Oμιλία του Αθανάσιου Ορφανίδη, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, στη δημοσιογραφική διάσκεψη για την παρουσίαση της Ετήσιας Έκθεσης της Τράπεζας για το 2007
Λευκωσία, 17 Απριλίου 2008
Το 2007 αποχαιρετήσαμε την Κυπριακή λίρα ως το επίσημο νόμισμά μας. Η ένταξή μας στην οικονομικά σταθερή και ισχυρή ζώνη του ευρώ από την 1 Ιανουαρίου 2008 ήταν, πιστεύω, ένα από τα πιο σημαντικά οικονομικά επιτεύγματα της χώρας μας. Η επιτυχία αυτή έγινε κατορθωτή παρά την αβεβαιότητα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον που προκλήθηκε κατά το δεύτερο μισό του έτους.
Οι οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο το χρόνο που πέρασε ήταν γενικά θετικές. Το 2007 καταγράφηκαν ψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας, βελτιωμένα δημοσιονομικά μεγέθη, σχετικά χαμηλός πληθωρισμός και χαμηλή ανεργία. Ως αποτέλεσμα, μέσα στο 2007 ικανοποιήθηκαν όλα τα ονομαστικά κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, τα οποία αποτελούσαν προϋπόθεση για την ένταξη της Κύπρου στη ζώνη του ευρώ. Η ικανοποίηση των κριτηρίων αυτών, που ως γνωστό, αφορούν το δημοσιονομικό έλλειμμα, το δημόσιο χρέος, τα επιτόκια, τον πληθωρισμό και τη συναλλαγματική σταθερότητα, επιβεβαιώθηκε με τις Εκθέσεις Σύγκλισης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) το Μάιο του 2007, οι οποίες προηγήθηκαν της ιστορικής απόφασης του Συμβουλίου Υπουργών της 10 Ιουλίου 2007.
Η υιοθέτηση του ευρώ στην Κύπρο διανοίγει νέες ευκαιρίες και διευρύνει τις προοπτικές της οικονομίας και των πολιτών της. Τα οφέλη που μπορούμε να έχουμε είναι γνωστά και θα αποφύγω να τα επαναλάβω. Θα ήθελα, όμως, να επικεντρωθώ σε ένα συγκεκριμένο όφελος, που οι σημερινές πολιτικές συνθήκες και εξελίξεις μας το υπενθυμίζουν έντονα. Το ευρώ είναι ένα ισχυρό ενοποιητικό στοιχείο για την Κύπρο που συμβάλει σημαντικά στην υπερπήδηση πολλών προβλημάτων και εμποδίων, συνεισφέροντας, έτσι, γενικότερα, στη βελτίωση των συνθηκών για συνολική λύση του πολιτικού προβλήματος της χώρας μας.
Η ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ από τον περασμένο Ιανουάριο έχει επιφέρει και σημαντικές αλλαγές για την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ) και το ρόλο της. Ο Διοικητής της ΚΤΚ συμμετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ως ισότιμο μέλος με δυνατότητα παρεμβάσεων τόσο σε θέματα νομισματικής πολιτικής όσο και σε άλλα θέματα πολιτικής που απασχολούν το Συμβούλιο. Καθήκον όλων στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ είναι η συμβολή στη διαμόρφωση και εφαρμογή της κοινής νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ. Πρωταρχικός στόχος είναι η διαχρονική προστασία της σταθερότητας των τιμών προς όφελος όλων των πολιτών της ζώνης του ευρώ.
Ο νέος για μας ρόλος εντός του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, εξυπακούει τη στενότερη παρακολούθηση και ανάλυση των οικονομικών εξελίξεων στη ζώνη του ευρώ. Ασφαλώς, όμως, ο κάθε Διοικητής εθνικής Κεντρικής Τράπεζας που συμμετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ είναι σε πολύ καλή θέση να παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην χώρα του. Έτσι, εμείς, ως Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εκτός από τη γενικότερη ευθύνη μας για παρακολούθηση, ανάλυση και αξιολόγηση των εξελίξεων στη ζώνη του ευρώ, έχουμε ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τη σχέση τους με την πορεία δεικτών της οικονομίας μας, όπως της οικονομικής δραστηριότητας, των πληθωριστικών εξελίξεων, της δημοσιονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας.
