατάλληλη διαχείριση του κινδύνου φήμης από τα πιστωτικά ιδρύματα, προσμετρώντας το στοιχείο της κοινωνικής ευαισθησίας ή και οποιεσδήποτε ενδείξεις ευρύτερης κοινωνικής δυσαρέσκειας, έχουν ιδιαίτερη σημασία που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Η τιμολογιακή πολιτική των πιστωτικών ιδρυμάτων, έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης συζήτησης στη δημόσια σφαίρα και συνιστά ένα στοιχείο που ενδέχεται να επηρεάζει αρνητικά τη φήμη τους.

Προσδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στο θέμα αυτό αφού, γεγονότα, πολιτικές και πρακτικές που πλήττουν την εικόνα και καλή φήμη των πιστωτικών ιδρυμάτων, ενδέχεται να έχουν αρνητικές προεκτάσεις και να θέτουν σε κίνδυνο την ατομική τους εικόνα και οικονομική θέση αλλά και την ευρύτερη εικόνα του τραπεζικού συστήματος και τη χρηματοοικονομική σταθερότητα εν γένει.

Επιπλέον, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου άρχισε από τον Σεπτέμβριο του 2024 να δημοσιεύει σε μηνιαία βάση αναλυτικά στοιχεία μεσοσταθμικών επιτοκίων για διάφορα δανειστικά και καταθετικά προϊόντα ανά τράπεζα, για ενίσχυση της διαφάνειας και για διευκόλυνση της ενημέρωσης του κοινού, παρέχοντας άμεση πρόσβαση σε πληρέστερη πληροφόρηση.

Πέραν της ανάλυσης που έχω κάνει σχετικά με την κερδοφορία των τραπεζών, δεν πρέπει να ξεχνάμε και το βαρίδι των Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων που, αν και σημαντικά μειωμένο, κουβαλούν ακόμα οι τράπεζες από την κρίση του 2013 από το οποίο πρέπει να απαλλαχθούν. Είναι αξιοσημείωτη η μείωση που έχει επιτευχθεί στις Μη Εξυπηρετούμενες Χορηγήσεις μέχρι σήμερα καθώς το ποσοστό έχει φτάσει τον Ιούνη του 2024 στο 6,9% από 7,9% που ήταν τον Δεκέμβριο του 2023. Αυτό άλλωστε οδήγησε και στην καλύτερη πρόσβασή των τραπεζών στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων αλλά και στην αύξηση της ελκυστικότητάς τους.

Το ποσοστό όμως αυτό, παραμένει ψηλό σε σύγκριση με τον Ευρωπαϊκό μέσο δείκτη (1,9%), με σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κυπριακών τραπεζών. Και ασφαλώς, ο κίνδυνος για νέες αθετήσεις δεν είναι ποτέ ανύπαρκτος, ιδιαίτερα σε περιβάλλον αυξημένων προκλήσεων. Συνεπώς, από εποπτικής πλευράς, είναι υψίστης σημασίας η σωστή διαχείριση και στενή παρακολούθηση των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών για την έγκαιρη αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων και την παροχή βιώσιμων αναδιαρθρώσεων, όπου αυτό είναι εφικτό.

Προς τούτο, σημαντικές είναι οι αλλαγές στο πλαίσιο εκποιήσεων, οι οποίες  έχουν ψηφιστεί το 2023. Οι τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις ενισχύουν τη διαφάνεια, προωθώντας την εξεύρεση λύσης μεταξύ των δυο μερών, πριν την ενεργοποίηση των πιο ακραίων επιλογών, όπως αυτή της εκποίησης, ενώ παραχωρούν πρόσθετα δικαιώματα σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Σύμφωνα όμως με στοιχεία που συλλέγονται από τράπεζες και Εταιρείες Εξαγοράς Πιστώσεων, δεν φαίνεται να έχουν τύχει ευρείας χρήσης οι νέες πρόνοιες του νόμου.

