Εκτύπωση

Δήλωση Διοικητή

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2003

Δεν έχω ακόμη πάρει το πλήρες κείμενο της πιο πάνω μελέτης και συνεπώς δεν το έχω μελετήσει επισταμένα για να μπορώ να εκφράσω ολοκληρωμένα θέσεις και απόψεις επί του περιεχομένου της.

Κρίνοντας, όμως, εκ πρώτης όψεως, το περιεχόμενο των δηλώσεων του κ. Γ. Βασιλείου, ο οποίος έδωσε χθες περιληπτικά, καθώς αντιλαμβάνομαι, τις κύριες πρόνοιες τις διεξαχθείσας μελέτης, θα μπορούσα στο παρόν στάδιο να παρατηρήσω τα ακόλουθα:

1. Η μελέτη επιβεβαιώνει ουσιαστικά και θέτει επί τάπητος επιτακτικά την ανάγκη για ουσιαστικές αλλαγές, συμπληρώσεις και βελτιώσεις των προνοιών του Σχεδίου Ανάν καθόσον αφορά το καυτό θέμα των οικονομικών επιπτώσεων των προνοιών του (π.χ. δημιουργία μηχανισμού για συντονισμό των προϋπολογισμών και ελέγχου του δανεισμού, καθώς και πρόβλεψη για ευχέρεια διαφοροποίησης των φορολογικών δεδομένων).

2. Η μελέτη της ομάδας Γ. Βασιλείου επισημαίνει συγκεκριμένες περιπτώσεις που πρέπει να διαφοροποιηθούν ριζικά για ουσιαστικούς και λειτουργικούς λόγους (π.χ. το θέμα της δημιουργίας δύο υποκαταστημάτων της Κεντρικής Τράπεζας, και το θέμα της διασφάλισης ελευθερίας διακίνησης αγαθών, υπηρεσιών, εργατικού δυναμικού και κεφαλαίου).

3. Οι εκτιμήσεις για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της λύσεις, όπως οι δαπάνες για την ανοικοδόμηση, που με βάση προκαταρκτικούς υπολογισμούς αρμόδιων κυβερνητικών υπηρεσιών ανέρχονται περίπου στα 5 δισεκατομμύρια λίρες, και των αποζημιώσεων που προκαταρκτικά επίσης υπολογίζονται από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες σε 10 δισεκατομμύρια λίρες, και που κατά την έκθεση της ομάδας του κ. Γ. Βασιλείου είναι μάλλον υπερβολικές, στην πραγματικότητα συνιστούν πελώριο θέμα που άπτεται της αντοχής και επιβίωσης της κυπριακής οικονομίας. Οι πρόνοιες του σχεδίου Ανάν για ταμείο αυτοχρηματοδότησης και για δανεισμό, τις οποίες υιοθετεί και η έκθεση της ομάδας Γ. Βασιλείου, όχι μόνον δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, αλλά επιτείνουν τις ανησυχίες για το μέλλον της οικονομίας μας γιατί οι πρόνοιες αυτές είναι εξωπραγματικές.

4. Οι λειτουργικές δαπάνες του νέου τρικέφαλου κράτους δεν φαίνεται να σταθμίζονται από τη μελέτη της ομάδας Γ. Βασιλείου με βάση τα ρεαλιστικά δεδομένα, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται το ύψος τους και να παρουσιάζονται μειωμένες.

5. Η υπό αναφοράν μελέτη της ομάδας Γ. Βασιλείου αποφεύγει επίσης να καταστήσει σαφές στο κοινό ότι το τεράστιο βάρος των οικονομικών επιπτώσεων του σχεδίου Ανάν, αν εφαρμοστεί ως έχει, θα το επωμισθεί κυρίως το Ελληνοκυπριακό «συνιστών» Κράτος, δηλαδή οι Ελληνοκύπριοι πολίτες, αφού, καθώς είναι γνωστό, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν και, κατά λογική συνέπεια, το εισόδημα του κοινού κράτους από τους έμμεσους φόρους μεταξύ του Ε/Κ και του Τ/Κ κρατιδίου θα είναι 1 προς 12, δηλαδή θα εισπράττονται ως έμμεσοι φόροι δώδεκα φορές περισσότερα από τους Ε/Κ σε σχέση με τους Τ/Κ αντί της πληθυσμιακής αναλογίας πέντε προς ένα. 

