Εκτύπωση

Συνέντευξη στην εφημερίδα Χαραυγή


Συνέντευξη του Αθανάσιου Ορφανίδη, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που δόθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2010 στους Κωνσταντίνο Ζαχαρίου και Ανθή Ξενοφώντος

 

Ερ. Ποια είναι η κατάσταση στα δημόσια οικονομικά και πως συγκρίνεται το ύψος του ελλείμματος με τις υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ;

Η κατάσταση η οποία έχει διαμορφωθεί με τα δημόσια οικονομικά είναι πολύ δυσάρεστη, με το ύψος του ελλείμματος να έχει εκτιμηθεί από το Υπουργείο Οικονομικών στο 6% ως ποσοστό του ΑΕΠ. Πιστεύω ότι αυτή η εκτίμηση είναι πιο ρεαλιστική από προηγούμενες εκτιμήσεις που είχε κάνει το Υπουργείο Οικονομικών.

Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες στη ζώνη του ευρώ, το ποσοστό δεν είναι υπερβολικά ψηλό, εκ πρώτης όψεως. Στις μισές περίπου χώρες της ζώνης του ευρώ το δημοσιονομικό έλλειμμα είχε ξεπεράσει το 2009 το 6%.

Υπάρχει όμως μια διαφορά. Στις περισσότερες από αυτές τις χώρες, η οικονομική ύφεση ήταν βαθύτερη σε σχέση με την ύφεση που είχαμε στην Κύπρο. Για το λόγο αυτό η δημοσιονομική τους κατάσταση είχε επηρεαστεί πιο αρνητικά από την ύφεση κατά τη διάρκεια του 2009.

Αυτό διαφέρει, δυστυχώς, από τη δική μας κατάσταση. Στην Κύπρο, η δημοσιονομική επιδείνωση η οποία παρουσιάστηκε τα τελευταία δύο χρόνια και ιδίως κατά την διάρκεια του 2009, οφείλεται μόνο εν μέρει στον προσωρινό παράγοντα της ύφεσης. Αυτό που πρέπει να μας προβληματίζει ιδιαίτερα είναι ότι, δυστυχώς, οι προβλέψεις που έχουμε ενώπιόν μας δείχνουν ότι τα ψηλά ελλείμματα θα συνεχιστούν ακόμη και μετά την ανάκαμψη της οικονομίας, αν δεν υπάρξει αλλαγή πολιτικής. 

Η ύφεση στην ευρωζώνη μείωσε το πραγματικό ΑΕΠ κατά περίπου 4%. Στην Κύπρο η αντίστοιχη μείωση ήταν λίγο πάνω από το 1%. Είναι για αυτό το λόγο που δικαιολογείται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό η αύξηση των ελλειμμάτων στις πλείστες άλλες χώρες.

Ερ. Πού εντοπίζετε το μεγαλύτερο πρόβλημα;

Το μεγαλύτερο πρόβλημα έγκειται στη διαχρονική αύξηση των συνολικών δαπανών του κράτους. Οι δαπάνες του κράτους κυμαίνονταν στις αρχές της δεκαετίας του 90’ στο 30%-35%, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα τελευταία χρόνια κυμαίνονται στο 40% - 45%. Έχουμε δηλαδή μια ιδιαίτερα ανησυχητική αύξηση, ενώ τα στοιχεία του 2009 δείχνουν ότι το ποσοστό των συνολικών δαπανών έχει ξεπεράσει, για πρώτη φορά, σημαντικά το 45%. Με το ρυθμό που κινείται η αύξηση των δαπανών κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ακόμη και το ενδεχόμενο να φτάσουμε στο 50% του ΑΕΠ.

Να σημειώσουμε ότι οι κρατικές δαπάνες για εξυπηρέτηση του χρέους έχουν μειωθεί σημαντικά το 2009 λόγω των χαμηλών επιτοκίων. Παρά ταύτα, είχαμε αυτή την πολύ ανησυχητική αύξηση στις δαπάνες.Αυτή η αυξητική τάση δεν είναι διατηρήσιμη και πρέπει να ανατραπεί, καθώς δεν γίνεται να δαπανούμε όλο και μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ.  Πόσο μεγάλο μέρος του ΑΕΠ μπορεί να αντέξει η οικονομία για φορολογία για να μπορούμε να έχουμε τα αναγκαία έσοδα για τις εν λόγω δαπάνες;

Ερ. Με βάση αυτά τα δεδομένα φαίνεται να υπάρχει κίνδυνος διαχρονικά ψηλών ελλειμμάτων. Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα;

Τα αυξημένα δημοσιονομικά ελλείμματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν κυρίως με περιορισμό των κρατικών δαπανών, που φαίνεται ότι μας έχουν ξεφύγει. Μπορούμε να βασιστούμε και στην αύξηση των εσόδων, κάτι που μπορεί να γίνει για παράδειγμα με την πάταξη της φοροδιαφυγής η οποία θα επιφέρει επιπρόσθετα έσοδα χωρίς να απαιτείται αύξηση των φορολογικών συντελεστών.