Εν κατακλείδι, ο τραπεζικός τομέας βρίσκεται σε μια ικανοποιητική κατάσταση, μετά από πολλά δύσκολα χρόνια. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού αλλά ούτε και αποφάσεων οι οποίες ενδέχεται να πλήξουν την αξιοπιστία του τραπεζικού τομέα και γενικότερα τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.

 

Ιδρύματα Ηλεκτρονικού Χρήματος και Ιδρύματα Πληρωμών

Στο σημείο αυτό θα ήθελα εν συντομία να αναφερθώ στον τομέα των Ιδρυμάτων Ηλεκτρονικού Χρήματος και των Ιδρυμάτων Πληρωμών. Πρόκειται για ένα αναπτυσσόμενο τομέα ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της ψηφιακής τεχνολογίας, με τον αριθμό των αδειοδοτημένων ιδρυμάτων στην Κύπρο να έχει διπλασιαστεί κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, φτάνοντας αυτή τη στιγμή τα 37, ενώ το ενδιαφέρον για νέες αδειοδοτήσεις παραμένει αυξημένο.

H Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, λαμβάνοντας υπόψη τη ραγδαία ανάπτυξη του τομέα, τον Οκτώβριο του 2024, σε συνεργασία με εξωτερικούς συμβούλους αξιολόγησε τον τομέα  αυτό με στόχο τη διαμόρφωση κατάλληλης στρατηγικής ούτως ώστε να πορευόμαστε στοχευμένα και μεθοδικά και να διασφαλίζουμε αποτελεσματική και δυναμική εποπτεία.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η υγιής ανάπτυξη του τομέα συμβάλει στην ενίσχυση του ανταγωνισμού αναφορικά με τις πληρωμές, προς όφελος του πολίτη.

 

Νομισματική πολιτική ΕΚΤ και τα επιτόκια στην Κύπρο

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά τη συνεδρίαση του Οκτωβρίου  μείωσε τα βασικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά 25 μονάδες βάσης. Η απόφαση βασίστηκε στην επικαιροποιημένη αξιολόγηση για τις προοπτικές του πληθωρισμού, τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και την ένταση μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.

Τα πρόσφατα στοιχεία του πληθωρισμού, επιβεβαιώνουν ότι η διαδικασία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού εξελίσσεται ομαλά, και αναμένεται να φτάσει στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% εντός του 2025. Τα επιτόκια πολιτικής θα παραμείνουν σε επαρκές περιοριστικό επίπεδο για όσο διάστημα χρειαστεί για την επίτευξη αυτού του στόχου. Οι αποφάσεις θα συνεχίσουν να βασίζονται στα εισερχόμενα οικονομικά δεδομένα ανά συνεδρίαση, χωρίς καμία δέσμευση για προκαθορισμένη πορεία των επιτοκίων.

Σε σχέση με την πορεία των δανειστικών επιτοκίων στην Κύπρο, και σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία (Σεπτέμβριος 2024),[1] συνεχίζεται η καθοδική τάση στις πλείστες κατηγορίες δανείων, ιδιαίτερα προς τις επιχειρήσεις. Το  μέσο επιτόκιο για νέα δάνεια προς τις επιχειρήσεις ανήλθε στο 5,32% τον Σεπτέμβριο του 2024, σε σχέση με το μέγιστο του 6,06% (Οκτώβριος 2023). Οι προαναφερθείσες μειώσεις συνάδουν με την καθοδική πορεία του Euribor το οποίο αντικατοπτρίζει την μείωση των βασικών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας το 2024.

Όσον αφορά τα επιτόκια για νέα δάνεια προς νοικοκυριά, το μέσο επιτόκιο για νέα στεγαστικά δάνεια προς νοικοκυριά  διαμορφώθηκε στο 4,53% τον Σεπτέμβριο του 2024, σημειώνοντας μείωση 0,66%. από το υψηλό του 5,19% τον Ιανουάριο του 2024.

