Συνέντευξη του Αθανάσιου Ορφανίδη, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που δόθηκε στις 22 Ιουνίου 2008 στη Νάνσια Παλάλα Χαρίδη
Έκπληξη αλλά και λύπη ήταν τα συναισθήματα που ένιωσε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Αθανάσιος Ορφανίδης, όταν άκουσε τον υπουργό Οικονομικών Χαρίλαο Σταυράκη να ανακινεί δημόσια το θέμα της πρότασης της Kυβέρνησης για πώληση μέρους των αποθεμάτων της Κύπρου σε χρυσό.
Έκπληξη, επειδή είχε υποδείξει επανειλημμένα στο νέο Yπουργό Οικονομικών την ευαισθησία του θέματος και τη ζημιά που ενδεχομένως να προκαλούσε μια δημόσια αντιπαράθεση. Λύπη, επειδή προτού καταλαγιάσει ο θόρυβος από τις πρώτες δηλώσεις του, ο Yπουργός επανέφερε το θέμα στη δημοσιότητα, με νέες τοποθετήσεις στη Βουλή.
Και όπως ήταν αναμενόμενο, τις δηλώσεις Σταυράκη ακολούθησαν και άλλες, από στελέχη άλλων χώρων, που προσέδωσαν ακόμα μεγαλύτερη δημοσιότητα στο θέμα.
Τα πιο πάνω είναι τα λόγια του ίδιου του διοικητή Ορφανίδη, όπως τα είπε σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα μας. Η ερώτηση που προηγήθηκε της παραπάνω απάντησης είχε σχέση με την καθυστέρηση που σημειώθηκε μεταξύ των πρώτων δηλώσεων Χαρίλαου Σταυράκη και στελεχών κυρίως του ΑΚΕΛ, και της δικής του παρέμβασης-ανακοίνωσης για το όλο θέμα. Είχαμε ρωτήσει συγκεκριμένα το διοικητή Ορφανίδη τα εξής:
Ερ. Έχουν εγερθεί πολλά ερωτηματικά για τους λόγους της καθυστέρησης στην αντίδρασή σας σε σχέση με την πρόταση της Kυβέρνησης για πώληση μέρους του χρυσού. Γιατί περιμένατε μια βδομάδα μετά τις δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών, στις 6 Ιουνίου, για να ξεκαθαρίσετε τη θέση σας;
Θα ήθελα να καταστήσω απόλυτα σαφές ότι στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης το θέμα αυτό είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, γι’ αυτό η Κεντρική Τράπεζα ουδέποτε το ανακίνησε δημοσίως. Την ευαισθησία του θέματος και τη ζημιά που ενδεχομένως μπορούσε να προκαλέσει μια δημόσια αντιπαράθεση υπέδειξα επανειλημμένα και στο νέο Υπουργό Οικονομικών, όταν του εξήγησα τις θέσεις της ΚΤΚ επί του θέματος. Είναι με έκπληξή μας και μεγάλη λύπη που είδαμε στα ΜΜΕ να ανακινείται το θέμα δημόσια από τον Υπουργό Οικονομικών, την Παρασκευή, 6 Ιουνίου. Προτού καταλαγιάσει ο θόρυβος, ο Υπουργός Οικονομικών προσπάθησε να ρίξει τους τόνους, αναγνωρίζοντας μέσω των ΜΜΕ ότι είναι αρμοδιότητα της Κεντρικής Τράπεζας να διαχειρίζεται τα αποθέματά της και ότι ουσιαστικά το θέμα είχε κλείσει. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις, ο Υπουργός δήλωσε ότι "τα αποθέματα της Κεντρικής Τράπεζας είναι καθαρά θέμα το οποίο χειρίζεται αποκλειστικά η Τράπεζα, η οποία είναι καθ’ όλα ανεξάρτητο σώμα". Επιπλέον, σε ερώτηση αν η Kυβέρνηση κάνει σκέψεις για το θέμα, ο Υπουργός απάντησε "Όχι, διότι είναι καθαρά θέμα της Κεντρικής Τράπεζας". Δυστυχώς, όμως, τις επόμενες μέρες ο Υπουργός Οικονομικών επανέφερε το θέμα στη δημοσιότητα με δηλώσεις του στη Βουλή, ενώ ακολούθησαν και άλλες δηλώσεις στελεχών από άλλους χώρους που προσέδωσαν ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα στο θέμα. Σε όλο αυτό το διάστημα, η Κεντρική Τράπεζα δεν επιθυμούσε να συμβάλει στην αντιπαράθεση παρεμβαίνοντας δημόσια λόγω, όπως εξήγησα, της λεπτότητας του θέματος. Αντίθετα κατέβαλλε προσπάθειες μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ώστε το θέμα να περιοριστεί και να αποφευχθεί περαιτέρω ζημιά στον τόπο.
