Εκτύπωση

Άρθρο του Διοικητή για τη συμμετοχή της κυπριακής λίρας στο ΜΣΙ 2

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2006

Δώδεκα μήνες μετά την ένταξη της Κυπριακής Λίρας στο ΜΣΙ 2: Αποτίμηση δεδομένων, προκλήσεις και προοπτικές, ευκαιρίες και δυσχέρειες

                            Δρ. Χρ. Χριστοδούλου

                            Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου

Εισαγωγή

Πριν ένα, περίπου, χρόνο, η κυπριακή λίρα εντάχθηκε στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών 2 (ΜΣΙ 2). Η απόφαση, η οποία λήφθηκε στις Βρυξέλλες το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, 29ης Απριλίου, 2005, και εφαρμόστηκε με το άνοιγμα των διεθνών αγορών τη Δευτέρα του Πάσχα, 2 Μαΐου, 2005, ήταν το επιστέγασμα επίπονων και συντονισμένων προσπαθειών της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργείου Οικονομικών. Σημαντικό ρόλο στις θετικές εξελίξεις και προϋποθέσεις διαδραμάτισε και η ουσιαστική αναστροφή της πορείας του δημοσιονομικού ελλείμματος, που, όπως είναι γνωστό, έφθασε το 2003 και το 2004 στα πολύ υψηλά και απαγορευτικά επίπεδα του 6,3% και 4,1% του ΑΕΠ, αντίστοιχα.

Η ένταξη της λίρας στο ΜΣΙ 2, δηλαδή το μηχανισμό που διέπει τη σχέση του ευρώ με νομίσματα χωρών μελών της ΕΕ, τα οποία πρόκειται να αντικατασταθούν από το ευρώ, έγινε με επιτυχία. Παρά τις προηγηθείσες ανυπόστατες φημολογίες περί δήθεν επικείμενης υποτίμησης του νομίσματός μας, η κεντρική ισοτιμία ένταξης στο ΜΣΙ 2 παρέμεινε εκείνη που η Κύπρος είχε υιοθετήσει μονομερώς από το 1992 και που, σύμφωνα με τεχνοκρατικές μελέτες τόσο της Κεντρικής Τράπεζας όσο και διεθνών οργανισμών, είναι συμβατή με τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας μας.

Η σημασία και σπουδαιότητα της ένταξης στο ΜΣΙ 2 για την οικονομία και τη χώρα μας, γενικότερα, δεν έχει ίσως μέχρι και σήμερα εκτιμηθεί δεόντως, τουλάχιστον από το ευρύ κοινό. Η ένταξη στο μηχανισμό αποτελεί σηματοδοτικό γεγονός, γιατί, άνκαι δεν συνιστά απλά εισδοχή στον «προθάλαμο» του ευρώ, όπως λανθασμένα μπορεί να εκλαμβάνεται από μερικούς, τροχοδρομεί εντούτοις και διαγράφει την οριστική ευθεία μιας απαιτητικής πορείας, της οποίας η τελική  κατάληξη αναμένεται να επιφέρει σημαντικά οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία του τόπου μας γενικότερα.

Ποια, είναι, όμως, η ρεαλιστική αποτίμηση της μέχρι τώρα πορείας της λίρας στο ΜΣΙ 2; Ποιες οι προκλήσεις και δυσχέρειες της απομένουσας να διανυθεί πορείας της λίρας στο μηχανισμό και της μετέπειτα αντικατάστασής της από το ευρώ; Ποιες είναι οι διανοιγόμενες προοπτικές και οι διαφαινόμενες ευκαιρίες μετά το πέρας αυτής της πορείας; Θα επιχειρήσω, σε συντομία, να δώσω απαντήσεις στα σημαντικά αυτά ερωτήματα που ενδιαφέρουν όλους μας και αφορούν τον καθένα μας.

