Σύγχρονες Προκλήσεις στον Τραπεζικό Τομέα: Ανάλυση Πιστωτικού Κινδύνου σε Περιόδους Οικονομικής Αβεβαιότητας
4 Νοεμβρίου 2024, Λευκωσία
Αξιότιμε κύριε Τομασίδη,
Αξιότιμε κύριε Κωνσταντέλλο,
Αγαπητοί ομιλητές και προσκεκλημένοι,
Στα μέσα του περασμένου αιώνα, η οικονομία της Κίνας ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα. Χωρίς μοντέρνο σιδηροδρομικό δίκτυο και σύγχρονες υποδομές, χωρίς ρομπότ και βιομηχανικές μονάδες, χωρίς εργοστάσια και προσωπικό υψηλής κατάρτισης, ο κόσμος ήταν σχεδόν αποκλειστικά εξαρτώμενος από τον πρωτογενή τομέα και τους καρπούς της γης για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Καρποί, οι οποίοι αντιμετώπιζαν ένα κοινό, ιδιαίτερο εχθρό, κάτι που ίσως θα χαρακτηρίζαμε με τη φρασεολογία του σήμερα ως ασύμμετρη απειλή. Αυτός ο εχθρός δεν ήταν άλλος από τα σπουργίτια, τα οποία κατανάλωναν ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής, στερώντας από τους γεωργούς πολύτιμους πόρους. Με την κατάσταση να έχει φθάσει στο απροχώρητο, η λύση που δόθηκε ήταν αυτή της εξόντωσης. Εκατομμύρια σπουργίτια θανατώθηκαν από τις επίσημες αρχές αλλά και από τους γεωργούς, οι οποίοι επικρότησαν αυτό το μέτρο ως πανάκεια για τις μειωμένες συγκομιδές. Εν τέλει, αποδείχθηκε όμως ένα ολέθριο σφάλμα. Λίγο καιρό αργότερα, το σύνολο της γεωργικής παραγωγής θα κατέρρεε εν μία νυκτί συμπαρασύροντας την αγροτική κοινωνία της Κίνας σε ένα πρωτοφανή λιμό ο οποίος θα κόστιζε τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους.
Το πρόβλημα ήταν ότι τα σπουργίτια δεν τρέφονταν αποκλειστικά με τα σπαρτά των γεωργών. Τρέφονταν επίσης και με παρασιτικά έντομα, όπως οι ακρίδες, ο πληθυσμός των οποίων αυξήθηκε εκθετικά, σε μη ελεγχόμενα επίπεδα αφού οι φυσικοί τους ρυθμιστές είχαν αφανιστεί. Τα σμήνη των ακρίδων κατασπάραξαν τις καλλιέργειες, εκμηδενίζοντας την παραγωγή και οδηγώντας αναπόφευκτα τη τοπική κοινωνία στον όλεθρο και στην καταστροφή, αναγκάζοντας μάλιστα την κυβέρνηση μετά από λίγο καιρό να εισάξει σπουργίτια από το εξωτερικό για να αποκατασταθεί ο πληθυσμός τους.