6. Έχοντας υπόψη και μόνο τα ανωτέρω, στην πραγματικότητα η μελέτη της ομάδας Γ. Βασιλείου επιβεβαιώνει και τις ανησυχίες που προσωπικά εξέφρασα, τόσο με κατ΄ιδίαν επιστολές και εκθέσεις μου και των συνεργατών μου στην Κεντρική Τράπεζα προς τον τέως αλλά και τον νυν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όσο και δημοσίως, σε σχέση με τις οδυνηρές επιπτώσεις του σχεδίου Ανάν στην κυπριακή οικονομία και στο βιοτικό επίπεδο του λαού μας, αν οι πρόνοιες του σχεδίου αυτού δεν διαφοροποιηθούν ουσιαστικά και ορθολογικά.

Καθώς είναι φυσικό, μαζί με τους συνεργάτες μου θα μελετήσω επισταμένα το περιεχόμενο της έκθεσης της ομάδας Γ. Βασιλείου για αναλυτικότερο και πληρέστερο σχολιασμό της, αν απαιτηθεί. Δεν θα αποφύγω όμως, στο παρόν στάδιο, να επισημάνω ότι, ενώ στην πραγματικότητα το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής επιβεβαιώνει την ανάγκη για δραστικές και ουσιαστικές αλλαγές των προνοιών του σχεδίου Ανάν ώστε να είναι οικονομικά βιώσιμη η λύση, εν τούτοις, ο τρόπος παρουσίασής του από τον κ. Βασιλείου δίνει την εντύπωση ότι οικονομική ασφάλεια και οικονομική πρόοδος και ευημερία θα επέλθει με την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου, ως έχει.

Η άποψη αυτή είναι υπεραπλουστευμένη. Γιατί, όντως, θα πρέπει να αναμένεται αυξημένη οικονομική δραστηριότητα λόγω ανοικοδόμησης και ανακατασκευής των έργων υποδομής στις κατεχόμενες περιοχές. Το μεγάλο όμως και βασανιστικό ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι, πώς θα αντιμετωπισθούν οι τεράστιες χρηματοδοτικές ανισοσκέλειες, που δημιουργούνται από τις πρόνοιες για αποζημιώσεις και οι έκδηλα δυσανάλογες για τις δυνατότητες της οικονομίας μας λειτουργικές δαπάνες του νέου πολυκέφαλου κράτους.  Τα σχετικά στοιχεία και δεδομένα που έχουν δημοσιευθεί ως περιεχόμενο της έκθεσης της ομάδας Γ. Βασιλείου πολύ απέχουν της πραγματικότητας.

Δεν θα αποφύγω, επίσης, τον πειρασμό, να υπενθυμίσω ότι η μελέτη αυτή της ομάδας του κ. Γ. Βασιλείου γίνεται εκ των υστέρων, δηλαδή δέκα και πλέον μήνες μετά την ολοκλήρωση και υποβολή του σχεδίου Ανάν και την παραδοχή ότι στις συνομιλίες δεν συζητήθηκαν οι οικονομικές πτυχές του σχεδίου Ανάν. Είναι, πάντως, θετικό το γεγονός ότι, έστω και τώρα, ο κ. Βασιλείου διαπιστώνει ότι είναι επιτακτική η ανάγκη για ουσιαστικές διαρθρωτικές και λειτουργικές αλλαγές ώστε το σχέδιο να γίνει οικονομικά βιώσιμο.