Αποτίμηση της ένταξης και της πορείας της λίρας στο ΜΣΙ 2

Η ένταξη του νομίσματος μιας χώρας στο Μηχανισμό Ισοτιμιών προϋποθέτει την ομόφωνη απόφαση όλων των Ευρωπαίων εταίρων και, ως εκ τούτου, προσδίδει υψηλό βαθμό αξιοπιστίας στην οικονομική, νομισματική και συναλλαγματική πολιτική της χώρας και στο νόμισμά της. Ως επακόλουθο, η εμπιστοσύνη στην κυπριακή λίρα αυξήθηκε σημαντικά από την ημέρα ένταξής της στο Μηχανισμό Ισοτιμιών. Αυτό αντικατοπτρίζεται στις σημειωθείσες σημαντικά αυξημένες εισροές κεφαλαίων στην Κύπρο από το Μάιο του 2005, οι οποίες οδήγησαν στην περαιτέρω ενδυνάμωση της λίρας έναντι του ευρώ, μέχρι και 2% πάνω από την κεντρική ισοτιμία.

Η αυξημένη εμπιστοσύνη προς το κυπριακό νόμισμα λόγω της ένταξής του στο ΜΣΙ 2  επέτρεψε επίσης στην Κεντρική Τράπεζα να προχωρήσει σε σταδιακή μείωση των βασικών επιτοκίων μετά το Μάιο του 2005, σε μια προσεγμένη πορεία σύγκλισης των επιτοκίων μας με εκείνα της ζώνης του ευρώ. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην πράξη σε εξοικονόμηση εκατομμυρίων λιρών για τα δανειζόμενα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αλλά και για την ίδια την Κυβέρνηση, η οποία, λόγω των διαχρονικά συσσωρευμένων ελλειμμάτων της αποτελεί το μεγαλύτερο χρεώστη στην οικονομία. Οι εξοικονομήσεις αυτές συμβάλλουν ήδη σημαντικά στον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, ενώ αφήνουν, ταυτόχρονα, περιθώρια και προσδίδουν δυνατότητες στην Κυβέρνηση για πιο άνετη και ορθολογική δημοσιονομική πολιτική, αποφεύγοντας, σε κάποιο βαθμό, περικοπές δαπανών, που αφορούν την κοινωνική πολιτική ή την ανάπτυξη.

Εξίσου  σημαντική εξέλιξη, απορρέουσα από την ένταξη της κυπριακής λίρας στο ΜΣΙ 2, αποτελεί το γεγονός ότι, από το Μάιο του 2005, η στόχευση για την υιοθέτηση του ευρώ κατέστη πλέον χρονικά συγκεκριμένη. Σχετική είναι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που καθόρισε ως στόχο την 1η Ιανουαρίου, 2008. Το γεγονός αυτό επενεργεί καταλυτικά τόσο σε επίπεδο διαμόρφωσης πολιτικής, με τα κριτήρια του Μάαστριχτ να έχουν γίνει πλέον ευρέως γνωστά, κατανοητά και αναπόδραστα σημεία αναφοράς, όσο και σε επίπεδο υποχρέωσης και ευθύνης για έμπρακτη προώθηση του αναγκαίου σχεδιασμού και προγραμματισμού. Ιδιαίτερα ως προς τελευταίο, θα πρέπει να υπογραμμιστεί η μεγάλη σημασία της δυνατότητας που έχουμε πλέον να θέτουμε απρόσκοπτα συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και να προβαίνουμε σε σχεδιασμούς για τις πολλές και τεχνοκρατικά απαιτητικές ενέργειες που πρέπει να γίνουν στα πλαίσια των προετοιμασιών για την εισαγωγή του ευρώ. Αυτή η δυνατότητα διευκολύνει την επικέντρωση της προσήλωσής μας στην επίτευξη του στόχου και, νοουμένου ότι αυτός παραμένει αμετάβλητος και σταθερός, θέτει και διασφαλίζει τις προϋποθέσεις για επιτυχία. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω την καθοριστικής σημασίας εμπλοκή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στην όλη προετοιμασία για εισαγωγή του ευρώ στην Κύπρο, η οποία, σε στενή και ειλικρινή συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών και άλλους αρμόδιους φορείς, εργάζεται πυρετωδώς και έχει επιστρατεύσει όλες τις δυνατότητές της για την επιτυχή κατάληξη της προσπάθειας για επίτευξη του πιο πάνω στόχου. Γενικά θεωρώντας την όλη κατάσταση και, με βάση την αντικειμενική εκτίμηση των δεδομένων που έχουν στο μεταξύ διαμορφωθεί, θα μπορούσε χωρίς υπερβολή να λεχθεί ότι θετική, καταλυτική και ευεργετική στη βελτίωση των μακροοικονομικών δεδομένων και την άσκηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής υπήρξε η επίδραση της ένταξης της λίρας στο ΜΣΙ 2.