Τα ελλείμματα που οφείλονται σε διαχρονική αύξηση δαπανών, όπως στην περίπτωση της Κύπρου, δεν μπορούν να διορθωθούν με αυξήσεις στη φορολογία. Αυτό είναι ανέφικτο. Πρέπει να επικεντρωθούμε μείωση των δαπανών και κατά δεύτερο λόγο στην αύξηση των εσόδων.

Ερ. Ποιες επιπτώσεις θα έχει όμως η μείωση των κρατικών δαπανών στην ανάπτυξη της οικονομίας;

Οι περικοπές δεν πρέπει να αφορούν αναπτυξιακές δαπάνες. Αντίθετα, οι αναπτυξιακές δαπάνες θα πρέπει να ενισχυθούν για να βοηθήσουν, στο βαθμό που μπορούν, στην ενίσχυση και διαχρονική ανάπτυξη της οικονομίας.Η πιο ορθολογιστική προσέγγιση για μείωση των ελλειμμάτων είναι η ανάπτυξη της οικονομίας.

Θέλω επίσης να επισημάνω ότι η οποιαδήποτε αύξηση στη φορολογία, ειδικά αυτή την εποχή, θα αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη της οικονομίας. Ένα τέτοιο μέτρο, δεν θα οδηγήσει άλλωστε ούτε στη δημοσιονομική εξυγίανση μακροπρόθεσμα. Γι αυτό πρέπει να επικεντρωθούμε σε περιορισμό των κρατικών δαπανών για μείωση των ελλειμμάτων και ανατροπή των τάσεων που παρατηρούμε το τελευταίο διάστημα.

Ερ. Τις τελευταίες μέρες πραγματοποιείται ένας δημόσιος διάλογος όσον αφορά τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν. Προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να επικεντρωθεί αυτός ο διάλογος;

Θεωρώ πολύ σημαντικό το γεγονός ότι όλοι σχεδόν οι πολιτικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες στον τόπο αναγνωρίζουν πλέον ότι έχουμε πρόβλημα με τα δημόσια οικονομικά και για αυτό το λόγο βλέπουμε και την προσπάθεια ενός δημόσιου διαλόγου για τη λήψη διορθωτικών μέτρων. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί η ουσιαστική διόρθωση αναγκαστικά θα συμπεριλαμβάνει μείωση δαπανών και βέβαια αυτό  εξυπακούει ότι θα θιγούν τα συμφέροντα ορισμένων ομάδων.

Αναγνωρίζοντας αυτό, έχουμε την επιλογή είτε να προχωρήσουμε συναινετικά και να πάρουμε έγκαιρα τα αναγκαία και ορθολογιστικά μέτρα που θα μας βοηθήσουν να ελαχιστοποιήσουμε το πρόβλημα και να δημιουργήσουμε παράλληλα τις προϋποθέσεις για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, είτε να επιλέξουμε αντιπαραγωγικές αντιπαραθέσεις, κάτι το οποίο σημαίνει ότι θα αναβληθεί η υλοποίηση των αναγκαίων περικοπών στις κρατικές δαπάνες με αποτέλεσμα να πληγεί η μελλοντική ευημερία του τόπου.

Πιστεύω ότι αυτό είναι το δίλημμα που πρέπει να μας απασχολεί αυτή τη στιγμή. Θα ήταν επιθυμητό να έχουμε όσο το δυνατό μεγαλύτερη συναίνεση όλων των κοινωνικών και πολιτικών φορέων του τόπου για να επιλυθεί αυτό το πρόβλημα. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν οι προτάσεις που βρίσκονται υπό συζήτηση αποτελούν μέρος ενός ευρυτέρου σχεδιασμού, αντί η συζήτηση κάθε φορά να επικεντρώνεται στο κάθε μέτρο ξεχωριστά.

Είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό τα μέτρα τα οποία θα ληφθούν να μην βελτιώνουν την κατάσταση μόνο για το 2010 ή μόνο τα επόμενα δύο χρόνια και απλά να αναβάλλουν την λήψη των πιο ορθολογιστικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Δεν πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις απλά και μόνο για να βελτιωθούν τα λογιστικά βιβλία για μια χρονιά. 

Ερ. Δίδετε όμως περισσότερη έμφαση στη διασφάλιση της οικονομίας και όχι στην ευημερία της κοινωνίας.

Πρώτα πρέπει να διασφαλιστεί η ανάπτυξη για να μεγαλώσει η πίτα της οικονομίας. Η επιλογή που έχουμε ενώπιον μας είναι η λήψη διορθωτικών μέτρων που μελλοντικά μπορούν να βοηθήσουν στην περαιτέρω ανάπτυξη της οικονομίας, ώστε να δημιουργηθεί περισσότερος πλούτος και να έχουμε πιο μεγάλη πίτα να μοιραστούμε όλοι.

Η άλλη λύση είναι να αναβάλλουμε συνεχώς τα διορθωτικά μέτρα, κάτι το οποίο θα σημαίνει αυξημένα έξοδα χρηματοδότησης του χρέους και λιγότερη μελλοντική ανάπτυξη. Δεν είναι καλύτερη λύση.

Πράγματι κάποιων τα συμφέροντα θα θιγούν βραχυπρόθεσμα και είναι εδώ που χρειάζεται συναίνεση για λήψη πολιτικής απόφασης.Πριν δύο χρόνια, ο Πρόεδρος Χριστόφιας ανέφερε ότι σε δύσκολες καταστάσεις πρέπει να μοιραζόμαστε το πάπλωμα.  Έτσι, και σε αυτήν την κρίση που αντιμετωπίζουμε πρέπει να δούμε πώς μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα συλλογικά.

Ερ. Ποιες προτάσεις θα καταθέσει η Κεντρική Τράπεζα στα πλαίσια αυτού του δημόσιου διαλόγου;

Οι αποφάσεις όσον αφορά τον τρόπο που πρέπει να περιοριστούν οι κρατικές δαπάνες είναι πολιτικής φύσης. Και είναι εδώ που χρειάζεται, με την ηγεσία μιας κυβέρνησης να επιτυγχάνεται συναίνεση στο σχεδιασμό.

Η Κεντρική μπορεί μέσα από την τεχνογνωσία που διαθέτει να βοηθήσει στην αξιολόγηση προτάσεων. Δεν είναι σωστό , να υποβάλλει δημόσια συγκεκριμένες προτάσεις γιατί αυτό δεν εμπίπτει στο ρόλο και τη δικαιοδοσία της. Αυτό που μπορεί να κάνει, αν βέβαια της ζητηθεί, είναι να συμβάλει και να αξιολογήσει τις υπό συζήτηση προτάσεις αξιοποιώντας την τεχνογνωσία που διαθέτει. 

Ερ. Μπορούν να ληφθούν ορθολογιστικά μέτρα χωρίς όμως να επηρεαστεί αρνητικά ο κοινωνικός χαρακτήρας του κράτους;

Η δημοσιονομική εξυγίανση δεν σημαίνει απαραίτητα και λιγότερο κοινωνικό κράτος. Αντίθετα, για να είναι εφικτή η διατήρηση και η ενίσχυση του κοινωνικού χαρακτήρα του κράτους επιβάλλεται οι δαπάνες που είναι κοινωνικού χαρακτήρα να είναι πολύ προσεκτικά στοχευμένες. Διαφορετικά πώς θα μπορεί αύριο το κράτος να προστατεύσει τις ασθενέστερες τάξεις, όταν τα δημόσια ταμεία δεν είναι πλέον γεμάτα και μάλλον αδειάζουν και η  οικονομική δραστηριότητα, όπως είναι αυτή τη στιγμή, είναι υποτονική, κάτι το οποίο σημαίνει ότι λόγω της ύφεσης έχουν μειωθεί τα έσοδα του κράτους.

Ερ. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι δεν έχει ακόμη επιλυθεί το πρόβλημα με τη φοροδιαφυγή, πόσο εύκολη είναι η στόχευση των επιδομάτων;

Είναι γεγονός ότι η στόχευση των κοινωνικών επιδομάτων δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική και δίκαιη αν βασίζεται μόνο στα εισοδηματικά κριτήρια. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που επιβάλλεται να γίνει αυτή η μεγάλη προσπάθεια για πάταξη της φοροδιαφυγής.