Ίσως να διερωτάστε το σκοπό που σας παραθέτω σήμερα αυτά τα τραγικά γεγονότα του περασμένου αιώνα. Είναι ακριβώς για να καταδείξω τη βαρύνουσα σημασία που επιφέρει η μελλοντοστραφή στάθμιση των επιμέρους κινδύνων και η σημαντικότητα της ακριβούς και εμπεριστατωμένης ανάλυσης των παραμέτρων του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλείσαι να λάβεις δράση. Αυτό, ισχύει προφανώς όταν χαράζεις γεωργική πολιτική, αλλά ισχύει, επίσης, όταν λαμβάνεις αποφάσεις για χορήγηση μίας νέας δανειοδότησης ή όταν υπολογίζεις τις προβλέψεις για επισφαλή δάνεια. Πώς, λόγου χάρη, θα επηρεαστεί η κερδοφορία μίας εταιρείας η οποία δραστηριοποιείται σε ένα κλάδο με βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα; Πόσο θα επηρεαστεί από μία απρόσμενη διαταραχή της αλυσίδας εφοδιασμού ένεκα της γεωπολιτικής αστάθειας; Τι επιπτώσεις θα έχει μία κυβερνοεπίθεση στον κύκλο εργασιών της και πόσο καλά προστατευμένη είναι από ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Είναι ευχής έργο ότι τα τελευταία χρόνια, οι εν λόγω προβληματισμοί οι οποίοι εμπερικλείουν μεταξύ άλλων και το γενικότερο πρίσμα των Περιβαλλοντικών, Κοινωνικών και σχετικών με τη Διακυβέρνηση κινδύνων, ή αλλιώς ESG, έχουν αναβαθμιστεί σε προεξάρχουσες πτυχές της διαχείρισης κινδύνων σε όλο μάλιστα το φάσμα του επιχειρησιακού γίγνεσθαι. Αυτός ο αναβαθμισμένος ρόλος των νεοφανών κινδύνων, οι οποίοι καλλιεργήθηκαν μέσα στο πλαίσιο της παρατεταμένης αβεβαιότητας που διανύουμε σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα και πολλαπλά επίπεδα, θέτει ασφαλώς προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα, αλλά συνάμα δημιουργεί και ευκαιρίες. Ευκαιρίες οι οποίες δύναται, αφενός να ενισχύσουν σημαντικά τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζει ο τραπεζικός τομέας στην δύσκολη πορεία προς την πράσινη μετάβαση και, αφετέρου, να σφυρηλατήσουν ένα σύστημα πιο στέρεο, πιο φερέγγυο όσο αφορά στη διαχείριση ευρύτερων, μη παραδοσιακών κινδύνων, ιδιαίτερα σε μία εποχή που βρίθει πηγών αστάθειας και ασύμμετρων απειλών έναντι της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Και σήμερα θα επιχειρήσω ακριβώς να εμβαθύνω σε αυτό το διττό ρόλο των εν λόγω κινδύνων, των προκλήσεων και των ευκαιριών, και πως αυτοί αλλάζουν προς το καλύτερο το τραπεζικό σύστημα και κατ’ επέκταση το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.
Η ενσωμάτωση των εν λόγω παραγόντων στη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου έχει καταστεί καταλύτης στη σύγχρονη χρηματοοικονομική ανάλυση μεταβάλλοντας άρδην τον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες αξιολογούν τα προφίλ κινδύνου των δανειοληπτών. Παράγοντες, οι οποίοι αποτελούν πλέον κεντρικό σημείο σε κάθε στάδιο του κύκλου ζωής της πίστωσης, από την αρχική αξιολόγηση και έναρξη του δανείου έως και τη συνεχή παρακολούθηση συμπεριλαμβανομένης της μοντελοποίησης των προβλέψεων, αντικατοπτρίζοντας τη διαρκώς αυξανόμενη σημασία τους στο ευρύτερο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο. Ιστορικά, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα βασίζονταν κυρίως σε παραδοσιακούς δείκτες όπως οι ταμειακές ροές, η ρευστότητα και οι δείκτες μόχλευσης για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας. Ωστόσο, οι πολλαπλές πηγές οικονομικής αβεβαιότητας που χαρακτηρίζουν την εποχή που διανύουμε, έχουν διευρύνει το φάσμα της αξιολόγησης κινδύνου, επιβάλλοντας μια πιο ολιστική προσέγγιση η οποία υπερβαίνει τα στενά συμβατικά πλαίσια των χρηματοοικονομικών δεικτών. Τα περιβαλλοντικά ζητήματα, όπως οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και η βιώσιμη ανάπτυξη, οι κοινωνικές διαστάσεις, όπως οι εργασιακές πρακτικές και το κοινωνικό προφίλ, τα θέματα διακυβέρνησης που άπτονται της εταιρικής ηθικής, αξιών αλλά και της διαφάνειας, η γεωπολιτική αστάθεια και η επαγόμενη σημαντική αύξηση του προστατευτισμού, η οποία δύναται να προκαλέσει σωρεία διαταραχών μεγάλων εκτάσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς και οι ολοένα και αυξανόμενης έντασης και συχνότητας κυβερνοεπιθέσεις, χρήζουν πλέον προσεκτικής και ενδελεχούς αξιολόγησης. Αυτή η αλλαγή απαιτεί ακόμη μια πιο εξελιγμένη, μελλοντοστραφή προσέγγιση του πιστωτικού κινδύνου, η οποία θα άπτεται όχι μόνο της χρηματοοικονομικής διάστασης, αλλά παράλληλα θα εμπερικλείει ευρύτερους, μακροπρόθεσμους κινδύνους και παράγοντες οι οποίοι προηγουμένως θεωρούνταν ελάσσονος σημασίας ή ακόμη παραγνωρίζονταν εντελώς.