Οι προοπτικές της πορείας μας στο ΜΣΙ 2

Η παρούσα κατάσταση της κυπριακής οικονομίας και η ως τώρα διαχρονική της επίδοση, ιδιαίτερα σε σχέση με τον υψηλό βαθμό πραγματικής σύγκλισής της με την οικονομία στη ζώνη του ευρώ, επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι για τις προοπτικές της θήτευσής μας στο ΜΣΙ 2 και, ακολούθως και τελικώς, για την ένταξή μας στην ευρωζώνη. ΄Οσον αφορά τα πέντε κριτήρια ονομαστικής σύγκλισης του Μάαστριχτ, η ικανοποίηση των οποίων είναι προϋπόθεση για ένταξη μιας χώρας στην ευρωζώνη, η Κύπρος, με βάση τα σημερινά δεδομένα, ικανοποιεί εκείνα του πληθωρισμού, του μακροπρόθεσμου επιτοκίου, του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Ταυτόχρονα, βρισκόμαστε σε σταθερή και ασφαλή πορεία ικανοποίησης του συναλλαγματικού κριτηρίου, μόλις συμπληρωθούν δύο χρόνια επιτυχούς συμμετοχής της κυπριακής λίρας στο ΜΣΙ 2. Φυσικά, η θετική αυτή πορεία και οι ευοίωνες προοπτικές, δεν επιτρέπουν επανάπαυση και εφησυχασμό. Επισημαίνω, ιδιαίτερα, και, δεν το αποκρύβω, μάλιστα, με κάποια ανησυχία, ότι διανύουμε τώρα μια προεκλογική περίοδο και θα διανύσουμε ακόμα δύο, μια στο σύντομο (δημοτικές και κοινοτικές εκλογές το Δεκέμβριο) και μια στο προσεχές μέλλον (προεδρικές εκλογές το Φεβρουάριο του 2008), γεγονότα πολιτικά που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στη συνέχιση της πειθαρχημένης, συνετής και ορθολογικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Η επιτυχής θήτευση του νομίσματός μας στο ΜΣΙ 2 και η ικανοποίηση όλων των σχετικών συγκλισιακών κριτηρίων αναμένεται να οδηγήσουν φυσιολογικά στην επίτευξη του στόχου της ένταξης στην ευρωζώνη, όπου και διανοίγονται νέες ευκαιρίες και δημιουργούνται πιο σημαντικές προοπτικές για την οικονομία μας. Άνκαι δεν είναι πρόθεσή μου να αναλύσω λεπτομερώς τα ωφελήματα και τις προοπτικές από την πρόκληση της ένταξής μας στην ευρωζώνη, αναφέρω επιγραμματικά ότι αυτά υπερβαίνουν σε σπουδαιότητα και υπερακοντίζουν σε σημασία δυσχέρειες που ενδεχομένως να αντιμετωπίσουμε ως απόρροια της ευθείας πρόκλησης, η οποία αναδύεται μέσα από τη μετάβασή μας στο νέο πρωτόγνωρο και πολύ ανταγωνιστικό περιβάλλον. 

Καταρχήν, σε πολιτικό επίπεδο, με την υιοθέτηση του ευρώ η Κύπρος θα καταστεί μέλος μιας ομάδας χωρών  η οποία αποτελεί τον πυρήνα λήψης αποφάσεων με σημαντική επιρροή στην ΕΕ. Επίσης, η συμμετοχή της Κύπρου στη ζώνη του ευρώ θα αποτελέσει, αναμφίβολα, καταλυτικό παράγοντα σε πιθανές μελλοντικές συνομιλίες για τις οικονομικές πτυχές της λύσης του Κυπριακού προβλήματος.