Βλέποντας, όμως, ότι το θέμα προσλάμβανε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις αποφάσισα να προβώ σε μια δημόσια δήλωση, για να θέσω τα γεγονότα στη σωστή τους βάση, διορθώνοντας επίσης ανακρίβειες και τη συνακόλουθη παραπληροφόρηση. Θα ήθελα να επισημάνω, για ακόμη μια φορά, ότι η ΚΤΚ εργάζεται όσο το δυνατό αθόρυβα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, όπως είναι και η πρακτική άλλων κεντρικών τραπεζών στην ευρωζώνη και διεθνώς. Τονίζω, όμως, εμφαντικά ότι τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες μου παραμένουμε πάντοτε ανοικτοί σε διάλογο για τα θέματα της οικονομίας, συναισθανόμενοι το βάρος που μας αναλογεί, ιδιαίτερα σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο.
Ερ. Ποια είναι η θέση της Κεντρικής Τράπεζας στην πρόταση της κυβέρνησης για ρευστοποίηση των επενδύσεών της σε χρυσό και μεταφορά του κέρδους στην Κυβέρνηση;
Όπως είχα πει στον Υπουργό Οικονομικών Χαρίλαο Σταυράκη, όταν μου έκανε αυτή την ερώτηση το Μάρτη του 2008, η ΚΤΚ είχε μελετήσει αυτό το θέμα λίγους μήνες πριν και αποφάσισε ότι δεν υπήρξε διαφοροποίηση των δεδομένων που να δικαιολογεί αλλαγή στη θέση της Τράπεζας. Η κατοχή, διαφύλαξη και διαχείριση των επίσημων αποθεμάτων των κρατών μελών της Ε.Ε. αποτελεί μιαν από τις βασικές αρμοδιότητες των κεντρικών τραπεζών στην Ε.Ε. Η αρμοδιότητα αυτή κατοχυρώνεται από τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία επίσης κατοχυρώνει την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Σε αυτά τα πλαίσια, η Κεντρική Τράπεζα έχει συγκεκριμένη επενδυτική πολιτική, εγκεκριμένη από τα αρμόδια όργανά της, με βάση την οποία διαχειρίζεται τα διαθέσιμά της. Κύριος στόχος της επενδυτικής πολιτικής είναι η διασφάλιση της αξίας των αποθεμάτων και η προστασία τους από το ενδεχόμενο μείωσης της αξίας τους, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται η μεγιστοποίηση της απόδοσής τους.
Το προσωπικό της Κεντρικής
Ερ. Διάφορες δηλώσεις που αποδίδονται στον Υπουργό Οικονομικών αναφέρονται στο ενδεχόμενο μείωσης του προσωπικού της Κεντρικής Τράπεζας, καθότι μετά την υιοθέτηση του ευρώ έχουν μειωθεί δραστικά οι δραστηριότητές της. Υπάρχει εκ μέρους σας οποιαδήποτε σχετική πρόθεση;
Είναι με λύπη μου που διαπιστώνω ότι δηλώσεις που αποδίδονται σε αρμόδια πρόσωπα δημιουργούν τόσο λανθασμένες εντυπώσεις και πλήττουν το κύρος της Κεντρικής Τράπεζας και του προσωπικού της. Τονίζω ότι διαχρονικά ο θεσμός της Κεντρικής Τράπεζας είναι από τους πλέον αξιόπιστους στον τόπο μας και είμαι υπερήφανος για τις επιτυχίες του ιδρύματος, στις οποίες συνέβαλε τα μέγιστα το προσωπικό του. Αναφέρω ως το πιο πρόσφατο παράδειγμα την άψογη μετάβαση στο ευρώ. Ο ρόλος της Κεντρικής Τράπεζας με την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνέχεια στη ζώνη του ευρώ έχει μεταβληθεί και αναβαθμιστεί. Όντως, ορισμένες από τις δραστηριότητες της Κεντρικής Τράπεζας έχουν διαφοροποιηθεί. Όμως συνολικά, ως αποτέλεσμα των αυξημένων υποχρεώσεών μας ως πλήρες μέλος του Ευρωσυστήματος, οι δραστηριότητες και απαιτήσεις της Κεντρικής Τράπεζας έχουν πολλαπλασιαστεί. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ως βασικός υπερεθνικός θεσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρέχει ισότιμη συμμετοχή σε όλα τα μέλη και σε όλο το φάσμα εργασιών και αποφάσεών της, ανεξαρτήτως μεγέθους της χώρας. Ταυτόχρονα, όμως, επιβάλλει και τις ίδιες υποχρεώσεις σε όλα τα μέλη και αυτό για μας, ως μικρή Τράπεζα, αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση. Για παράδειγμα, οι αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής που λαμβάνονται τώρα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προϋποθέτουν για μας μεγαλύτερη προετοιμασία και προεργασία. Επιπρόσθετα από την κυπριακή οικονομία, το προσωπικό καλείται να παρακολουθεί και να αναλύει στενά όλες τις σχετικές εξελίξεις στη ζώνη του ευρώ και να συμβάλλει στη διαμόρφωση πολιτικής και τη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Όμως η συνεισφορά της Κεντρικής Τράπεζας δεν περιορίζεται στα πλαίσια του Ευρωσυστήματος, αλλά έχει και σημαντικό ρόλο στα εγχώρια δρώμενα. Αναφέρω, χαρακτηριστικά, την εποπτεία των τραπεζών οι οποίες, όπως ανέφερα και προηγουμένως, επεκτείνονται με γοργούς ρυθμούς και στο εξωτερικό, τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών στην Κυβέρνηση, τη διαχείριση του κυκλοφορούντος νομίσματος, τη ρύθμιση της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού συναλλαγών, τη διαχείριση των συναλλαγματικών αποθεμάτων και τη συλλογή και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων για το χρηματοπιστωτικό τομέα και το ισοζύγιο πληρωμών.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να μιλάμε για μείωση του προσωπικού αλλά για τη σωστή διαχείριση, ανάπτυξη και αξιοποίησή του, στόχοι οι οποίοι είναι πάντα στις προτεραιότητες της Τράπεζας. Σημειώνω ότι η Κεντρική Τράπεζα σήμερα εργοδοτεί μόλις 340 άτομα, συμπεριλαμβανομένου και του προσωπικού ασφαλείας και όχι 450 όπως έχει λανθασμένα αναφερθεί.
Αυξημένες υποχρεώσεις
Ερ. Έχουν αυξηθεί και σε ποιο βαθμό, τόσο οι δικές σας όσο και οι υποχρεώσεις του προσωπικού της Κεντρικής Τράπεζας στο εξωτερικό μετά την ένταξή μας στην ευρωζώνη;
Επιδιώξαμε να ενταχθούμε στη ζώνη του ευρώ για να βρισκόμαστε στο σκληρό πυρήνα και στα κέντρα λήψεως αποφάσεων οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Φυσικά αυτό εξυπακούει την πολύ συχνότερη συμμετοχή μας στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη δική μου περίπτωση απαιτείται τουλάχιστον η συμμετοχή μου στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δύο φορές το μήνα. Ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου καλούμαι, επίσης, να συμμετάσχω σε πολλές άλλες διεθνείς συναντήσεις που διοργανώνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, για παράδειγμα με κεντρικούς τραπεζίτες από χώρες πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με ανώτατα στελέχη διεθνών τραπεζικών ιδρυμάτων. Αυτές οι υποχρεώσεις είναι επιπρόσθετες άλλων διεθνών συναντήσεων στις οποίες αντιπροσωπεύω την Κύπρο, όπως για παράδειγμα, συναντήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών και συναντήσεις Διοικητών Κεντρικών Τραπεζών της ευρύτερης περιοχής για εποπτικά θέματα. Παρεμφερείς δραστηριότητες, οι οποίες είναι εξίσου σημαντικές για την προβολή της Κύπρου στο διεθνή χώρο, είναι και η συμμετοχή μου ως ομιλητής σε διεθνή συνέδρια στα οποία λαμβάνουν μέρος κεντρικοί τραπεζίτες, ακαδημαϊκοί και άλλοι σημαντικοί παράγοντες του διεθνούς χρηματοπιστωτικού τομέα, και οι συνεντεύξεις που καλούμαι να παραχωρήσω σε διεθνή ΜΜΕ στα πλαίσια διεθνών συναντήσεων. Όταν ανέλαβα τα καθήκοντά μου, ο τέως Διοικητής κ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου, ο οποίος είχε πλήρη επίγνωση των αυξημένων υποχρεώσεων με την ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ, είχε αναφέρει ότι δεν ζήλευε τη θέση μου. Όντως, ο φόρτος εργασίας είναι αυξημένος κατά πολύ. Με τη στήριξη του ικανότατου προσωπικού της ΚΤΚ, πιστεύω πως μπορώ να αντεπεξέλθω. Αντιλαμβάνεστε ότι οι αυξημένες υποχρεώσεις από τη συμμετοχή μας στο Ευρωσύστημα δεν περιορίζονται μόνο στο πρόσωπό μου. Αναφέρω απλώς, για παράδειγμα, ότι το προσωπικό της Κεντρικής Τράπεζας συμμετέχει περίπου σε 80 επιτροπές, ομάδες εργασίας και ad hoc ομάδες που στηρίζουν τις εργασίες του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Οι καταθέσεις των ξένων
Ερ. Γιατί πιστεύετε έχει μειωθεί ο ρυθμός αύξησης των καταθέσεων των ξένων σε κυπριακές τράπεζες τους τελευταίους μήνες; Υπάρχουν, και ποιοι είναι, τρόποι επαναπροσέλκυσης;
Αυτό που παρατηρούμε κατά μέσο όρο τους τελευταίους μήνες είναι σταθεροποίηση του ρυθμού αύξησης των ξένων καταθέσεων και όχι μείωση. Όμως, από μήνα σε μήνα, παρατηρούμε κάποιες αυξομειώσεις. Για παράδειγμα, τον Απρίλιο καταγράφηκε σημαντική επέκταση των ξένων καταθέσεων. Εξετάζοντας τις αυξομειώσεις σε επίπεδο χώρας προέλευσης, στο λίγο διάστημα που παρατηρείται αυτή η σταθεροποίηση δεν εντοπίσαμε κάποιες ανησυχητικές τάσεις, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τον παράγοντα που λέγεται εποχικότητα. Ας μην ξεχνούμε ότι η φύση των καταθέσεων από ξένους στην Κύπρο είναι συχνά το προϊόν πλεονάζουσας ρευστότητας διεθνών επιχειρήσεων, η οποία είναι, ασφαλώς, ευμετάβλητη.
Αξίζει, επ’ αυτού, να σημειωθεί ότι η Κεντρική Τράπεζα αναγνωρίζοντας την ευμετάβλητη φύση των καταθέσεων από ξένους έχει λάβει μέτρα, μέσω των κανόνων διατήρησης ελάχιστης ρευστότητας που επιβάλλει στις τράπεζες, έτσι ώστε το τραπεζικό μας σύστημα να είναι σε θέση να προσαρμόζεται ομαλά σε αυξομειώσεις των καταθέσεων αυτών χωρίς να παρουσιάζονται προβλήματα.
Ερ. Πιστεύετε ότι η κάθοδος στην Κύπρο ξένων τραπεζών θα επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τον κύκλο εργασιών των κυπριακών τραπεζών και θα συρρικνώσει τις μέχρι σήμερα επιδόσεις τους;
Η έλευση στην Κύπρο ξένων τραπεζών αναμένεται να αυξήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ τραπεζών στην κυπριακή αγορά και να ασκήσει πιέσεις στις ήδη εγκαθιδρυμένες τράπεζες. Όμως, σημαντικός λόγος για το ενδιαφέρον ξένων τραπεζών είναι η θέση της Κύπρου ως περιφερειακό χρηματοοικονομικό κέντρο που ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο με την ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ. Συνεπώς, η έλευση των ξένων τραπεζών δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη συρρίκνωση του κύκλου εργασιών των κυπριακών τραπεζών ή των επιδόσεών τους. Στο νέο περιβάλλον, οι εγχώριες τράπεζες θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για αναβάθμιση της εξυπηρέτησης των πελατών τους. Επομένως, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός στην Κύπρο θα έχει επιπρόσθετα οφέλη και για τους καταναλωτές.
Οι επεκτάσεις των τραπεζών στο εξωτερικό
Ερ. Ποια τα σχόλιά σας για τις συνεχείς επεκτάσεις των κυπριακών τραπεζών εκτός Κύπρου;
Η επέκταση κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό δίνει τη δυνατότητα εξόδου από τα στενά πλαίσια της εγχώριας αγοράς και διανοίγει προοπτικές για περαιτέρω ανάπτυξη και πραγματοποίηση σημαντικών κερδών. Παρέχει, επίσης, την ευκαιρία για διασπορά των πηγών κερδοφορίας και, ως εκ τούτου, συμβάλλει στην ευρύτερη κατανομή των επιχειρηματικών κινδύνων. Η περαιτέρω διεθνοποίηση των εργασιών αριθμού εγχώριων τραπεζικών ιδρυμάτων αποτελεί σήμερα κύριο άξονα της στρατηγικής των διοικήσεών τους. Τα τραπεζικά αυτά ιδρύματα στοχεύουν στην εκμετάλλευση των ευκαιριών που παρέχονται στις ξένες χώρες για επίτευξη κερδών, η οποία όμως εμπεριέχει προκλήσεις και κινδύνους. Συνεπώς, η επέκταση των κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό πρέπει να είναι προσεγμένη και να γίνεται σταδιακά. Η Κεντρική Τράπεζα θα συνεχίσει να παρακολουθεί και να εποπτεύει την επέκταση των εργασιών των εγχώριων τραπεζικών ιδρυμάτων με τη δέουσα προσοχή, με απώτερο στόχο οι εργασίες εξωτερικού να συνεχίσουν να έχουν θετική και αυξανόμενη συνεισφορά στα αποτελέσματα των τραπεζικών ιδρυμάτων.
Η πιο σημαντική πρόκληση είναι η ανοδική τάση του πληθωρισμού
Ερ. Ποιες είναι οι προκλήσεις της οικονομίας αυτή τη χρονική συγκυρία;
Η πιο σημαντική πρόκληση είναι η ανοδική τάση του πληθωρισμού στην οικονομία μας τους τελευταίους μήνες. Το Μάιο, ο πληθωρισμός στην Κύπρο, με βάση τον εθνικό δείκτη τιμών καταναλωτή, ανήλθε στο 4,9%. Ο αντίστοιχος εναρμονισμένος δείκτης τιμών, ο οποίος παρακολουθείται πιο στενά στη ζώνη του ευρώ, ανήλθε στο 4,6% στην Κύπρο σε σύγκριση με 3,6% στη ζώνη του ευρώ. Σε μεγάλο βαθμό η έξαρση του πληθωρισμού που παρατηρούμε τους τελευταίους μήνες οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες και ιδιαίτερα στη διεθνή αύξηση της τιμής του πετρελαίου που, δυστυχώς, σύμφωνα με προβλέψεις διεθνών αναλυτών, δεν αναμένεται να ανατραπεί σύντομα. Ταυτόχρονα, όμως, ενδογενείς παράγοντες όπως η αυξημένη εγχώρια ζήτηση συμβάλλουν σε αυτή την έξαρση του πληθωρισμού. Γι’ αυτό το λόγο είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι εγχώριες οικονομικές πολιτικές να μην ενισχύουν τις πληθωριστικές τάσεις αλλά αντίθετα να συμβάλλουν στην χαλιναγώγησή τους.
Με την είσοδό μας στη ζώνη του ευρώ, η νομισματική μας πολιτική προσβλέπει στη σταθερότητα των τιμών σε όλη τη ζώνη του ευρώ. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να ασκεί εγχώρια νομισματική πολιτική ξεχωριστά από εκείνη της ζώνης του ευρώ. Μεταβολή των εγχώριων επιτοκίων για συγκράτηση του πληθωρισμού, σε εθνικό επίπεδο, δεν είναι πλέον δυνατή. Ως εκ τούτου, είναι επιτακτική ανάγκη ο πληθωρισμός στην Κύπρο να μην ξεφεύγει από αυτόν που υπάρχει στη ζώνη του ευρώ. Η δημοσιονομική πολιτική επιβάλλεται να είναι προσεκτική και πειθαρχημένη, έτσι ώστε όχι μόνο να μην συμβάλλει στην έξαρση του πληθωρισμού αλλά να συνεισφέρει στη σταθερότητα των τιμών. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ψηλότερος εγχώριος πληθωρισμός, στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς, διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα του τόπου μας με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσης και την αύξηση της ανεργίας. Αυτό το ενδεχόμενο θα πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα.