Εκτύπωση

Χαιρετισμός του Διοικητή της ΚΤΚ κ. Χριστοδούλου στην ημερίδα με θέμα «Το Ευρώ και η σημασία του στις επιχειρήσεις και την οικονομία» στις 7/12/2004

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2004

Χαίρομαι ιδιαίτερα για την ευκαιρία που μου δίνεται να παραστώ και να χαιρετήσω την ενδιαφέρουσα αυτή ημερίδα και θερμά συγχαίρω την Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων για την αξιέπαινη πρωτοβουλία της να την διοργανώσει.

Το θέμα είναι επίκαιρο και το σεμινάριο αδιαμφισβήτητα αναγκαίο για την ενημέρωση του επιχειρηματικού μας κόσμου, ο οποίος αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της κυπριακής οικονομίας και καλείται ήδη να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την επιτυχή εισαγωγή και καθιέρωση του ευρώ.

Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει κάθε λόγο όχι μόνο να χαιρετίζει αλλά και να στηρίζει έμπρακτα προσπάθειες όπως η σημερινή, γιατί είμαι βέβαιος ότι συμβάλλουν στην επαύξηση της γνώσης όσον αφορά τις διάφορες πτυχές της εισαγωγής του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος και δίνουν την ευκαιρία στις επιχειρήσεις του τόπου μας να προετοιμαστούν κατάλληλα ώστε να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις αναμενόμενες προκλήσεις.

Η αλλαγή του νομίσματος μιας χώρας αποτελεί τεράστιο εγχείρημα και συνεπάγεται σημαντικές επιμέρους ενέργειες και αλλαγές τόσο στο επίπεδο των επιχειρήσεων όσο και σε επίπεδο εθνικό.  

Η κατάργηση των συνοριακών περιορισμών, το πλήρες άνοιγμα της εθνικής αγοράς, η διαφάνεια και η αμεσότερη συγκρισιμότητα στις τιμές αποτελούν μια σειρά από ουσιαστικές αλλαγές και διαφοροποιήσεις που δημιουργούν ένα ανταγωνιστικότερο περιβάλλον σε μια νέα τεράστια αγορά.  Οι κυπριακές επιχειρήσεις θα πρέπει χωρίς καθυστέρηση να μελετήσουν ενδελεχώς και να αναθεωρήσουν δραστικά το στρατηγικό σχεδιασμό τους υπό το φως των νέων δεδομένων.  Παράλληλα θα πρέπει να ετοιμαστούν  για  να  διασφαλίσουν  την ομαλή και με το λιγότερο δυνατό κόστος ένταξη των λογισμικών και λογιστικών τους συστημάτων, καθώς και για την ανάλογη προσαρμογή των διαδικασιών τους, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν χωρίς κλυδωνισμούς και μεταπτώσεις τη λειτουργική πρόκληση που συνακολουθεί την αλλαγή του νομίσματος.

Ένα σημαντικό μήνυμα που μας αποστέλλεται από τα κράτη-μέλη, που έχουν ήδη υιοθετήσει το ευρώ, είναι ότι η έγκαιρη προετοιμασία υποβοήθησε σημαντικά τις επιχειρήσεις να μειώσουν το κόστος των αναγκαίων προσαρμογών και να συναποκομίσουν σημαντικά οφέλη από την εισαγωγή του νέου νομίσματος.

Σε εθνικό επίπεδο η Κύπρος πρέπει, αφενός, να προετοιμάσει περαιτέρω τάχιστα την οικονομία της για να θητεύσει επιτυχώς στο ΜΣΙ II  και στην Ευρωζώνη, και, αφετέρου, να δημιουργήσει τους μηχανισμούς και να εφαρμόσει δόκιμες διαδικασίες για την ακώλυτη και χωρίς αχρείαστες δυσμενείς επιπτώσεις πρακτική εισαγωγή του ευρώ. 