Πέραν των πολιτικών παραμέτρων, με την ένταξη στη ζώνη του ευρώ  αναμένεται να προκύψουν σημαντικά οφέλη σε όλο το φάσμα της κυπριακής οικονομίας. Η πλήρης σύγκλιση των επιτοκίων και η συνεπαγόμενη μείωση του κόστους δανεισμού θα ωφελήσει περαιτέρω τους καταναλωτές, τις επιχειρήσεις και το δημόσιο, ενώ η ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων της ευρωζώνης θα διευρύνει το φάσμα των επιλογών επένδυσης και δανεισμού για όλους. Επίσης, η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου στις συναλλαγές σε ευρώ και η συνεπαγόμενη μείωση του κόστους συναλλαγών και της αβεβαιότητας θα αποβεί προς όφελος των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, κυρίως εκείνων που ασχολούνται με το διεθνές εμπόριο και τον τουρισμό, ενώ θα έχει ευνοϊκές επιδράσεις και στις επενδύσεις. Η μεγαλύτερη διαφάνεια στις τιμές θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό και θα ωφελήσει ιδιαίτερα τους Κύπριους καταναλωτές, οι οποίοι θα μπορούν πλέον να συγκρίνουν άμεσα τις τιμές στην Κύπρο με εκείνες στη μεγάλη αγορά της ευρωζώνης και να κάνουν τις πιο συμφέρουσες γι’ αυτούς επιλογές. Εξάλλου, η εμπέδωση της σταθερότητας των τιμών θα ενισχύσει την επενδυτική και επιχειρηματική δραστηριότητα. Ακόμα, η αύξηση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών και των επενδυτών στη σταθερότητα της κυπριακής οικονομίας θα επιφέρει έμμεσες, αλλά σημαντικές, θετικές επενέργειες στην κυπριακή οικονομία.

Με βάση τα πιο πάνω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου υποστήριζε πάντοτε και θα εξακολουθήσει να υποστηρίζει την άποψη για την ενωρίτερη δυνατή υιοθέτηση του ευρώ. Σίγουρα υπάρχουν προκλήσεις, συνακολουθούμενες με δυσχέρειες, όπως, για παράδειγμα, οι πρακτικές δυσκολίες της μεταβατικής περιόδου αλλά και η στέρηση της δυνατότητας άσκησης αυτοτελούς νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής. Νοουμένου, όμως, ότι θα γίνει σωστή προετοιμασία και ότι θα υπάρξει η αναγκαία πολιτική βούληση, πιστεύαμε και εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι, με βάση οικονομικά, τεχνοκρατικά αλλά και κοινωνικά κριτήρια, ο μέσος Κύπριος πολίτης αναμένεται να ωφεληθεί πολύ περισσότερο, βραχυπρόθεσμα και, κυρίως, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, από την υιοθέτηση του ευρώ το συντομότερο δυνατό. Έχουμε, κατ’ επανάληψη, επιχειρηματολογήσει και προβεί σε λεπτομερειακή ανάλυση πάνω σε αυτή τη βάση, αντιπροβάλλοντας τις θετικές προοπτικές προς τις δυσχέρειες και τα προβλήματα από την υιοθέτηση του ευρώ. Και από την επιχειρηματολογία και την ανάλυση συνάγεται ξεκάθαρα ότι η Κύπρος έχει κάθε λόγο και συμφέρον να επιδιώξει την εισδοχή της στη ζώνη του ευρώ, όσο γίνεται πιο σύντομα, δηλαδή, όπως έχει επίσημα στοχεύσει, την 1η Ιανουαρίου, 2008.

