Συνέντευξη του Αθανάσιου Ορφανίδη, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιανουαρίου 2009
Ερ. Πώς επηρεάζει την κυπριακή οικονομία η σημερινή διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και η συνεπακόλουθη ύφεση μεγάλου αριθμού οικονομιών;
Η κυπριακή οικονομία, μέχρι τη στιγμή αυτή, κατορθώνει να επηρεάζεται σε μικρότερη σχετικά έκταση σε σύγκριση με άλλες χώρες από τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση και την παγκόσμια ύφεση που φαίνεται, δυστυχώς, να εδραιώνεται. Η διαχρονικά ισχυρή εποπτεία του τραπεζικού μας συστήματος από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και κυρίως, η υιοθέτηση του ευρώ, έχουν αποτρέψει τα χειρότερα σενάρια αναφορικά με το βαθμό επηρεασμού μας από την κρίση. Παρόλα αυτά, η μεγάλη εξάρτηση του εγχώριου προϊόντος μας - τουρισμός, υπηρεσίες, κατασκευές - από την εξωτερική ζήτηση καθώς και ο σημερινός βαθμός παγκοσμιοποίησης και αλληλοσυσχέτισης των οικονομικών εξελίξεων διεθνώς, δε μας επιτρέπει σε καμία περίπτωση να υποθέτουμε πως η Κύπρος θα παραμείνει ανεπηρέαστη από την αρνητική οικονομική συγκυρία που πλήττει ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη. Γι΄ αυτό και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προβλέπει ότι ο πραγματικός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ κατά το 2009 θα μειωθεί γύρω στο 2%, χωρίς όμως να αποκλείονται θετικές η αρνητικές αποκλίσεις από το ποσοστό αυτό, λόγω του μεγάλου βαθμού αβεβαιότητας που επικρατεί σήμερα στις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις.
Εκτός από τις πιθανές συνέπειες της διεθνούς ύφεσης, εξίσου ενισχυτικό των ανησυχιών μας είναι βέβαια και το γεγονός ότι ο σχετικά ψηλός ρυθμός ανάπτυξης που χαρακτήριζε μέχρι πρόσφατα την κυπριακή οικονομία, συνοδευόταν από μια σειρά μακροοικονομικών ανισσοροπιών, όπως το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ο ψηλότερος σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ πληθωρισμός, η υπέρμετρη σχετικά κατανάλωση και ρυθμός δανεισμού, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα κλπ. Αυτές οι οικονομικές ανισσοροπίες, που προκλήθηκαν από την υπερθέρμανση ορισμένων δεικτών όπως η κατανάλωση, δε θα μπορούσαν ασφαλώς να ήταν διατηρήσιμες ακόμα και χωρίς τις συνέπειες της σημερινής αρνητικής οικονομικής συγκυρίας. Γι’ αυτούς τους λόγους, κάποια επιβράδυνση στην οικονομία θα αναμενόταν ακόμα και χωρίς τις επιδράσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Εξ’ αιτίας της κρίσης όμως, η επιβράδυνση θα είναι ενδεχόμενα πιο έντονη με αποτέλεσμα να χρειαστούν συγκεκριμένα μέτρα για αποφυγή παρατεταμένης ύφεσης. Τα αντικυκλικά, μακροοικονομικά, διαρθρωτικά και κοινωνικά μέτρα που θα παρθούν πρέπει να στοχεύουν στην έξοδο από την πιθανή ύφεση, στη σμίκρυνση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, στην στήριξη της απασχόλησης και των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων και, τέλος, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας. Για να πετύχουν όμως αυτά τα μέτρα πρέπει ασφαλώς να είναι κατάλληλα σχεδιασμένα ούτως ώστε, να ανοίγουν τις προοπτικές για σωστή εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Κύπρου και να οδηγούν στην παραγωγική αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό της κυπριακής οικονομίας. Θέλω να ελπίζω πως η σημερινή κρίση θα αποτελέσει την αφορμή για μια νέα εκσυγχρονιστική αφετηρία και μια νέα διατηρήσιμη ανοδική πορεία του βιοτικού επιπέδου στη χώρα μας.
Ερ. Ενώ Η ΕΚΤ μειώνει τα επιτόκια σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης της διεθνούς κρίσης, στην Κύπρο τα επιτόκια ανεβαίνουν, σπρώχνοντας την ανάπτυξη προς τα κάτω. Πως σχολιάζετε το γεγονός αυτό; Μπορεί η ΚΤΚ να προβεί σε οποιαδήποτε παρέμβαση προς τις εμπορικές τράπεζες αναφορικά με το θέμα αυτό;
Λόγω της χρηματοοικονομικής αναταραχής και των προβλημάτων ρευστότητας που παρουσιάστηκαν στην διατραπεζική αγορά και αγορά ομολόγων, η χρηματοδότηση των τραπεζών γίνεται κυρίως μέσω της άντλησης καταθέσεων. Όπως και σε πολλές άλλες χώρες, καταθετικά και δανειστικά επιτόκια αυξήθηκαν σημαντικά στο αποκορύφωμα της κρίσης τον Οκτώβριο, μαζί με το διατραπεζικό επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί επιτόκιο αναφοράς σε πολλά δάνεια και καταθέσεις. Οι τράπεζες προσφέρουν ψηλότερα επιτόκια επί των καταθέσεων ώστε να προσελκύσουν καταθέσεις και λόγω των ψηλότερων επιτοκίων επί των καταθέσεων παρατηρούνται αυξήσεις και στα δανειστικά επιτόκια.
Η νομοθεσία (ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(Ι) του 1999) ορίζει ότι οι τράπεζες έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε, τον τρόπο που θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται και να ενημερώνουν τους οφειλέτες, είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς, για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή.
Όλες οι χρεώσεις προβλέπονται στις συμβάσεις μεταξύ των τραπεζών και των πελατών και οι καταναλωτές προτρέπονται να διαβάζουν προσεκτικά και να κατανοούν τους όρους των συμβάσεων πριν τους αποδεχτούν και να ζητούν πληροφόρηση και επεξηγήσεις από την τράπεζα πριν τις υπογράψουν.
Πέραν όμως των όσων προανέφερα, εκτιμώ ότι οι αυξήσεις των επιτοκίων προβλέπεται ότι θα ανατραπούν σταδιακά, όπως διαφαίνεται ήδη από την συνεχιζόμενη μείωση των επιτοκίων Euribor. Οι δραστικές και συντονισμένες κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Τράπεζας της Αγγλίας και πολλών άλλων κεντρικών τραπεζών συνέβαλαν αποφασιστικά στην αναχαίτιση της ανοδικής πορείας των διατραπεζικών επιτοκίων.
Ερ. Έχει γίνει εισήγηση για χαλάρωση των δεικτών ρευστότητας. Γιατί διαφωνείτε;
Τους τελευταίους μήνες αρκετές τράπεζες στο εξωτερικό και την ευρωζώνη αντιμετώπισαν πρόβλημα ρευστότητας και διασώθηκαν μετά από κρατική παρέμβαση. Στη χώρα μας δε συνέβη αυτό το πράγμα γιατί το εποπτικό πλαίσιο της Κεντρικής Τράπεζας δεν άφησε τις κυπριακές τράπεζες εκτεθειμένες σε υπέρμετρους κινδύνους έλλειψης ρευστότητας και δανειοδότησης μειωμένης εξασφάλισης.
Γενικά, τα όρια ρευστότητας για τις καταθέσεις τόσο σε ξένο νόμισμα όσο και σε ευρώ που έχει θέσει η Κεντρική Τράπεζα έχουν λειτουργήσει και εξακολουθούν να λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας του τραπεζικού μας συστήματος. Οι εποπτικοί αυτοί κανόνες έχουν επανειλημμένα επαινεθεί, τόσο από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όσο και από άλλους οργανισμούς χρηματοπιστωτικής αξιολόγησης. Για όλους αυτούς τους εξαιρετικά σημαντικούς λόγους, δε θα ήταν λογικό η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να χαλαρώσει το εποπτικό της πλαίσιο και να θέσει το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου σε κινδύνους που οδήγησαν άλλες χώρες στις γνωστές πλέον περιπέτειες με τις τραγικές οικονομικές επιπτώσεις.