Μετά την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην έφεση του Πέτρου Ερμογένους, αναφορικά με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακοινώνει τα ακόλουθα:
Όπως είναι γνωστό, στην Κύπρο οι επιταγές αποτελούν το πλέον διαδεδομένο μέσο διενέργειας πληρωμών. Είναι επίσης γενικά παραδεκτό ότι η έκδοση ακάλυπτων επιταγών, φαινόμενο το οποίο άρχισε να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις, όχι μόνο υποσκάπτει το ρόλο της επιταγής ως μέσο διενέργειας πληρωμών αλλά αποτελεί και αποσταθεροποιητικό παράγοντα για τη βιωσιμότητα και φερεγγυότητα των εμπορευόμενων, με αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία.
Σημαντικό βήμα για την ικανοποιητική αντιμετώπιση του σοβαρού αυτού προβλήματος αποτέλεσε η δημιουργία του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών για Εκδότες Ακάλυπτων Επιταγών (ΚΑΠ), το οποίο λειτουργεί στη βάση κοινών Οδηγιών, που έχουν εκδοθεί από την Κεντρική Τράπεζα και τον Έφορο Συνεργατικής Ανάπτυξης και Συνεργατικών Εταιρειών. Οι Οδηγίες αυτές διαμορφώθηκαν μετά από μακρόχρονες προσπάθειες, στις οποίες συνέβαλαν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς, συμπεριλαμβανομένης της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Κατά τη διαδικασία της διαμόρφωσης των εν λόγω Οδηγιών είχε εντοπισθεί και η σημαντική επίδραση που είχε στη διόγκωση του προβλήματος των ακάλυπτων επιταγών, η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών. Ως εκ τούτου, συμπεριλήφθηκαν στις Οδηγίες πρόνοιες που παρέχουν το δικαίωμα στις τράπεζες και τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα να πληρώνουν μεταχρονολογημένες επιταγές κατά την παρουσίασή τους. Αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι, κατά την ημερομηνία που τέθηκαν σε εφαρμογή οι Οδηγίες για το ΚΑΠ (την 1/2/03), ένας μεγάλος αριθμός μεταχρονολογημένων επιταγών κυκλοφορούσε ήδη στην αγορά, κρίθηκε σκόπιμο να ανασταλεί η εφαρμογή της σχετικής πρόνοιας μέχρι την 1/10/03 ούτως ώστε να δοθεί επαρκείς χρόνος στο κοινό για να συμμορφωθεί.
Στο μεταξύ, προέκυψε πρώτα η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση μεταξύ Αστυνομίας και Γεώργιος Π. Παντελή Λτδ, όπου ο δικαστής, μεταξύ άλλων, κατέληξε στην απόφαση, ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές δεν αποτελούν επιταγές. Τούτο οδήγησε σε αναβολή, για ακόμα τρεις μήνες, της εφαρμογής της πρόνοιας των Οδηγιών για τις μεταχρονολογημένες επιταγές ώστε να δοθεί χρόνος στα νομικά τμήματα των τραπεζών να μελετήσουν το θέμα. Στη συνέχεια εκδόθηκε η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία, αμετάκλητα πλέον, καθορίζει ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές δεν είναι επιταγές.
Οι επιπτώσεις της απόφασης αυτής στην ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του ΚΑΠ αλλά και στην αξιοπιστία της επιταγής ως μέσου διενέργειας πληρωμών, εξετάζονται με προσοχή από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και τους συνεργάτες του και οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις που θα κριθούν απαραίτητες θα προωθηθούν, είτε στη νομοθεσία είτε στις Οδηγίες.
Στο μεταξύ, όμως, η Κεντρική Τράπεζα θεωρεί αναγκαίο να πληροφορήσει το κοινό ότι η αποδοχή πληρωμής με μεταχρονολογημένες επιταγές πιθανόν να μην παρέχει την αποτρεπτική προστασία του ΚΑΠ αφού, στην περίπτωση που είναι ακάλυπτες, δεν θα είναι δυνατή η καταχώρηση των εκδοτών τους στο ΚΑΠ. Επιπλέον, δεν θα παρέχεται στο κοινό η προστασία του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, αφού, σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το άρθρο αυτό δεν μπορεί να αφορά μεταχρονολογημένες επιταγές. Ως εκ τούτου, η έκδοση ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής πιθανόν να μην επιφέρει καμιά συνέπεια στον εκδότη της.