Στο μεταξύ, όμως, πρέπει να προσπαθήσουμε να κινηθούμε προς την κατεύθυνση της στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής. Οι αστόχευτες δαπάνες που οδηγούν σε αλόγιστες σπατάλες θέτουν σε κίνδυνο τον κοινωνικό χαρακτήρα του κράτους. Και πιστεύω ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις.

Ερ. Το πασχαλινό επίδομα, για παράδειγμα, στο οποίο έγινε αναφορά στο παρελθόν, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να δοθεί έγκαιρα και να είναι και κοινωνικά στοχευμένο;

Το 2008 που αποφασίστηκε η παραχώρηση πασχαλινού επιδόματος, είχα  εκφράσει την αντίθεσή μου σε κυβερνητικούς κύκλους, στην αστόχευτη παροχή του, κάτι το οποίο δυστυχώς έγινε και το 2009. Είχα εισηγηθεί τότε όπως αυτό το επίδομα δοθεί κατόπιν αίτησης, ώστε αυτό να είναι στοχευμένο. Πρακτικά αυτό θα μπορούσε να γίνει, καθώς οι αιτητές θα διαβεβαίωναν με ενυπόγραφη δήλωση ότι τα εισοδήματά τους είναι χαμηλά και επίσης ότι η περιουσία τους δεν υπερβαίνει τα όρια τα οποία θα μπορούσε να είχε θέσει το κράτος. Συνεπώς, αν υπάρχουν αυστηρές κυρώσεις κατά ψευδών δηλώσεων, η Κυβέρνηση θα μπορούσε εύκολα να στοχεύσει αυτές τις παροχές. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν είναι δύσκολο να υλοποιηθεί αυτή η πρόταση.

Ερ. Εξαιτίας της επιδείνωσης οι πλείστες χώρες της ΕΕ ήδη βρίσκονται υπό επιτήρηση. Στην ίδια ομάδα αναμένεται να βρεθεί σύντομα και η Κύπρος. Τι σημαίνει αυτό για την οικονομία; 

Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώσει ότι το έλλειμμα μιας χώρας είναι πέραν του 3% και δεν διαφαίνεται ότι θα διορθωθεί στα επόμενα ένα με δύο χρόνια, υποβάλλει συστάσεις και καθιερώνει συγκεκριμένες προθεσμίες για την υλοποίηση διορθωτικών μέτρων τα οποία θα πρέπει να ληφθούν. Σε περίπτωση που αυτό το στάδιο αποτύχει, τότε η ΕΕ περνά στο δεύτερο στάδιο όπου η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να επιβάλει ακόμη και κυρώσεις στο κράτος μέλος.

Ας επικεντρωθούμε όμως στο πρώτο στάδιο που θα αφορά την Κύπρο. Δεν αποτελεί από μόνο του σημαντικό πρόβλημα το γεγονός ότι μια χώρα βρίσκεται σε διαδικασία επιτήρησης. Το σημαντικό πρόβλημα είναι ότι, εφόσον φτάσουμε στο στάδιο αυτό, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο να τεθούν άλλες προτεραιότητες πέραν της γρήγορης μείωσης των ελλειμμάτων.

Αυτό μειώνει κατά πολύ τις επιλογές που έχει ένα κράτος όσον αφορά την πολιτική που θα ήθελε να ακολουθήσει, καθώς υπάρχουν πλέον οι συστάσεις και τα χρονοδιαγράμματα της ΕΕ. Για το λόγο αυτό είναι καλύτερα η κάθε χώρα να προσπαθεί να λύνει τα προβλήματά της πριν μπει σε αυτή την διαδικασία. Ακόμα, όμως, και στην περίπτωση που το κράτος μπει σε αυτή την διαδικασία εξαιτίας μιας ύφεσης, είναι πολύ καλύτερο να εισηγηθεί από μόνο του ένα σχέδιο το οποίο γρήγορα θα επιτρέψει την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών.