Στα πλαίσια του νέου ρόλου της ΚΤΚ, προβαίνουμε σε παραινέσεις προς τους αρμόδιους οικονομικούς φορείς της χώρας μας, εκφράζοντας τις απόψεις μας για την πολιτική που θα συντελέσει για τη διασφάλιση της μακροοικονομικής σταθερότητας στην Κύπρο. Οι συχνές παραινέσεις μας οι οποίες βασίζονται πάντα σε ενδελεχή στοιχεία και αναλύσεις, όσον αφορά, για παράδειγμα, στην ανάγκη για συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων και διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και βιωσιμότητας στην Κύπρο, δεν πρέπει να ξενίζουν. Έγνοια μας πάντα είναι η διαμόρφωση ορθών αποφάσεων που εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της κυπριακής οικονομίας και των πολιτών της, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά την ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ.
Στην Ετήσια Έκθεση που παρουσιάζεται σήμερα περιγράφονται οι εγχώριες οικονομικές εξελίξεις του έτους καθώς και οι σημαντικοί παράγοντες που επηρέασαν τα μακροοικονομικά μεγέθη και την οικονομική δραστηριότητα στη χώρας μας κατά το υπό επισκόπηση έτος, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών εξελίξεων.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι, τόσο κατά το 2007 όσο και τη φετινή χρονιά μέχρι σήμερα, η Κυπριακή οικονομία δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τις αρνητικές διεθνείς χρηματοοικονομικές εξελίξεις. Γενικά, τα θεμελιώδη οικονομικά δεδομένα της χώρας μας παραμένουν θετικά, ενώ το τραπεζικό μας σύστημα εξακολουθεί να παραμένει εύρωστο και υγιές.
Συνολικά, όπως αναλυτικά προκύπτει από την Έκθεση, το 2007 ήταν μια καλή χρονιά από οικονομικής σκοπιάς. Συγκεκριμένα, το πραγματικό Α.Εγχ.Π. διευρύνθηκε κατά 4,4% σε πραγματικούς όρους σε σύγκριση με 4,0% το 2006, ενώ η ανεργία μειώθηκε στο 3,9% από το 4,5% τον προηγούμενο χρόνο. Τα στοιχεία αυτά συνηγορούν στο ότι η οικονομική δραστηριότητα κυμαινόταν σε ρυθμούς κάπως ψηλότερους από τους δυνητικούς. Ταυτόχρονα, η δημοσιονομική κατάσταση βελτιώθηκε καταγράφοντας πλεόνασμα της τάξης του 3,3% του Α.Εγχ.Π., κυρίως, λόγω των απρόσμενα ψηλών δημοσίων εσόδων που σχετίζονται με την έξαρση που παρατηρήθηκε στην αγορά ακινήτων.
Όμως, η ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ μας φέρνει άμεσα αντιμέτωπους με νέες προκλήσεις και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να επαναπαυθούμε, αλλά να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε προγραμματισμένα, μελετημένα και μεθοδικά. Αναφέρω χαρακτηριστικά το γεγονός της σημαντικής μείωσης των επιτοκίων για την Κύπρο που αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά και διαχρονικά οφέλη στην οικονομία, τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις. Το μακροχρόνιο αυτό σημαντικό όφελος, δημιούργησε ταυτόχρονα, λόγω των οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν, μια βραχυπρόθεσμη πρόκληση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η πρόκληση αυτή αφορά την ανάγκη αντιμετώπισης της υπερθέρμανσης της οικονομίας που τροφοδοτήθηκε από αυτή τη μείωση των επιτοκίων σε σύγκριση με το επίπεδο που θα επικρατούσε αν δεν μπαίναμε στη ζώνη του ευρώ.
Όντως η πιο σημαντική πρόκληση αυτή τη στιγμή για την οικονομία μας είναι οι εγχώριες πληθωριστικές τάσεις που τροφοδοτούνται τόσο από εξωγενείς παράγοντες, αλλά και από την εγχώρια αυξημένη ζήτηση. Θα ήθελα να σημειώσω, χαρακτηριστικά, τη δραματική αύξηση της τιμής του πετρελαίου, αλλά και τον υπέρμετρα αυξημένο ρυθμό αύξησης των δανείων και των νομισματικών μεγεθών που αντανακλούν παραστατικά αυτή την υπέρμετρη αύξηση της ζήτησης.