Κατά τη φάση της έναρξης δανείων, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καλούνται πλέον να διενεργούν μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση του πώς οι εν λόγω νεοφυείς παράγοντες επηρεάζουν την πιστοληπτική ικανότητα ενός δανειολήπτη. Αυτή η αξιολόγηση αντανακλά την ολοένα και αυξανόμενη αναγνώριση των ευρύτερων επιπτώσεων των εν λόγω κινδύνων στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και στην ικανότητά τους να ανταποκριθούν στις χρηματοοικονομικές τους υποχρεώσεις.
Οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι, όπως η αυξανόμενη συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων, οι επιταχυνόμενες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ή η παγκόσμια στροφή προς ρυθμιστικά πλαίσια που προωθούν την πράσινη μετάβαση, δύναται να επηρεάσουν άμεσα την πιστοληπτική ικανότητα και ανθεκτικότητα ενός δανειολήπτη. Για παράδειγμα, παρατεταμένοι περίοδοι έντονου καύσωνα και ξηρασίας ενδέχεται να επιφέρουν βαρύ αντίκτυπο σε βιομηχανίες που είναι ιδιαίτερα ευάλωτες ή εξαρτώμενες στις καιρικές συνθήκες, μειώνοντας τον κύκλο εργασιών τους ή ακόμη και καθιστώντας ορισμένα επιχειρηματικά μοντέλα παρωχημένα και μη βιώσιμα.
Πέραν από τις περιβαλλοντικές ανησυχίες, οι κοινωνικοί παράγοντες καθώς και οι παράγοντες διακυβέρνησης αποκτούν επίσης βαρύνουσα σημασία στην αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου. Ζητήματα κοινωνικής ευαισθησίας, όπως οι εργασιακές πρακτικές, το κοινωνικό προφίλ, η ευημερία των εργαζομένων και η κοινωνική συμπερίληψη (social inclusion), δύναται να επηρεάσουν τη φήμη και την υπόληψη ενός οργανισμού επιφέροντας άμεσο αντίκτυπο στον κύκλο εργασιών του. Οι κίνδυνοι διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της διαφάνειας, της εταιρικής ηθικής και υπευθυνότητας, είναι εξίσου σημαντικοί, καθώς η μη χρηστή διακυβέρνηση δύναται να οδηγήσει σε νομικές ατραπούς, ζημιά στη φήμη και, εν τέλει, σε σοβαρές απώλειες οικονομικής φύσης, οι οποίες δύναται να καταστήσουν αμφίβολη τη βιωσιμότητα ενός οργανισμού.
Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, η ολοένα και αυξανόμενη ένταση που παρατηρείται σήμερα ανά το παγκόσμιο καθώς και η συνεπαγόμενη εμβάθυνση του προστατευτισμού δύναται να επηρεάσει ριζικά τον πιστωτικό κίνδυνο μέσω της πρόκλησης αστάθειας στις αγορές, της παρεμπόδισης των ομαλών εμπορικών πρακτικών και της διαταραχής των αλυσίδων εφοδιασμού. Αυτά τα γεγονότα επηρεάζουν άμεσα τόσο τον τραπεζικό τομέα, μέσω των διακυμάνσεων της αγοράς όσο και ευρύτερα ολόκληρο το φάσμα του επιχειρησιακού γίγνεσθαι αυξάνοντας τον πιστωτικό κίνδυνο καθώς οι εταιρείες τίθενται αντιμέτωπες με νέες πραγματικότητες, μειώνοντας την πιστοληπτική τους ικανότητα και αυξάνοντας τον κίνδυνο αθέτησης. Επίσης, η διαταραχή των αλυσίδων εφοδιασμού ένεκα των γεωπολιτικών εντάσεων, δύναται να οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό και να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη. Αυτό με τη σειρά του, επηρεάζει άμεσα την πραγματική οικονομία και θέτει προκλήσεις τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στα νοικοκυριά, κάτι που αναμένεται ασφαλώς να επηρεάσει άμεσα και την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζικών ιδρυμάτων με ορατό τον κίνδυνο διάβρωσης της κεφαλαιακής τους θέσης.
Οι απειλές ωστόσο δεν περιορίζονται μόνο στις συμβατικές, πολεμικές συγκρούσεις και τις συνεπαγόμενες κυρώσεις. Ιδιαίτερα σήμερα, εκτείνονται επίσης στο χώρο του διαδικτύου και των υποδομών, θέτοντας το τραπεζικό σύστημα σε μία νέα αρένα όπου τίθεται αντιμέτωπο με κινδύνους που δύναται να απειλήσουν την ίδια τη βιωσιμότητά του. Αυτός ο κίνδυνος επάγεται και μεγεθύνεται από τη ψηφιοποίηση των τραπεζικών εργασιών, την ολοένα και βαρύτερη σημασία που αποκτά η διεκπεραίωση πληρωμών μέσω διαδικτυακών καναλιών καθώς και την εκθετικά αυξανόμενη συχνότητα κυβερνοεπιθέσεων. Οι εν λόγω κυβερνοεπιθέσεις, ή ακόμη και τυχόν αστοχίες συστημάτων πληροφορικής εγείρουν πολύ σοβαρούς κινδύνους για όλο το φάσμα του επιχειρησιακού γίγνεσθαι, απειλώντας την ίδια τη βιωσιμότητά τους αφού δύναται να καταστήσουν δρώσες επιχειρηματικές μονάδες σε μη βιώσιμες.
Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα που καταδεικνύει τις ασύμμετρες απειλές που ελλοχεύουν από τη ψηφιοποίηση των επιχειρησιακών εργασιών έλαβε χώρα το 2014 όταν η Code Spaces, μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών cloud, υπέστη καταστροφική κυβερνοεπίθεση από κακόβουλα λογισμικά, τα οποία απαιτούσαν την πληρωμή λύτρων. Αυτό το κατά τα άλλα μεμονωμένο συμβάν προκάλεσε αλυσιδωτές επιπτώσεις στην εταιρεία, αναγκάζοντας την μετά από λίγο καιρό να διακόψει τη λειτουργία της. Το εν λόγω παράδειγμα καταδεικνύει τη βαρύνουσα σημασία της συμπερίληψης των κινδύνων πληροφορικής στην ανάλυση του πιστωτικού κινδύνου αφού οι ευπάθειες αυτές ενδέχεται να αποβούν μοιραίες για τις λειτουργίες μίας κατά τα άλλα υγειούς επιχειρηματικής οντότητας. Θα πρέπει να αναλογιστούμε σε αυτό το σημείο ότι δεν έχουν παρέλθει παρά μερικές ημέρες όταν η χώρα μας τέθηκε στο επίκεντρο των απειλών για εκδήλωση κυβερνοεπιθέσεων από το εξωτερικό, οι οποίες μάλιστα φέρεται να προκλήθηκαν από παράγοντες που εκπίπτουν του παραδοσιακού χρηματοοικονομικού φάσματος και επεκτείνονταν στα αχορτογράφητα νερά των γεωπολιτικών εντάσεων. Ακόμη και αν τα συστήματα των τραπεζικών ιδρυμάτων δεν επηρεαστούν από τις εν λόγω επιθέσεις, τυχόν ευπάθειες σε άλλους οργανισμούς εμπεριέχουν τον κίνδυνο να προκληθούν γενικευμένες, συστημικές ζημιές σε όλο το φάσμα του επιχειρησιακού γίγνεσθαι, επηρεάζοντας δυσμενώς το προφίλ πιστωτικού κινδύνου των δανειακών χαρτοφυλακίων.