Προκλήσεις και δυσχέρειες της πορείας στο ΜΣΙ 2

Οι προκλήσεις για την Κύπρο, στην πορεία της προς την επίτευξη του τελικού στόχου της υιοθέτησης του ευρώ μέσα στα πλαίσια του ΜΣΙ 2, αφορούν κυρίως την αναγκαιότητα της διατήρησης και εμπέδωσης της δέσμευσης για απρόσκοπτη συνέχιση της πολιτικής ένταξης στην ευρωζώνη, χωρίς παρεκκλίσεις, αμφιταλαντεύσεις και αναβολές, την 1η Ιανουαρίου, 2008. Αυτή η δέσμευση είναι πολύπτυχη και πολυδιάστατη, αφορά, όμως, κυρίως την επίδειξη σταθερής πολιτικής βούλησης για συνέχιση της συνετής, εξυγιαντικής, δημοσιονομικής πολιτικής, με τρόπο συνεπή και πειθαρχημένο και, κυρίως, συμβατό με την επίτευξη του τελικού στόχου αλλά και με την τήρηση των δεσμεύσεών μας απέναντι στην Ε.Ε.. Έχω αναφέρει, προηγουμένως, ότι μια ουσιαστική δυσχερής και επικίνδυνη πρόκληση αποτελεί το γεγονός ότι διανύουμε προεκλογική περίοδο, ενώ σύντομα επέρχονται και δεύτερη και τρίτη, γεγονός που ανεβάζει ακόμη πιο πολύ τον πήχη του βαθμού αποφασιστικότητας και αντοχής στις προκλήσεις της εύκολης αποδοχής παράλογων απαιτήσεων και αυστηρής προσήλωσης που πρέπει να επιδειχθεί στις αναληφθείσες δεσμεύσεις και τις εξαγγελθείσες χρονοστοχεύσεις. 

Επιπλέον θα πρέπει να επισημάνω, σ΄ αυτό το σημείο, ένα ακόμα γεγονός που δυσχεραίνει την επιτυχή αντιμετώπιση των απαιτητικών προκλήσεων που δοκιμάζει ευθέως την περίοδο αυτή η Κύπρος. Αναφέρομαι στην υποστήριξη από μερικούς της άποψης για αναβολή της υιοθέτησης του ευρώ με το επιχείρημα ότι έτσι θα μπορεί το δημόσιο να προβεί σε δαπάνες που να ανακουφίζουν τους πολίτες από τις θυσίες που υπέστησαν τα τελευταία χρόνια λόγω της πορείας ένταξής μας στην ΕΕ. Το επιχείρημα που επιστρατεύεται, κρινόμενο αντικειμενικά από οικονομική και κοινωνική άποψη, δεν ευσταθεί. Καταρχήν, η επιστράτευση της θέσης περί δήθεν αντιθετικής σχέσης μεταξύ κοινωνικής πολιτικής και δημοσιονομικής εξυγίανσης και πειθαρχίας, δεν εδράζεται σε ορθολογικά κριτήρια ή δεδομένα. Γιατί είναι γενικά παραδεκτό ότι η άσκηση μιας αποτελεσματικής και διατηρήσιμης κοινωνικής πολιτικής, η οποία να ανταποκρίνεται στην ικανοποίηση δίκαιων και αιτιολογημένων αιτημάτων, δεν αντιβαίνει αλλά, αντίθετα, συνυπάρχει και τελεί σε εναρμόνιση με τη δημοσιονομική εξυγίανση και δημοσιονομική πειθαρχία και ευρωστία. Υπενθυμίζω, συναφώς, την προμνησθείσα αναφορά μου, σύμφωνα με την οποία η ένταξή μας στο ΜΣΙ 2, που επιτεύχθηκε στη θεμελιακή βάση του δημοσιονομικού εξορθολογισμού και των καλώς νοούμενων δημοσιονομικών δυνατοτήτων, επέφερε σημαντική μείωση των δαπανών της Κυβέρνησης σε τόκους και βελτίωσε το δημοσιονομικό έλλειμμα χωρίς εξασθένιση ή περιορισμό της κοινωνικής πολιτικής του κράτους.