Η μεγάλη επέκταση των εγχώριων πιστώσεων προς ένα κυρίως τομέα, τον κατασκευαστικό, ήταν εξάλλου και ο λόγος που είχαμε πάρει και προληπτικά μέτρα για τις δανειοδοτήσεις από τον Ιούλιο του 2007. Αυτό που προβλημάτισε ιδιαίτερα, ήταν οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι για την ευρωστία του τραπεζικού συστήματος από αυτή την εξέλιξη. Πιστεύω, όμως, ότι τα προληπτικά μέτρα που έχουν ληφθεί, έχουν προλάβει σε μεγάλο βαθμό αυτό το πρόβλημα. Συγκεκριμένα, η σημαντική επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης που παρατηρήθηκε κατά το 2006 και 2007 έχει μετριαστεί, αν και οι ρυθμοί ανάπτυξης τους τελευταίους μήνες εξακολουθούν να είναι γοργοί. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι τα μέτρα αυτά προστάτευσαν σε μεγάλο βαθμό την οικονομία μας από τη διεθνή αναταραχή που ξεκίνησε στην αγορά ακινήτων και τον τραπεζικό τομέα στις ΗΠΑ και η οποία ακόμα εξελίσσεται. Μετριάσαμε δηλαδή ενδεχόμενα προβλήματα που αντιμετωπίζονται ακόμα και στην Ευρώπη, για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και την Ισπανία όπου η αγορά των ακινήτων παρουσίασε σημαντική κάμψη.
Η προσεκτική από μέρους μας παρακολούθηση των εξελίξεων αναφορικά με το θέμα αυτό είναι επιτακτική. Όπως έχω ξαναπεί, γενικά, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε σχέση με τα πιο πάνω προληπτικά μέτρα δανειοδότησης, στηρίζονται πάντα πάνω στις τρέχουσες εξελίξεις και δεδομένα, καθώς και στις εκτιμήσεις και προσδοκίες για τον τομέα και την οικονομία γενικότερα. Θεωρούμε ότι οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζαμε για την ευρωστία του τραπεζικού μας συστήματος το περασμένο καλοκαίρι έχουν μειωθεί λόγω των μέτρων που πήραμε τον Ιούλιο του 2007 και σήμερα πιστεύουμε πως βρισκόμαστε πιο κοντά στην ομαλοποίηση της κατάστασης. Παρακολουθούμε στενά την κατάσταση, έχουμε συνεχή επαφή με τις τράπεζες, και άλλους φορείς και ανταλλάσουμε απόψεις και στοιχεία. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με πληροφορίες από άλλες πηγές, τυγχάνουν ενδελεχούς επεξεργασίας και αξιολόγησης στην προσπάθειά μας να διαμορφώσουμε αντικειμενική άποψη για την παρούσα και μελλοντική πορεία των κινδύνων του τραπεζικού τομέα που σχετίζονται με τον κατασκευαστικό τομέα. Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι η επιτάχυνση που παρουσιάζουν τα στεγαστικά δάνεια έχει ανακοπεί ενώ υπάρχουν ενδείξεις για επιβράδυνση στο προσεχές μέλλον. Με βάση τις εξελίξεις αυτές η ΚΤΚ εκτιμά ότι βρισκόμαστε πολύ πλησιέστερα στην επαναφορά των μέτρων στα προ του Ιουλίου 2007 επίπεδα, θέση την οποία άφησε να διαφανεί σε συναντήσεις, τον τελευταίο μήνα, με ενδιαφερόμενους φορείς.
Παράλληλα, οι εξωγενείς και οι εγχώριες προκλήσεις και οι επιπτώσεις τους για την κυπριακή οικονομία θα πρέπει να μας προβληματίζουν. Ήδη, ο πληθωρισμός στην Κύπρο ανήλθε στο 4,4% τον περασμένο Μάρτιο σε σχέση με 3,6% στη ζώνη του ευρώ την ίδια περίοδο, ενώ κατά τους τελευταίους μήνες διατηρείται συστηματικά σε σαφώς πιο ψηλά επίπεδα από εκείνα της ζώνης του ευρώ. Εκτός από το εγχώριο περιβάλλον υπερθέρμανσης της οικονομίας, εξωγενείς παράγοντες, όπως η άνοδος της διεθνούς τιμής του πετρελαίου και των σιτηρών έχουν συμβάλει σημαντικά στη διαμόρφωση των πληθωριστικών αυτών τάσεων.