Κυρίες και κύριοι,
Καθώς η σημασία των εν λόγω παραγόντων γίνεται ολοένα και πιο έντονη, ο τραπεζικός τομέας ενσωματώνει αντίστοιχα σε αυξημένο βαθμό τις εν λόγω παραμέτρους στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου. Οι τράπεζες δίνουν πλέον μεγαλύτερη έμφαση στην κατανόηση του πως νεοφανείς κίνδυνοι, οι οποίοι αναδύονται μέσα από την τρέχουσα περίοδο έντονης αβεβαιότητας σε ποικίλα μέτωπα, δύναται να μεταβάλουν βασικές παραμέτρους πιστωτικού κινδύνου ενός δανείου, όπως είναι για παράδειγμα η πιθανότητα αθέτησης, η έκθεση κατά την αθέτηση και η ζημιά σε περίπτωση αθέτησης (LGD). Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο μια απλή αναδρομική ανάλυση της επίδρασης των εν λόγω παραγόντων στην πιστοληπτική ικανότητα ενός δανειολήπτη, αλλά και σενάρια μακροπρόθεσμου ορίζοντα που αξιολογούν το πως επερχόμενες ή ενδεχόμενες περιβαλλοντικές, κοινωνικές, ρυθμιστικές, γεωπολιτικές ή τεχνολογικές μεταβολές δύναται να επηρεάσουν την ικανότητα του δανειολήπτη να εξοφλήσει το χρέος του. Με αυτόν τον τρόπο, οι τράπεζες επιδιώκουν να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα την έκθεσή τους στον πιστωτικό κίνδυνο, ενώ παράλληλα ευθυγραμμίζουν τα χαρτοφυλάκιά τους με την ανάγκη μετάβασης σε μια πιο βιώσιμη και πράσινη οικονομία καθώς και σε ένα περιβάλλον που βρίθει αστάθμητων παραγόντων και κινδύνων. Επιπλέον, αυτή η προσέγγιση είναι πλήρως εναρμονισμένη με την πίεση που ασκούμε εμείς ως επόπτες καθώς και με τις προσδοκίες του επενδυτικού κοινού, αφού το σύνολο της αγοράς αναμένει ολοένα και μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία στον τρόπο με τον οποίο τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενσωματώνουν τους εν λόγω κινδύνους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Η πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων ενός δανειολήπτη θα μπορούσε να αυξηθεί εάν η δομή διακυβέρνησης της εταιρικής οντότητας δεν είναι εναρμονισμένη με τις βέλτιστες πρακτικές της βιομηχανίας. Το παράδειγμα κατάρρευσης της Enron στις απαρχές της χιλιετίας καταδεικνύει ακριβώς του λόγου του αληθές αφού η αδύναμη εταιρική διακυβέρνηση επέτρεψε την εφαρμογή μη θεμιτών λογιστικών πρακτικών που εν τέλει παραποιούσαν την πραγματική χρηματοοικονομική θέση του οργανισμού. Παρομοίως, οι κοινωνικοί κίνδυνοι, όπως παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ζητήματα διαφορετικότητας και ένταξης, παραβιάσεις κανόνων υγείας και ασφάλειας καθώς και μη θεμιτές εργασιακές πρακτικές, ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη φήμη και τη θέση στην αγορά ενός δανειολήπτη, οδηγώντας τον σε οικονομική δυσπραγία. Επίσης, εταιρείες οι οποίες παρέχουν την πλειοψηφία των υπηρεσιών τους διαδικτυακά, δύναται να επηρεαστούν άμεσα και σε μεγάλο βαθμό από κυβερνοεπιθέσεις ή δυσλειτουργίες των συστημάτων πληροφορικής. Οι εν λόγω κίνδυνοι δύναται επίσης να επηρεάσουν την έκθεση κατά την αθέτηση εάν οι δανειολήπτες υποστούν απρόβλεπτους κραδασμούς, περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς, τεχνολογικούς ή άλλους, μειώνοντας την ικανότητά τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Τέλος, η ζημιά σε περίπτωση αθέτησης δύναται να αυξηθεί εάν η αξία των περιουσιακών στοιχείων που εξασφαλίζουν τα δάνεια μειωθεί λόγω ζημιάς σε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές ή υποστούν διάβρωση της αξίας τους ένεκα γεωπολιτικών ή τεχνολογικών παραγόντων.