Τα μέσα καταθετικά επιτόκια προθεσμίας έως 1 έτους προς νοικοκυριά σημειώνουν μειώσεις από τον Απρίλιο του 2024, μετά την ανοδική πορεία που σημείωσαν κυρίως κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2023. Το εγχώριο μέσο επιτόκιο νέων καταθέσεων για νοικοκυριά διαμορφώθηκε στο 1,98% τον Σεπτέμβριο του 2024 σε σχέση με 2,24% τον Μάρτιο. Τα επιτόκια καταθέσεων προς επιχειρήσεις παραμένουν πιο σταθερά και ανήλθαν στο 2,14%  τον Σεπτέμβριο, κοντά στο μέσο όρο του έτους.

Είναι γνωστό ότι τα επιτόκια με τα οποία τα πιστωτικά ιδρύματα δανείζουν τους πελάτες τους ή δέχονται καταθέσεις από αυτούς, επηρεάζονται από τις αποφάσεις που αφορούν στα βασικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ωστόσο ο ρυθμός προσαρμογής των επιτοκίων στην Κύπρο, είναι βραδύτερος από τον μέσο όρο στην Ευρωζώνη. Αυτό οφείλεται σε αριθμό παραγόντων όπως το μέγεθος της οικονομίας και το ύψος της ρευστότητας. Το μικρό μέγεθος της οικονομίας συμβάλει στην προσαρμογή των επιτοκίων με πιο αργούς ρυθμούς από ότι σε μεγαλύτερες οικονομίες. Ο ρυθμός προσαρμογής επιβραδύνεται περαιτέρω από την ιδιαίτερα πλεονασματική ρευστότητα του κυπριακού τραπεζικού τομέα - ο λόγος δανείων προς καταθέσεις βρίσκεται στο 49.3% σε σύγκριση με 106,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Χρηματοοικονομικός αλφαβητισμός

Η ενίσχυση του χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού στη χώρα μας συνεχίζει να αποτελεί σημαντική αναγκαιότητα αφού συμβάλλει στην καλύτερη διαχείριση των δανειακών υποχρεώσεων και της χρηματοοικονομικής περιουσίας. Η Κυπριακή Επιτροπή Χρηματοοικονομικού Αλφαβητισμού και Παιδείας (ΚΕΧΑΠ) που δημιουργήθηκε για να αναλάβει την υλοποίηση της Εθνικής Στρατηγικής αποτελεί σημαντικό ορόσημο για την Κύπρο. Από τις 17 Ιουνίου 2024, η ΚΕΧΑΠ είναι πλήρως λειτουργική και έχουν ήδη συσταθεί τέσσερις Θεματικές Ομάδες Εργασίας που εστιάζουν στους βασικούς πυλώνες της Εθνικής Στρατηγικής: 1ο) την Αξιολόγηση και Αναθεώρηση της Εθνικής Στρατηγικής 2ο) την προώθηση της χρηματοοικονομικής παιδείας στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση, 3ο) την προώθηση δια Βίου Μάθησης σε ενήλικες και δ) την ενίσχυση του ψηφιακού χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού.

Οι Θεματικές Ομάδες έχουν ήδη ξεκινήσει τις εργασίες τους θέτοντας συγκεκριμένους στόχους και χρονοδιαγράμματα, τα οποία έχουν εγκριθεί κατά την τελευταία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΧΑΠ στις 22 Νοεμβρίου. 

 

Έκθεση Ντράγκι για ανταγωνιστικότητα ΕΕ

Πλησιάζοντας το τέλος της ομιλίας μου θα ήθελα να αναφερθώ και στις ευρύτερες οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα, θα ήθελα να αναφερθώ στην πρόσφατη έκθεση του πρώην Διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πρώην Πρωθυπουργού της Ιταλίας, κ. Μάριο Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα, η οποία προσφέρει πολύτιμες προτάσεις μέσω διαρθρωτικών αλλαγών για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης στις χώρες της Ευρώπης.

