Αναφορικά με χθεσινή ανακοίνωση του Συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου, υπό μορφή Δελτίου Τύπου, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου περιορίζεται, επί του παρόντος, να παρατηρήσει τα ακόλουθα:
1. Τα επίμαχα και σοβαρά θέματα χρηστής διοίκησης, εσωτερικής διακυβέρνησης και δεοντολογίας εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο περαιτέρω διερεύνησης εν αναμονή και της απάντησης που οφείλει το Συγκρότημα να δώσει στην τελευταία επιστολή του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, με ημερομηνία 26 Μαΐου, 2006.
2. Η δικαιοδοσία της Κεντρικής Τράπεζας να επιλαμβάνεται θεμάτων, όπως το υπό αναφοράν, εδράζεται, όχι μόνο σε πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, αλλά, μεταξύ άλλων, και στις συγκεκριμένες και μη επιδεχόμενες παρερμηνείας απαιτήσεις του άρθρου 22 της νέας οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτές έχουν αρμοδίως και εγκύρως ερμηνευθεί και δημοσιοποιηθεί από την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (CEBS).
3. Επειδή στην προαναφερθείσα ανακοίνωση της Τράπεζας Κύπρου δίνεται η εντύπωση ότι το πλείστο μέρος των αναφερομένων αμοιβών του Δικηγορικού Γραφείου Χρυσαφίνης και Πολυβίου, για το έτος 2005, επιβαρύνει δικαστικούς χρεώστες που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια, κυρίως, λόγω του αυξημένου αριθμού δικαστικών υποθέσεων που εγέρθηκαν την περίοδο αυτή, θα μπορούσε το Συγκρότημα, για λόγους διαφάνειας και σωστής πληροφόρησης του κοινού, να δώσει στη δημοσιότητα τις συνολικές απολαβές του εν λόγω γραφείου και για τα προηγούμενα πέντε τουλάχιστον χρόνια, παραθέτοντας, ταυτόχρονα, και το σύνολο των απολαβών των 300 και πλέον άλλων Δικηγορικών Γραφείων, τα οποία χειρίστηκαν δικαστικές υποθέσεις του συγκροτήματος.
4. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου θεωρεί σημαντικό να τονίσει ότι η υποχρέωση της Τράπεζας Κύπρου και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να παρέχουν πλήρη στοιχεία για όλες τις συναλλαγές των διοικητικών συμβούλων υπαγορεύεται από τον Κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης και τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Η υποχρέωση αυτή επιβεβαιώνεται και από τη θέση που έχει εκφράσει ο Ευρωπαϊκός Φορέας EECS στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.