Ίσως η σημαντικότερη πρόκληση στην ενσωμάτωση των εν λόγω κινδύνων στις πρακτικές διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών είναι η έλλειψη ποιοτικών και αξιόπιστων δεδομένων. Παρόλο που τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν αυξημένη επίγνωση της ανάγκης να ενσωματώσουν τους εν λόγω κινδύνους στις πιστωτικές τους αξιολογήσεις, οι ασυνεπείς ή ελλιπείς δημοσιεύσεις και δεδομένα αποτελούν τροχοπέδη στην όλη διαδικασία. Ιδιαίτερα οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που κατέχουν τη μερίδα του λέοντος στα χαρτοφυλάκια δανείων των κυπριακών τραπεζών, δεν διαθέτουν τυποποιημένες μεθόδους αναφοράς των εν λόγω παραγόντων, καθιστώντας δύσκολο για τις τράπεζες να αξιολογήσουν με ακρίβεια το προφίλ κινδύνου τους. Ακόμη και όταν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και δεδομένα, ιδιαίτερα για δανειολήπτες μεγαλύτερου μεγέθους, συχνά υφίσταται εγγενής δυσκολία στην ενσωμάτωσή τους στα παραδοσιακά μοντέλα ανάλυσης πιστωτικού κινδύνου που χρησιμοποιούν κατά κόρον τα πιστωτικά ιδρύματα.
Η ανάγκη για μελλοντοστραφή δεδομένα αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα καίριας σημασίας. Τα παραδοσιακά μοντέλα κινδύνου βασίζονται σε ιστορικά δεδομένα για να προβλέψουν μελλοντικούς κινδύνους, όμως οι νεοφανείς κίνδυνοι - ιδίως αυτοί που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και τη γεωπολιτική αστάθειά - συχνά απαιτούν προγνωστικά μοντέλα που υπερβαίνουν τις παρελθούσες τάσεις. Οι κλιματικοί κίνδυνοι, για παράδειγμα, ή οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι ή ακόμη κίνδυνοι που άπτονται κοινωνικά ευαίσθητων ζητημάτων δύναται να εμφανιστούν στον μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αυτοί οι μακροπρόθεσμοι λοιπόν κίνδυνοι είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν βραχυπρόθεσμα, γεγονός που περιπλέκει την ένταξή τους στα συμβατικά μοντέλα πιστωτικού κινδύνου με τα οποία οι τράπεζες είναι πλήρως εξοικειωμένες. Επιπλέον, υπάρχει χρονική αναντιστοιχία μεταξύ του βραχυπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού και της μακροπρόθεσμης φύσης των εν λόγω κινδύνων. Ενώ οι χρονικοί ορίζοντες αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου έχουν συνήθως περίοδο ωρίμανσης τη δεκαετία, πολλοί κίνδυνοι που έχουν καλλιεργηθεί και εκκολαφθεί τα τελευταία χρόνια ως απόρροια της παρατεταμένης οικονομικής αβεβαιότητας, δύναται να χρειαστούν δεκαετίες για να αποκρυσταλλωθούν πλήρως.
Η επίδραση των εν λόγω προκλήσεων και εγγενών δυσκολίων δύναται όμως να αμβλυνθεί μέσω ενός εξωστρεφούς και αποτελεσματικού πλαισίου διακυβέρνησης το οποίο θα προωθεί και θα ενθαρρύνει την ανοιχτή και ειλικρινή συνεργασία καθώς και την ανταλλαγή απόψεων, ούτως ώστε οι όποιες αποφάσεις θα λαμβάνονται να είναι προϊόν συλλογικής σοφίας και να αντανακλούν σε εντονότερο βαθμό την επίδραση των παραγόντων που διαμορφώνουν τη λειτουργία του τραπεζικού ιδρύματος. Εξίσου κρίσιμη είναι επίσης και η σημασία ύπαρξης διακριτού επιμερισμού καθηκόντων εντός της δομής διακυβέρνησης. Με αυτό το τρόπο, η ανίχνευση, ο εντοπισμός και η διαχείριση των κινδύνων διεκπεραιώνεται αποτελεσματικότερα και σε εύθετο χρόνο, μετριάζοντας την επίδραση που ενδέχεται να επιφέρουν οι παράγοντες και οι παραμέτροι οι οποίοι ενέχουν εγγενείς δυσκολίες και προκλήσεις στη μοντελοποίησή τους.
Όπως όμως επισήμανα στην αρχή, η ενσωμάτωση των εν λόγω παραγόντων στη διαχείριση πιστωτικών κινδύνων δεν αποτελεί απλά πρόκληση για τις τράπεζες, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες. Με μια διορατική και εξωστρεφή προσέγγιση, οι τράπεζες δύναται να ενισχύσουν τα πλαίσια διαχείρισης κινδύνων τους και να αναδειχθούν ως πρότυπα στη βιώσιμη χρηματοδότηση, επιφέροντας καταλυτικό ρόλο στη μετάβαση σε μία πιο πράσινη, κοινωνικά ευαίσθητη, ψηφιοποιημένη και ανθεκτική οικονομία. Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που ενσωματώνουν επιτυχώς τους νεοφανείς κινδύνους στα μοντέλα πιστωτικών αξιολογήσεών τους, θα είναι σε ευνοϊκότερη θέση να εντοπίσουν υψηλής ποιότητας πιστωτικές ευκαιρίες και να υποστηρίξουν τους πελάτες τους, αλλά και την οικονομία γενικότερα, στην επίτευξη των φιλόδοξων στόχων βιωσιμότητας που έχουν τεθεί ανά το παγκόσμιο. Αυτό θα επηρεάσει θετικά τη πρόσβαση τους στις αγορές κεφαλαίων έχοντας θετική επίδραση στο κόστος χρηματοδότησής τους.
Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή μου,
Συμπερασματικά, ο πιστωτικός κίνδυνος εξελίσσεται και δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να εξελιχθούμε μαζί του. Οι τράπεζες που επενδύουν στην αναγκαία τεχνογνωσία, αναπτύσσουν τις κατάλληλες μεθοδολογίες και μοντέλα και παρέχουν εμπειρογνωμοσύνη στην πελατειακή τους βάση προς επίτευξη των στόχων βιωσιμότητας, θα απολαμβάνουν πλεονεκτικής θέσης στην αγορά. Παράλληλα είναι προς όφελος των επιχειρήσεων να συνεισφέρουν προς την κατεύθυνση αυτή.
Οι νεοφανείς κίνδυνοι που καλλιεργήθηκαν τα τελευταία χρόνια μέσα στο περιβάλλον της οικονομικής αβεβαιότητας που διανύουμε θα επηρεάζουν ολοένα περισσότερο τη χρηματοοικονομική σταθερότητα των τραπεζών και της ευρύτερης οικονομίας. Το μέλλον απαιτεί συνεργασία, καινοτομία και αταλάντευτη δέσμευση να ενσωματωθούν οι εν λόγω παράγοντες στον πυρήνα της διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου. Για την πρόοδο της οικονομίας και ενίσχυση της ανθεκτικότητάς της, τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και, εν γένει, για τη δημιουργία συνθηκών ευοίωνου μέλλοντος για την παρούσα και τις επόμενες γενιές.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.