Η έκθεση Ντράγκι είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επισημαίνει τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα της ανταγωνιστικότητας. Η ψηφιοποίηση, η απανθρακοποίηση - με στόχο την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050 - και η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας αποτελούν βασικές προτεραιότητες για το μέλλον της Ένωσης. Όπως υπογραμμίζει ο κ. Ντράγκι, για την επίτευξη αυτών των συμφωνημένων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης στόχων και τη σύγκλιση της παραγωγικότητας με άλλες ανταγωνιστικές οικονομίες, απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις ύψους περίπου 5% του ΑΕΠ της Ευρώπης, δηλαδή συνολικές επενδύσεις της τάξης των 750 έως 800 δισ. ευρώ ετησίως (ώστε το επενδυτικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να φτάσει στο 27% του ΑΕΠ). Αυτές οι επενδύσεις είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση βιώσιμης ανάπτυξης και στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.

Από τη δική μας πλευρά, συμφωνούμε με τη γενική κατεύθυνση της έκθεσης και πιστεύουμε ότι αυτές οι επενδύσεις θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών, περιλαμβανομένης της Κύπρου, συμβάλλοντας στη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο και τεχνολογικά προηγμένο οικονομικό μοντέλο.

Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι αυτές οι επενδύσεις θα συνοδεύονται από κατάλληλες πολιτικές που θα ενισχύσουν την οικονομική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή, επιτρέποντας στην Ευρώπη να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις και να διατηρήσει τη θέση της ως παγκόσμια οικονομική και στρατηγική δύναμη.

 

Καταληκτικά σχόλια

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι προϋπολογισμοί που παρουσιάζονται για το επόμενο έτος χαρακτηρίζονται από δημοσιονομική πειθαρχία και θέτουν γερές βάσεις για τη συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης. Παρά τις παγκόσμιες προκλήσεις, έχουμε καταφέρει να διατηρήσουμε μια σταθερή πορεία, διασφαλίζοντας ότι οι βασικές κοινωνικές και οικονομικές προτεραιότητες εξυπηρετούνται. Και αυτό πρέπει να συνεχιστεί πάση θυσία. Σε περιόδους οικονομικής ευημερίας, όπως η τρέχουσα, είναι απαραίτητο να δημιουργούμε αποθεματικά μαξιλάρια σε όλους τους τομείς της οικονομίας, εξασφαλίζοντας έτσι την ανθεκτικότητά μας απέναντι σε μελλοντικές δυσκολίες. Η προνοητική αυτή προσέγγιση μας επιτρέπει να διασφαλίζουμε πόρους για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε απρόβλεπτης κρίσης και να προστατεύουμε τη σταθερότητα του οικονομικού μας συστήματος.

Οι νεοφανείς κίνδυνοι, όπως του κυβερνοχώρου, της κλιματικής αλλαγής και του προστατευτισμού ή του κατακερματισμού της διεθνούς οικονομίας, δύνανται να επιφέρουν σημαντικούς κλυδωνισμούς. Από την άλλη, με την αξιοποίηση των ευκαιριών που προσφέρει η νέα τεχνολογική εποχή, τη στήριξη της καινοτομίας και την εφαρμογή περαιτέρω δομικών μεταρρυθμίσεων, μπορούμε να προσβλέπουμε σε ένα μέλλον με ενισχυμένη ανταγωνιστικότητα και βιώσιμη ανάπτυξη. Η συντονισμένη δράση μας για την ενδυνάμωση της οικονομίας θα δημιουργήσει ένα καλύτερο περιβάλλον για όλους τους πολίτες, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύσει τη θέση μας στο διεθνές οικονομικό σκηνικό.

 

[1] Τα στοιχεία για το δανεισμό αναφέρονται σε δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου και αρχικής περιόδου προσδιορισμού έως 1 έτους, που είναι η μεγαλύτερη κατηγορία δανείων στην Κύπρο.