Στην οικονομία μας το πρόβλημα του πληθωρισμού είναι ιδιαίτερα οξύ διότι τώρα που είμαστε στη ζώνη του ευρώ δεν μπορούμε πλέον με εγχώρια νομισματική πολιτική να συγκρατήσουμε αυξήσεις των τιμών που είναι μεγαλύτερες από εκείνες στη ζώνη του ευρώ γενικά. Αυτό σημαίνει ότι αν οι πληθωριστικές τάσεις στην Κύπρο συνεχίσουν να διατηρούνται υψηλότερες σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ, η ανταγωνιστικότητα του τόπου μας θα μειωθεί αναπόφευκτα λόγω αυξημένων τιμών και κόστους παραγωγής. Δυστυχώς, η διατήρηση των πληθωριστικών τάσεων στην Κύπρο σε ψηλότερα επίπεδα από εκείνα των ανταγωνιστών χωρών-μελών της ζώνης του ευρώ, αναμένεται να συνεχίσει λόγω της ύπαρξης της ΑΤΑ στην Κύπρο, σε αντίθεση με το τι συμβαίνει κατά κανόνα στις χώρες της ζώνης του ευρώ. Φυσικά κάτι τέτοιο θα έχει αρνητικές συνέπειες στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα στην αγορά εργασίας και, κατ’ επέκταση, στα δημοσιονομικά μεγέθη, με ενδεχόμενο περιορισμό των δυνατοτήτων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής του κράτους.
Συνυφασμένη με τις πιο πάνω προκλήσεις είναι και η διεύρυνση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2007, που επηρεάζεται επίσης από εξωγενείς παράγοντες αλλά και από την εγχώρια αυξημένη ζήτηση. Επειδή, η σημαντική αυτή επιδείνωση δεν μπορεί πλέον να ελεγχθεί άμεσα με τη μεταβολή των εγχώριων επιτοκίων, η εξέλιξη αυτή πρέπει επίσης να μας προβληματίσει. Θα πρέπει επίσης να μας υπενθυμίσει το σημαντικό ρόλο, που διαδραματίζει στην αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων η δημοσιονομική πολιτική, η οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικό υπό τις παρούσες συνθήκες να είναι προσηλωμένη στη διατήρηση της μακροοικονομικής σταθερότητας και πειθαρχίας.
Εκτός από τις προκλήσεις που ανέφερα, που είναι στη βάση τους βραχυπρόθεσμες, υπάρχουν, φυσικά, όπως σημείωσα πολλές φορές στο παρελθόν, και οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις για την οικονομία μας και οι οποίες υπογραμμίζονται στις Εκθέσεις Σύγκλισης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ του Μαΐου του 2007. Πρώτα, είναι η επιβαλλόμενη προσπάθεια για αύξηση της παραγωγικότητας του τόπου μας σε ρυθμούς όχι χαμηλότερους από τις μισθολογικές αυξήσεις, ώστε να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί και να βελτιώσουμε περισσότερο το βιοτικό επίπεδο των Κυπρίων. Σε αντίθετη περίπτωση, ζημιωμένη θα είναι η κυπριακή οικονομία και η ανταγωνιστικότητά της, με αρνητικές συνέπειες στην απασχόληση και στους πραγματικούς μισθούς των εργαζομένων.
Επίσης, ιδιαίτερη έμφαση στη μακροχρόνια οικονομική πολιτική θα πρέπει να δοθεί στη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Η μεγάλη πρόκληση της γήρανσης του πληθυσμού στην Κύπρο και οι μακροχρόνιες επιπτώσεις στο Ταμείο Κοινωνικών Συντάξεων, που, σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, είναι οι χειρότερες από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να αναγνωριστούν και να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Γι’ αυτό, είναι με ιδιαίτερη ικανοποίηση που βλέπω σήμερα να διεξάγεται, με συντονισμό από την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ένας σοβαρός διάλογος και συζήτηση μεταξύ των εμπλεκομένων, με στόχο την αντιμετώπιση του προβλήματος και εξεύρεση βιώσιμης λύσης.
Το 2007 έφυγε με καλές συνθήκες αλλά και προκλήσεις. Ξεκινούμε, το 2008 με ένα νέο νόμισμα και μια νέα αρχή για την οικονoμία μας. Μέσα στο περιβάλλον της ζώνης του ευρώ, η ανάγκη για μια πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική και για εφαρμογή δομικών αλλαγών γίνεται ακόμα πιο επιτακτική. Εξάλλου, η συνέχιση της εξυγίανσης των δημοσίων οικονομικών προσφέρει τη δυνατότητα για πιο ορθολογιστική και διατηρήσιμη κοινωνική πολιτική. Μια τέτοια πολιτική συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να διασφαλιστεί διαχρονικά η πρόοδος και η συνεχής αύξηση του βιοτικού επιπέδου του λαού μας.
Η ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ προσφέρει μεγάλες ευκαιρίες και προοπτικές. Οι προοπτικές αυτές μπορούν να γίνουν πράξη με αυστηρή προσήλωση στις σύγχρονες επιλογές και ορθολογιστικές πολιτικές που προανέφερα. Με σωστό προγραμματισμό και βούληση η επιτυχία μας δε μπορεί παρά να είναι εξασφαλισμένη.