Λανθασμένη θεωρώ, επίσης, την αντίληψη ότι η αναβολή της ένταξης στη ζώνη του ευρώ θα προσδώσει στο κράτος την ευχέρεια άσκησης πιο επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, προκειμένου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα ορισμένες εξωγενούς προέλευσης διαταραχές, όπως, για παράδειγμα, τις αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου, στηρίζοντας πιο ουσιαστικά τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Πέραν των αρνητικών επιπτώσεων από μια τέτοια πολιτική πάνω σε άλλα μακροοικονομικά μεγέθη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Κύπρος, από τη μέρα της ένταξής της στην ΕΕ, είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπάγεται προς τούτο στο πλαίσιο πολυμερούς εποπτείας της ΕΕ, ανεξάρτητα από αν θα επιχειρήσει αμέσως ή αν θα αναβάλει την ένταξή της στην ευρωζώνη. Τούτο σημαίνει ότι η Κύπρος οφείλει να διατηρεί υπό κανονικές συνθήκες, ανεξαρτήτως υιοθέτησης ή μη του ευρώ, το δημοσιονομικό της έλλειμμα κάτω του 3% του ΑΕΠ. Σημαίνει, επίσης, ότι, σε περίπτωση που δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή της ΕΕ, υποβάλλεται αυτόματα στη διαδικασία υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος, στα πλαίσια της οποίας τίθεται χρονοδιάγραμμα διόρθωσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών, με βάση συγκεκριμένο πρόγραμμα και λήψη αυστηρών μέτρων σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της. Είναι, οπωσδήποτε, ανάγκη να γίνει κατανοητό από όλους ότι, στο πλαίσιο της ΕΕ, η ικανότητα μιας χώρας μέλους να στηρίζει αποτελεσματικά, με διάρκεια και σταθερότητα, τις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες είναι άμεσα συνηρτημένη με τη συνετή και πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική, ώστε το κράτος να έχει τα περιθώρια άσκησης ορθολογικής κοινωνικής πολιτικής και να επιτυγχάνεται με αυτό τον τρόπο κοινωνική δικαιοσύνη στα πλαίσια μιας υγιούς και βιώσιμης οικονομίας. 

Καταληκτική επισήμανση

Η συμμετοχή της Κυπριακής λίρας στο ΜΣΙ 2 θα πρέπει να αντικρύζεται ως ένα εξαιρετικής σημασίας μεταβατικό στάδιο, τέρμα του οποίου θα είναι η επιτυχής ένταξη της χώρας μας στην ευρωζώνη, με όλα τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη που συνεπάγεται η εξέλιξη αυτή. Τα οφέλη αυτά αφορούν, κυρίως, την καλλιέργεια και τη θεμελίωση των προϋποθέσεων που συμβάλλουν στη δημιουργία μιας υγιούς, εύρωστης και ευέλικτης οικονομίας που θα μπορεί να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και του διεθνούς ανταγωνισμού.

Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, όπως και στο παρελθόν έτσι και στο μέλλον, θα συνεχίσει να εργάζεται σκληρά στους τομείς της ευθύνης και της αρμοδιότητάς της για την επιτυχή θήτευσή μας στο ΜΣΙ 2 και την εισαγωγή του ευρώ στην Κύπρο το συντομότερο δυνατό. Θα συνεχίσουμε, επίσης, να στηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις τα μέτρα που είναι απαραίτητα για περαιτέρω εξυγίανση, αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό της Κυπριακής οικονομίας και να τελούμε σε διαρκή εγρήγορση, ενισχύοντας παντοιοτρόπως την όλη προσπάθεια για ένταξη της χώρας μας στην ευρωζώνη. Αυτό άλλωστε υπαγορεύουν οι συνθήκες των καιρών: για μια υγιή, σύγχρονη, βιώσιμη και ανταγωνιστική οικονομία, για μια επιτυχή πορεία, κατοχύρωση και καταξίωση της χώρας μας εντός της ΕΕ. Είναι, οπωσδήποτε δυσχερές και επίπονο το εγχείρημα. Δεν είναι όμως ακατόρθωτο, γιατί είναι μέσα στις δυνατότητές μας. Αρκεί να τις επιστρατεύσουμε. Αξίζει να το πράξουμε.