Στο στάδιο αυτό επιθυμώ να δηλώσω και πάλι ότι η Κεντρική Τράπεζα θεωρεί επιβεβλημένο για οικονομικούς, αλλά και πολιτικούς λόγους, να εντάξουμε, το συντομότερο δυνατό, την Κυπριακή Λίρα στο ΜΣΙ II.  Υπάρχει, καθώς ειλικρινά πιστεύω, ταυτότητα απόψεων και εκτιμήσεων με τον Υπουργό Οικονομικών και με τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση και προς αυτή την κατεύθυνση εργαζόμαστε.  Όμως το θέμα δεν είναι εντελώς απλό και εύκολο γιατί συναρτάται άμεσα με την εξυγίανση των δημοσιονομικών μας πραγμάτων.   Παράλληλα δεν πρόκειται για μονομερή δική μας απόφαση.  Έχουμε, βέβαια, καθιδρύσει και λειτουργούμε ανοικτή γραμμή με τα αρμόδια κοινοτικά όργανα, τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στη Φρανκφούρτη, κάνουμε επαφές και ανταλλάσσουμε απόψεις και ευελπιστώ ότι η περίπτωσή μας θα τύχει θετικής αντιμετώπισης από αυτά στο προσεχές μέλλον.

Καθόσον αφορά το σκέλος της πρακτικής πτυχής της εισαγωγής του ευρώ, το οποίο η Κεντρική Τράπεζα, ως εκδοτική αρχή, έχει την ευθύνη να το θέσει σε κυκλοφορία, γίνεται ήδη η αναγκαία προεργασία σε τεχνοκρατικό επίπεδο. Αντιλαμβάνομαι ότι στην τεχνική πτυχή θα αναφερθεί στη συνέχεια εν εκτάσει ένας από τους κύριους ομιλητές του σεμιναρίου. 

Εκείνο, πάντως, που προεξάρχει, την κρίσιμη αυτή περίοδο, είναι η άσκηση συνεπούς μακροοικονομικής πολιτικής και η σταθερή εμμονή στο πρόγραμμα σύγκλισης και ιδιαίτερα στην υλοποίηση των μέτρων για εξυγίανση της δημοσιονομικής κατάστασης. Το νοικοκύρεμα των δημόσιων οικονομικών αποτελεί μείζονα, αναπόδραστη πρόκληση, όχι μόνο γιατί αποτελεί την κορυφαία προϋπόθεση για θετική αξιολόγηση της Κύπρου προς ένταξη στο ΜΣΙ ΙΙ και μετέπειτα στην ευρωζώνη,  αλλά  και  γιατί  τούτο  επιβάλλεται  για  την  ύπαρξη υγιούς και διαρκούς, σταθερής οικονομικής ανάπτυξης μακροπρόθεσμα. Η ΕΕ μας το έχει καταστήσει σαφές ότι αναμένει πειστικές αποδείξεις όσον αφορά την απαλινδρόμητη βούλησή μας για τη λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων προς τούτο μέτρων.

Η επιτυχής ολοκλήρωση της εισαγωγής του ευρώ σε 12 χώρες μέλη της ΕΕ έχει συμβάλει σημαντικά στην ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς και έχει αποβεί προς όφελος των πολιτών τους. Και, βεβαίως, το ενιαίο νόμισμα δεν δημιουργήθηκε χωρίς να συγκροτηθεί η αναγκαία υποδομή, η οποία εδράζεται σε καλά μελετημένο θεσμικό πλαίσιο που αποβλέπει στην οικονομική σύγκλιση των κρατών-μελών και σε μακροοικονομική ανάπτυξη και σταθερότητα.  

Βασικοί άξονες του θεσμικού αυτού πλαισίου είναι οι ακόλουθοι:

(α) τα κριτήρια του Maastricht,

(β) το Σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης και η θεσμοθετημένη διαδικασία επιτήρησης της δημοσιονομικής κατάστασης κάθε χώρας, που στοχεύουν στη διατήρηση ισοσκελισμένων δημοσιονομικών, και

(γ) η ανεξαρτησία της εκδοτικής αρχής, δηλαδή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά και των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών, που τις θωρακίζει και τις προστατεύει από πολιτικές ή άλλες παρεμβάσεις και καθορίζει ως πρωταρχικό στόχο της άσκησης της νομισματικής πολιτικής τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. 

Η δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης έχει, αναμφίβολα, συμβάλει σημαντικά στη διατήρηση μακροοικονομικής σταθερότητας. Η ακολουθούμενη από την ΕΚΤ νομισματική πολιτική έχει επιτύχει να εξασφαλίσει χαμηλό πληθωρισμό και χαμηλά επιτόκια στην ευρωζώνη. Υπάρχουν, ομολογουμένως, κάποια προβλήματα, που θεωρούνται φυσικά επακόλουθα ενός νέου  και  ρηξικέλευθα  φιλόδοξου  θεσμού, ιδιαίτερα  όσον  αφορά τη δημοσιονομική πειθαρχία, η έκταση των οποίων, όμως, δεν εμπνέει ανησυχίες γιατί αντιμετωπίζονται με πολιτική αποφασιστικότητα.

Όσον αφορά τις εξελίξεις στην Κυπριακή οικονομία, η παρατηρούμενη βελτίωση που σημειώνεται σε μερικούς από τους μακροοικονομικούς δείκτες δεν πρέπει να μας εφησυχάζει. Το δημοσιονομικό έλλειμμα, παρά τη σχετική βελτίωση που παρουσίασε το πρώτο εννιάμηνο του 2004, εξακολουθεί να αποτελεί πολύ σοβαρό πρόβλημα. Και τούτο γιατί δεν έχουν αρθεί ούτε δραστικά περιορισθεί τα διαρθρωτικά αίτια που το προκαλούν. Ούτε έχουν ακόμη εδραιωθεί μόνιμες επαναλαμβανόμενες πρακτικές ουσιαστικής αντιμετώπισής του. Ιδιαίτερη προσπάθεια πρέπει επίσης να καταβληθεί για την αποτροπή της περαιτέρω διεύρυνσης του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και για τη σταθεροποίηση της ανάκαμψης του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας μας.

Εκτός από την άμεση ανάγκη για τιθάσευση και δραστική μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος που επιβάλλεται, ανεξάρτητα από την επιδίωξή μας για ένταξη στην ευρωζώνη, γιατί μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα θα εξυπηρετήσει το καλώς νοούμενο συμφέρον της χώρας, πρέπει, επίσης, να γίνουν περαιτέρω ριζικές τομές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην όλη δομή της οικονομίας μας. Τέτοιες τομές και μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν σε βελτίωση της παραγωγικότητας με συνακόλουθη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και θα επιτρέψουν ενεργό και επιτυχημένη συμμετοχή των Κυπριακών επιχειρήσεων στην ελκυστική αλλά πολύ απαιτητική ευρωπαϊκή αγορά, καθώς και ευρύτερα. Δεν πρέπει να επιτραπεί σε μικρόπνοες θεωρήσεις και πρόσκαιρα συμφέροντα να υπονομεύσουν τα μακροπρόθεσμα οφέλη που θα προέλθουν από τις αναγκαίες διαρθρωτικές τομές και εξυγιαντικές αλλαγές.

Η μεγάλη πρόκληση έγκειται στην επίτευξη της απαιτούμενης συναντίληψης, κατανόησης και στήριξης από την Κυπριακή Βουλή, τα κόμματα, τους οικονομικούς παράγοντες και τους κοινωνικούς εταίρους για την αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτούμενων μέτρων. Το έργο αυτό είναι επίπονο, ακόμη, ίσως, και προσωρινά πολιτικά επώδυνο, είναι, όμως, εκ των ων ουκ άνευ. Είναι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που επιβάλλεται να επικρατήσει ομοθυμία και συλλογικότητα, γιατί το οικονομικό μέλλον της χώρας είναι κοινή υπόθεση όλων. Ελπίζω η ημερίδα αυτή να συμβάλει θετικά και προς αυτή την κατεύθυνση.

Με αυτές τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και τις επισημάνσεις καταλήγω, ευχόμενος κάθε επιτυχία στη σημαντική από κάθε άποψη αυτή ημερίδα.