Ερ. Πόσο επηρεάζει το ψηλό έλλειμμα το κόστος δανεισμού μιας χώρας και κατ’ επέκταση την ανάπτυξη της οικονομίας;

Τα μεγάλα ελλείμματα αυξάνουν το κόστος του κρατικού δανεισμού, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνονται τα δανειστικά επιτόκια σε μια χώρα, με αρνητικές επιπτώσεις στις αναπτυξιακές προοπτικές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ελλάδα, που προχώρησε σε έκδοση χρέους για πέντε χρόνια με όμως επιτόκιο 6,2%. Για να κατανοήσουμε τη μεγάλη διαφορά που υπάρχει, να αναφέρουμε ότι αν η Γερμανία για παράδειγμα προχωρούσε την ίδια ακριβώς μέρα σε έκδοση πενταετούς ομολόγου, το επιτόκιο θα ήταν κοντά στο 3%. Μιλούμε δηλαδή για τρεις ποσοστιαίες μονάδες επιπρόσθετου κόστους στη χρηματοδότηση του ελληνικού δημοσίου και ο λόγος είναι η δεινή κατάσταση των δημοσίων οικονομικών στη χώρα. Αυτό το ψηλότερο κόστος για το Ελληνικό δημόσιο, θα μετακυλιστεί στο κόστος χρηματοδότησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα σαφώς ψηλότερο κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της χώρας.

Ερ. Ποιοι άλλοι παράγοντες πέραν από το ύψος του δημόσιου ελλείμματος επηρεάζουν το κόστος δανεισμού μιας χώρας;

Καθοριστικός παράγοντας αποτελεί επίσης η υπευθυνότητα που θα δείξει η Κυβέρνηση της χώρας. Ας κάνουμε μια σύγκριση με την Ιρλανδία, η οποία επίσης έχει ψηλά ελλείμματα.  Η Κυβέρνηση της χώρας έχει εξαγγείλει ήδη από πέρσι  σειρά μέτρων για περιορισμό των κρατικών δαπανών. Αυτό είχε πολύ θετικό αντίκτυπο στην αγορά, με αποτέλεσμα η Ιρλανδική Κυβέρνηση να δανείζεται με σαφώς χαμηλότερα επιτόκια από την Ελλάδα. Με τα μέτρα που έχει εξαγγείλει έχει δείξει με ποιο τρόπο θα λύσει τα προβλήματα και φαίνεται ότι έχει πείσει. Συνεπώς δεν έχει σημασία μόνο το ύψος του ελλείμματος αλλά και η υπευθυνότητα που θα δείξει η Κυβέρνηση της χώρας με την εξαγγελία συγκεκριμένων διορθωτικών μέτρων.

Ερ. Η Κύπρος πλήττεται ετεροχρονισμένα από τη διεθνή κρίση, κάτι που ενδεχομένως να έχει ως αποτέλεσμα να εισερχόμαστε στην ύφεση την ώρα που πολλές άλλες χώρες βγαίνουν. Πόσο θα επηρεάσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο τις προσπάθειες προσέλκυσης ξένων επενδύσεων;  

Με την υιοθέτηση του ευρώ είμαστε πολύ καλύτερα προστατευμένοι από προσωρινές διακυμάνσεις στην οικονομία, ενώ δεν έχουμε την ανησυχία για τη σταθερότητα του νομίσματος μας. Για αυτό το λόγο ο ετεροχρονισμός στην ύφεση που αντιμετωπίζει η κυπριακή οικονομία, σε σύγκριση με τη ζώνη του ευρώ γενικότερα, δεν είναι πολύ σημαντικός παράγοντας όσον αφορά την προσέγγιση και διατήρηση ξένων επενδύσεων.

Είναι σημαντικό ωστόσο να διατηρήσουμε ένα περιβάλλον οικονομικής σταθερότητας και αξιοπιστίας. Οι ξένοι επενδυτές πάντα εξετάζουν σε πρώτο στάδιο το βαθμό μακροοικονομικής σταθερότητας της χώρας σε μακροπρόθεσμη βάση, πριν αποφασίσουν να προβούν σε σοβαρές επενδύσεις.

Ερ. Το 2009 εκφράσατε επανειλημμένα δυσαρέσκεια για την αμφισβήτηση του τρόπου λειτουργίας της Κεντρικής. Είχατε μάλιστα αναφέρει ότι αυτό στοίχισε στην Κύπρο. Εκτιμάτε ότι αυτό κόστισε και στις προσπάθειες για προσέλκυση ξένων επενδύσεων;  

Όπως είναι γνωστό, η Κεντρική Τράπεζα ως θεσμός έχει συμβάλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη και στη συνεχή σταθερότητα του τραπεζικού τομέα της Κύπρου, που αυτή τη στιγμή αποτελεί ένα χρηματοοικονομικό κέντρο, με τα μικρά μας δεδομένα της περιοχής.

Πιστεύω ότι η αμφισβήτηση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου της Κεντρικής Τράπεζας έχει αρνητικές επιπτώσεις στον τόπο και θεωρώ ότι πρέπει να το προσέξουμε. Είναι πραγματικά άξιον απορίας γιατί συμβαίνουν τέτοια φαινόμενα και διερωτώμαι ειλικρινά τι συμφέροντα και τι σκοπιμότητες ενδεχομένως να εξυπηρετούνται όταν ορισμένα άτομα αμφισβητούν το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο προκαλώντας με τον τρόπο αυτό ζημιά στον τόπο. Ιδίως όταν αναμφίβολα αυτά τα πρόσωπα αντιλαμβάνονται τη ζημιά που γίνεται.

Ερ. Ποιος άλλος παράγοντας θεωρείται ότι μπορεί να επηρεάσει αυτή την προσπάθεια για προσέλκυση ξένων επενδύσεων;

Η αβεβαιότητα όσον αφορά το φορολογικό καθεστώς. Τι τελευταίες βδομάδες έχουν φτάσει και κοντά μου πληροφορίες που φέρουν ορισμένους ξένους επενδυτές να ανησυχούν για τη συζήτηση που γίνεται για αυξήσεις της φορολογίας, γιατί δεν γνωρίζουν κατ’ αρχή αν υπάρχει τέτοια πρόθεση εκ μέρους της Κυβέρνησης, ενώ δεν μπορούν να αξιολογήσουν τι αυτό μπορεί να σημαίνει και για τους ίδιους.

Ερ. Πότε πιστεύετε ότι θα βγει η Κύπρος από την ύφεση; Χρειάζεται στο πακέτο να περιληφθούν και μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση;

Εκτιμώ ότι στο δεύτερο εξάμηνο του 2010 θα αρχίσει να ανακάμπτει η οικονομία, οπότε δε θεωρώ ότι χρειαζόμαστε μέτρα για έξοδο από την ύφεση. Επαναλαμβάνω όμως ότι είναι σημαντικό να λάβουμε μέτρα για το δημοσιονομικό μας πρόβλημα. Μέτρα τα οποία θα διασφαλίσουν τη συνέχιση της σταθερότητας που είχαμε δείξει και στο παρελθόν, με τον περιορισμό των διαχρονικών ελλειμμάτων. Αυτό θα συμβάλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη.

Ερ. Οι διασυνδέσεις της Κυπριακής οικονομίας με την Ελληνική οικονομία είναι άμεσες. Υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος για την οικονομία ή για το τραπεζικό μας σύστημα από τις δυσάρεστες εξελίξεις στην Ελλάδα;

Οι διασυνδέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι όντως άμεσες και ως εκ τούτου τα προβλήματα την ελληνικής οικονομίας επηρεάζουν άμεσα και την κυπριακή οικονομία. Ο τραπεζικός τομέας είναι άμεσα συνδεδεμένος. Η αξία των μετοχών των κυπριακών τραπεζών  είναι συνδεδεμένη με την αξία των μετοχών των ελληνικών τραπεζών, ενώ διεθνώς οι επενδυτές βλέπουν τις κυπριακές τράπεζας κοντά στις ελληνικές, όταν κάνουν τις αξιολογήσεις και τις μελέτες τους.

Πρέπει ωστόσο να τονίσω ότι οι τράπεζες στην Κύπρο είναι εύρωστες και βρίσκονται σε πολύ υγιή κατάσταση, και παρόλο που η κερδοφορία τους έχει μειωθεί παραμένουν κερδοφόρες, κάτι που είναι σημαντικό για την ευρωστία του συστήματος. Εκτιμώ ότι μπορούμε να αντεπεξέλθουμε και τις δυσάρεστες εξελίξεις στην Ελλάδα. Ευελπιστώ, επίσης, ότι και η κατάσταση στην Ελλάδα θα βελτιωθεί με  την αναμενόμενη βελτίωση της οικονομίας.

Ερ. Η κατάσταση στην Ελλάδα όπως έχει διαμορφωθεί με την αύξηση του κόστους δανεισμού, μπορεί να επηρεάσει και την Κύπρο;

Είναι γεγονός ότι τα επιτόκια στην Κύπρο μπορούν να επηρεαστούν από τις εξελίξεις στην Ελλάδα, γιατί το κόστος χρηματοδότησης των Κυπριακών τραπεζών είναι συνδεδεμένο με το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών στην Ελλάδα. Συνεπώς αν για οποιοδήποτε λόγο αυξηθεί σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης στην Ελλάδα αυτό θα έχει και επιπτώσεις και στην κυπριακή αγορά.

Ερ. Γιατί τα επιτόκια στην Κύπρο παρέμειναν σε ψηλότερα επίπεδα από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ;

Τα επιτόκια (καταθετικά και δανειστικά) των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Κύπρο κατά τη διάρκεια όλου του 2009, ήταν σε σαφώς πιο ψηλά επίπεδα σε σύγκριση με τον μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ.  Θέλω όμως παρενθετικά να επισημάνω ότι τα επιτόκια ήταν σαφώς πιο χαμηλά από εκείνα που θα ίσχυαν εάν δεν είχαμε ενταχθεί έγκαιρα στη ζώνη του ευρώ.

Θέλω να αναφερθώ σε τρεις παράγοντες που δεν επέτρεψαν τη μείωση των δανειστικών επιτοκίων στον επιθυμητό βαθμό. Τον πρώτο παράγοντα αποτέλεσε η καθυστέρηση στη λήψη της απόφασης για έκδοση των τριετών ειδικών ομολόγων, ύψους 3 δις ευρώ για άντληση φτηνής ρευστότητας από το ευρωσύστημα. Η Κεντρική Τράπεζα είχε εισηγηθεί τον Οκτώβριο του 2008 στο Υπουργείο Οικονομικών όπως γίνει η αναγκαία προετοιμασία ώστε να είναι έτοιμη η Κύπρος, σε περίπτωση που θα χρειαζόταν και για τη δική μας οικονομία να εκδώσουμε αυτά τα ομόλογα. Η εισήγηση αυτή κατατέθηκε ενώ βρισκόμασταν στο αποκορύφωμα της κρίσης, μετά και τη Συμφωνία Κορυφής των ηγετών των κρατών - μελών της ΕΕ,  όσον αφορά τα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν από τις Κυβερνήσεις για στήριξη των εθνικών οικονομιών, είτε άμεσα είτε μέσω του τραπεζικού τομέα, προκειμένου να αντεπεξέλθουν πιο καλά στις συνέπειες της κρίσης.

Υπενθυμίζω ότι, από το Σεπτέμβριο του 2008 μέχρι το Δεκέμβριο του 2009 που τελικά υλοποιήθηκε η πρόταση της Κεντρικής Τράπεζας, το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μειώθηκε από 4,25% σε 1% που υποδεικνύει τη χρησιμότητα αυτού του μέτρου αν είχε εφαρμοστεί νωρίτερα. Με την υλοποίηση του μέτρου το Δεκέμβριο του 2009, ποσό 2,2 δις ευρώ από τα 3 δις ευρώ που είναι το συνολικό ποσό των κυβερνητικών ομολόγων, έχουν διοχετευτεί στο σύστημα και ήδη υπάρχουν σημάδια αποκλιμάκωσης των επιτοκίων.

Ο δεύτερος παράγοντας που εμπόδισε τη σημαντική μείωση των επιτοκίων στην Κύπρο μέσα στο 2009 ήταν το έντονο κλίμα αμφισβήτησης του νομικού πλαισίου λήψης αποφάσεων σε εποπτικά θέματα που δημιουργήθηκε τους πρώτους μήνες του έτους, με αποτέλεσμα να πληγεί η φήμη του εποπτικού μας πλαισίου διεθνώς  και να επηρεαστεί αρνητικά η προσέλκυση ξένων καταθέσεων.  Αντιλαμβάνεστε ότι επιπρόσθετες καταθέσεις θα οδηγούσαν σε μείωση των επιτοκίων.

Ο τρίτος παράγοντας που κράτησε τα επιτόκια σε ψηλά επίπεδα ήταν ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ΣΠΙ) και εμπορικών τραπεζών με ορισμένα ΣΠΙ να διατηρούν τα καταθετικά τους επιτόκια σε πιο ψηλά επίπεδα από αυτά των εμπορικών τραπεζών.  Αυτή η στρέβλωση στην αγορά απέτρεψε τη γρηγορότερη μείωση του κόστους χρηματοδότησης των τραπεζών και συνεπακόλουθα των δανειστικών επιτοκίων των τραπεζών.  Σημειώνω ότι έχω κάνει επανειλημμένα υποδείξεις προς τις τράπεζές μας για μειώσεις των επιτοκίων τους, οι οποίες συνεπάγονται σημαντικές απώλειες καταθέσεων από τις τράπεζες προς ορισμένα Συνεργατικά που διατηρούν ψηλότερα επιτόκια.  Υπενθυμίζω ότι τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα δεν εμπίπτουν στην εποπτεία της ΚΤΚ.

Ερ. Μα δεν υπήρχαν περιπτώσεις όπου εμπορικές τράπεζες πρόσφεραν ψηλότερα επιτόκια και γι’ αυτό το λόγο τα ΣΠΙ μπήκαν στην αντεπίθεση;

Παραδείγματα υπάρχουν αλλά δεν είναι χρήσιμο να εξετάζουμε επιλεκτικά κάποιες περιπτώσεις. Σημασία έχει να δούμε συνολικά τι έγινε.  Συγκεκριμένα, κατά το 2009, πολλά ΣΠΙ διατήρησαν τα καταθετικά τους επιτόκια περίπου ½ ποσοστιαία μονάδα πιο πάνω από τα αντίστοιχα των εμπορικών τραπεζών. Με τον τρόπο αυτό προσέλκυσαν σημαντικό ποσοστό καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες. Το γεγονός αυτό αποτελεί στρέβλωση στην αγορά και θέλω να εκφράσω την πεποίθηση  ότι με τη συνεργασία με τον Έφορο των ΣΠΙ  κ. Λύρα, τα προβλήματα αυτά μπορούν να διορθωθούν.

Αυτό δε θα ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα αν τουλάχιστον οι καταθέσεις αυτές διοχετεύονταν στη συνέχεια προς την αγορά μέσω δημιουργίας νέων χορηγήσεων από τα ΣΠΙ. Όμως αυτό δεν συνέβηκε  στο βαθμό που θα αναμέναμε.  Σύμφωνα με στοιχεία που αφορούν μόνο τους κατοίκους Κύπρου, οι καταθέσεις των τραπεζών μειώθηκαν συνολικά το 2009 κατά περίπου 700 εκ. ευρώ, σε αντίθεση με τα ΣΠΙ τα οποία παρουσίασαν αύξηση γύρω στα 2 δις ευρώ. Όσον αφορά τις χορηγήσεις, το χαρτοφυλάκιο των τραπεζών αυξήθηκε  κατά 1,8 δις ευρώ παρά τη μείωση των καταθέσεων, ενώ η αντίστοιχη αύξηση στις χορηγήσεις από τα ΣΠΙ ήταν μόλις 1 δις ευρώ παρά το ότι η αύξηση των καταθέσεων ήταν της τάξης των 2 δις.  Το γεγονός αυτό με προβληματίζει. Είμαι σε στενή επαφή με τον κ. Λύρα και ευελπιστώ ότι σε συνεργασία μαζί του θα αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα. Διαχρονικά, είναι πολύ σημαντικός ο ρόλος του συνεργατικού κινήματος στην Κύπρο και πρέπει να τον προστατέψουμε και να βεβαιωθούμε  ότι λειτουργεί σε υγιή βάση.

Ερ. Το επιτόκιο της ΕΚΤ βρίσκεται σήμερα στο χαμηλό επίπεδο του 1%. Με την ανάκαμψη της οικονομίας στην Ευρωζώνη αναμένεται, ωστόσο, ότι θα κινηθεί ανοδικά. Πόσο θα επηρεάσει την κυπριακή οικονομία μια ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου;

Θα ήθελα πρώτα να επαναλάβω ότι τα επιτόκια, σήμερα που η Κύπρος είναι μέλος της ζώνης του ευρώ, είναι πολύ χαμηλότερα απ’ ότι θα ήταν εάν δεν είχαμε υιοθετήσει το ευρώ. Συγκριτικά όμως με το μέσο όρο των επιτοκίων στη ζώνη του ευρώ κατά το 2009,  τα επιτόκια στη χώρα μας παρέμειναν σε πιο ψηλά επίπεδα για τους λόγους που προανέφερα στην προηγούμενή σας ερώτηση. Παρατηρούμε όμως το τελευταίο καιρό μια σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων ως αποτέλεσμα εν μέρει και της πρόσφατης έκδοσης των ειδικών κυβερνητικών ομολόγων στην Κύπρο.  Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αναμένω αύξηση των εγχώριων επιτοκίων.  Μεγαλύτερη ανησυχία για αύξηση στα εγχώρια επιτόκια πρέπει να προκαλείται από το ενδεχόμενο περαιτέρω επιδείνωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος.