Εκτύπωση

Ομιλία της Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, κυρίας Χρυστάλλας Γιωρκάτζη, στη συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τον Προϋπολογισμό του 2018


Λευκωσία,  28 Νοεμβρίου 2017

 

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση να καταθέσω τις απόψεις μου ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με την ευκαιρία της συζήτησης του Προϋπολογισμού του κράτους για το έτος 2018.  Η παρουσία μου εδώ αποτελεί ταυτόχρονα καθήκον και ευθύνη.

Σήμερα, οι μεγάλες μακροοικονομικές ανισορροπίες που συσσωρεύτηκαν πριν από την κρίση την οποία έζησε η χώρα , μειώνονται σταδιακά και σταθερά.  Η αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) έχει επιταχυνθεί για τρία συνεχή έτη και, παράλληλα, αν και με κάποια χρονική υστέρηση, η ανεργία μειώνεται. Την ίδια περίοδο, τα δημόσια οικονομικά έχουν βελτιωθεί, ενώ και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε σημαντικά εν μέρει και ως αποτέλεσμα της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας.  Στο χρηματοοικονομικό τομέα, η ρευστότητα των τραπεζών έχει βελτιωθεί, ενώ ο ELA έχει εξοφληθεί πλήρως από την Τράπεζα Κύπρου τον Ιανουάριο του 2017.   Η αξιοπιστία του τραπεζικού τομέα αποκαθίσταται ολοένα και σε μεγαλύτερο βαθμό και το γεγονός αυτό αντανακλάται στην καθαρή εισροή καταθέσεων τόσο από κατοίκους όσο και από μη κατοίκους Κύπρου.  Η σημαντική επίσης πρόοδος που σημειώθηκε στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μαζί με όλα τα προαναφερθέντα, οδήγησε σε μια σειρά αναβαθμίσεων της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, η οποία βρίσκεται πλέον μόνο ένα σκαλοπάτι κάτω από την επενδυτική βαθμίδα.  Ως αποτέλεσμα, η χώρα επέστρεψε στις αγορές με ολοένα και ευνοϊκότερους όρους. Σημειώνεται ότι η απόδοση του δεκαετούς κυπριακού ομολόγου βρίσκεται σήμερα κοντά στο 1,6% σε σχέση με 8,4% στο τέλος του 2013.

Παρά τις θετικές εξελίξεις, σημαντικά προβλήματα και προκλήσεις εξακολουθούν να παραμένουν, όπως το ιδιαίτερα υψηλό χρέος του ιδιωτικού (339%) και δημόσιου τομέα (104% του ΑΕΠ), αλλά και το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (45%) παρά τη μείωση κατά €5,5 δισ. ή 20% από το τέλος του 2014.  Το υψηλό χρέος και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια καθιστούν την οικονομία πιο ευάλωτη σε ενδεχόμενους  δυσμενείς εσωτερικούς ή εξωτερικούς κραδασμούς.

Επιτρέψετέ μου τώρα να παραθέσω με περισσότερη λεπτομέρεια την πρόοδο που επιτεύχθηκε έως σήμερα.

Μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια ύφεσης, και παρά το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον, το ΑΕΠ σημείωσε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης 2% και 3% το 2015 και 2016, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία που αφορούν τους πρώτους εννέα μήνες του 2017, ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης κατέγραψε περαιτέρω βελτίωση, φθάνοντας το 3,8% σε ετήσια βάση και με εποχιακά διορθωμένα στοιχεία. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η ανάπτυξη καταγράφεται στους πλείστους οικονομικούς τομείς, αλλά κατά κύριο λόγο στους τομείς του Χονδρικού και Λιανικού Εμπορίου, των Ξενοδοχείων και Εστιατορίων (τουρισμός), των Κατασκευών καθώς και των Επαγγελματικών, Επιστημονικών και Τεχνικών Δραστηριοτήτων. Εξαίρεση αποτελεί ο τομέας των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων και αυτό προκύπτει ως συνέπεια της υπό εξέλιξη απομόχλευσης δανείων. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ολότελα αρνητικό στοιχείο αφού η απομόχλευση των δανείων βοηθά στη μείωση του υψηλού ιδιωτικού χρέους.

Με βάση τις προβλέψεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, όπως αυτές έχουν δημοσιευθεί στο Οικονομικό Δελτίο Ιουνίου 2017, το ΑΕΠ για ολόκληρο το 2017 αναμενόταν να φθάσει στο 3,1%. Σημαντική συνεισφορά αναμενόταν να έχει η εγχώρια ζήτηση (ιδιωτική κατανάλωση και επενδύσεις) και σε μικρότερο βαθμό οι καθαρές εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών.  Με βάση, όμως, τις πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις, όπως τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου αλλά και την εξαιρετική τουριστική χρονιά, οι μακροοικονομικές προβλέψεις αναθεωρούνται ανοδικά στα πλαίσια του τρέχοντος γύρου προβλέψεων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που θα ολοκληρωθεί τον Δεκέμβριο του 2017 και πλέον αναμένεται ότι το ΑΕΠ φέτος θα αυξηθεί με ρυθμούς κοντά στο 4%.  Ας σημειωθεί ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στις τελευταίες του προβλέψεις για την κυπριακή οικονομία (Οκτώβριος 2017), αναφέρεται σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 3,4% το 2017, σε 2,4% το 2019 και σε 2,2% το 2022, ενώ σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Νοέμβριος 2017), η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να φθάσει στο 3,5% το 2017, και να μειωθεί το 2018 και το 2019, παραμένοντας ωστόσο ισχυρή στο 2,9% και 2,7%, αντίστοιχα.

Σε συνάρτηση με τις θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις, η αγορά εργασίας αναμένεται να σημειώσει περαιτέρω διόρθωση.  Σύμφωνα με στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού, η ανεργία ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού το δεύτερο τρίμηνο του 2017 μειώθηκε στο 10,6% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2015 όταν τότε κορυφώθηκε στο 17,6%. Παράλληλα, από τα στοιχεία για την εγγεγραμμένη ανεργία διαφαίνεται περαιτέρω μείωση το τρίτο τρίμηνο του 2017. Η απασχόληση συνεχίζει να παρουσιάζει θετικές επιδόσεις, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 2,8% για ολόκληρο το 2016 και 3,1% για το πρώτο εξάμηνο του 2017.  Όσον αφορά τις προβλέψεις, το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να σημειώσει περαιτέρω μείωση, φτάνοντας σε μονοψήφιο αριθμό το 2018 , κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης ανάκαμψης της απασχόλησης και της ευελιξίας που επέδειξε η κυπριακή αγορά εργασίας σε σχέση με τους μισθούς κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Όσον αφορά τις τιμές, από τον Δεκέμβριο του 2016, ο  πληθωρισμός στην Κύπρο επανήλθε σε θετικά επίπεδα, μετά από τρία συνεχή έτη ετήσιων αρνητικών ρυθμών. Πιο συγκεκριμένα, κατά τους πρώτους δέκα μήνες του 2017, ο εναρμονισμένος εγχώριος πληθωρισμός έφτασε στο 0,8%, σε σύγκριση με μείωση 1,4% την αντίστοιχη περίοδο του 2016. Σημαντικό γεγονός αποτελεί και η συνεχής ανοδική πορεία που καταγράφει ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο πληθωρισμός που δεν περιλαμβάνει τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, ο οποίος ανήλθε στο 0,4% τους πρώτους δέκα μήνες του 2017 από -0,9% την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Η ανοδική πορεία τόσο του εναρμονισμένου εγχώριου πληθωρισμού όσο και του δομικού πληθωρισμού οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ενδυνάμωση του εγχώριου οικονομικού περιβάλλοντος και στην ανάκαμψη των τιμών των υπηρεσιών, ιδιαίτερα σε τουριστικές υπηρεσίες λόγω και της μεγάλης ζήτησης που παρατηρείται στον τομέα. Επιπρόσθετα, η αύξηση στο συνολικό πληθωρισμό οφείλεται εν μέρει και στην αύξηση των τιμών της ενέργειας, ως επακόλουθο των αυξημένων τιμών του πετρελαίου.

Αναμένεται ότι ο εγχώριος πληθωρισμός θα συνεχίσει να κινείται σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα το 2018, λόγω, κυρίως, της περαιτέρω ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και μιας μικρής αναμενόμενης αύξησης των μισθών.  Επιπλέον, ώθηση στην αύξηση των τιμών μπορεί να προέλθει και από ενδεχόμενη περαιτέρω άνοδο στην τιμή του πετρελαίου.  Υπενθυμίζω ότι στόχος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι η σταθερότητα των τιμών, η οποία ορίζεται ως η επίτευξη πληθωρισμού κάτω αλλά πλησίον του 2%.

Σε ό,τι αφορά τα δημόσια οικονομικά, και ιδιαίτερα σε σχέση με τον Προϋπολογισμό για το έτος 2018, θα ήθελα να σημειώσω τα ακόλουθα: Ο Προϋπολογισμός αυτός είναι ο δεύτερος που κατατίθεται μετά την έξοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας από το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής και παρουσιάζει μια θετική εικόνα για το μέλλον, με υλοποίηση μικρών δημοσιονομικών πλεονασμάτων και με έμφαση στις αναπτυξιακές δαπάνες.  Οι μακροοικονομικές προβλέψεις, στις οποίες βασίζονται οι θετικές δημοσιονομικές εξελίξεις, θεωρούνται λογικές για το 2017, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία.  Για τα μεταγενέστερα έτη, οι προβλέψεις του Προϋπολογισμού φαίνεται να χαρακτηρίζονται από  ένα πιο συντηρητικό χαρακτήρα για προληπτικούς, μάλλον, λόγους, ιδιαίτερα εάν ληφθούν υπ’ όψιν οι σημαντικές επενδύσεις τόσο από τον δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα, που αναμένεται να συνεισφέρουν σημαντικά στο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.  Η δημοσιονομική απόδοση της Κύπρου, τόσο στο δημοσιονομικό, όσο και στο πρωτογενές ισοζύγιο (που είναι το δημοσιονομικό ισοζύγιο εξαιρουμένης της καταβολής τόκων), είναι από τις καλύτερες σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, απόρροια της σημαντικής δημοσιονομικής διόρθωσης που έχει διατηρηθεί για σειρά ετών μέσω και του οικονομικού προγράμματος προσαρμογής. Το δημόσιο χρέος, που κορυφώθηκε στο 107,5% το 2015, εξακολουθεί να είναι υψηλό. Σύμφωνα με τον κατατεθέντα Προϋπολογισμό, το δημόσιο χρέος αναμένεται να παρουσιάσει πτωτική πορεία, φθάνοντας το 82% του ΑΕΠ το 2020.  Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη μείωση, πέραν από τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, έχει και η  προπληρωμή μέρους παλαιού χρέους προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κατά €0,6 δισ. το 2017, εξέλιξη η οποία συνεισφέρει στη μείωση του κόστους του επιτοκίου δανεισμού.  Παρόλα τα θετικά αποτελέσματα, δεν πρέπει να υπάρξει εφησυχασμός που να οδηγήσει σε αλόγιστες αυξήσεις στις κρατικές δαπάνες, καθώς οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε την τρέχουσα περίοδο ανάκαμψης για βελτίωση των δημοσίων οικονομικών και παράλληλα θεσμοθέτηση ασφαλιστικών δικλίδων για διατήρησή τους σε ασφαλή βάση.

Ερχόμενη τώρα στις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα της χώρας, θα πρέπει να σημειωθεί καταρχήν ότι οι μακροοικονομικές συνθήκες που βιώνουμε υποστηρίζονται και από τη σταδιακή βελτίωση των μεγεθών του εγχώριου χρηματοπιστωτικού τομέα, παρά τις προκλήσεις που ο τομέας αντιμετωπίζει.  Χαρακτηριστικά, από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα, έχουν καταγραφεί συνολικές εισροές καταθέσεων της τάξης του
€1,0 δισ..  Η συνέχιση των εισροών καταθέσεων, κυρίως από κατοίκους Κύπρου, αντικατοπτρίζει τη σταδιακή ανάκαμψη της εμπιστοσύνης των καταθετών, καθώς και την αποκατάσταση της σταθερότητας του κυπριακού τραπεζικού συστήματος.

Παράλληλα, υπάρχει σταθερή αυξητική τάση στη χορήγηση νέων δανείων, υποστηριζόμενη από τα ιστορικά χαμηλά εγχώρια επιτόκια, τις εύρωστες μακροοικονομικές συνθήκες και, κατ’ επέκταση, την αυξημένη ζήτηση.  Παρόλα αυτά, η αύξηση στο νέο δανεισμό καλύπτεται από τη συνεχιζόμενη απομόχλευση των υφιστάμενων δανείων, με αποτέλεσμα ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των συνολικών δανείων τον Σεπτέμβριο 2017 να καταγράφει μείωση 1,8%.  Η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και την επόμενη περίοδο, αφού το ύψος του συνολικού ιδιωτικού δανεισμού (κατοίκων και μη-κατοίκων Κύπρου) σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, εκφρασμένο ως ποσοστό του ΑΕΠ, εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό (376% στα τέλη του 2016).  Ας σημειωθεί, όμως, ότι τα νοικοκυριά και οι εγχώριοι μη χρηματοοικονομικοί οργανισμοί καταγράφουν συνολικά μικρό θετικό ρυθμό αύξησης συνολικού δανεισμού από το δεύτερο μισό του 2017.

Πέραν των πιο πάνω που αφορούν το δανεισμό, θα ήθελα, επίσης, να σημειώσω την περαιτέρω ενδυνάμωση των ισολογισμών των τραπεζικών ιδρυμάτων, είτε μέσω βελτίωσης των κεφαλαιακών δεικτών είτε μέσω αυξημένων προβλέψεων.  Η βελτίωση αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση και ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταθετών και των επενδυτών γενικότερα.  Η βελτίωση της οικονομικής θέσης των τραπεζών, καθώς και ο θετικός ορίζοντας, καταγράφονται επίσης και από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι, όμως, καταγράφουν ταυτόχρονα και τις προκλήσεις που οι τράπεζες αντιμετωπίζουν.

Υπενθυμίζω, επίσης, στα θετικά την πλήρη εξόφληση του ELA από την Τράπεζα Κύπρου και την απεξάρτηση της χρηματοδότησης των τραπεζών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, γεγονός που καταδεικνύει την επιστροφή του συνόλου των πιστωτικών μας ιδρυμάτων σε πιο υγιείς και επιθυμητές μορφές άντλησης χρηματοδότησης.

Παρά τα όσα θετικά επισυμβαίνουν, το ύψος του προβληματικού χαρτοφυλακίου των τραπεζικών ιδρυμάτων, σε συνδυασμό με τις εποπτικές ρυθμίσεις και απαιτήσεις, σκιαγραφούν τις τεράστιες προκλήσεις που έχει ακόμα να αντιμετωπίσει ο τραπεζικός μας τομέας μέσα στα επόμενα χρόνια.

Το ύψος των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (ΜΕΧ) συνεχίζει να είναι το κύριο πρόβλημα που ταλανίζει τον τραπεζικό τομέα, παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια.  Συγκεκριμένα, από το τέλος του 2016 μέχρι και τον Ιούλιο του 2017, παρατηρήθηκε μια μείωση της τάξης των €1,5 δισ..  Να αναφέρω, επίσης, ότι τα σημαντικά τραπεζικά ιδρύματα (4) που εποπτεύονται απευθείας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχουν υποβάλει τη στρατηγική τους τόσο στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου όσο και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για το ύψος και τον τρόπο της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων για την επόμενη τριετία.  Οι στρατηγικές αυτές τυγχάνουν επεξεργασίας και ανάλυσης από τις εποπτικές αρχές και συζητούνται με τις τράπεζες.  Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής αναμένεται ότι η εποπτική αρχή θα προχωρήσει σε εισηγήσεις / απαιτήσεις προς τις τράπεζες και ενδεχομένως, σε στοχοθεσία.  Η Κεντρική Τράπεζα αναμένει τα αποτελέσματα της ανάλυσης αυτής για να προχωρήσει, σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στη δική της διαμόρφωση του πλαισίου στοχοθεσίας.

Παρά την μείωση που έχει παρατηρηθεί στις μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις,  ο ρυθμός μείωσης παρουσιάζει μια πτωτική τάση, με τον αριθμό των αναδιαρθρώσεων να έχει μειωθεί τους τελευταίους μήνες.  Αυτό αποτελεί μία ένδειξη ότι το χαρτοφυλάκιο των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων που δεν έχει αναδιαρθρωθεί μέχρι στιγμής, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω των αναδιαρθρώσεων.   Ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό είναι και το ύψος των τερματισμένων μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (δηλαδή των δανείων που έχουν μεταφερθεί στο νομικό τμήμα των τραπεζών για μέτρα) φτάνουν περίπου το 50% του συνόλου των εναπομεινασών μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων.  Για την αντιμετώπιση του προβλήματος χρειάζεται τα τραπεζικά ιδρύματα να προχωρήσουν με πιο ριζοσπαστικές και αποφασιστικές λύσεις.   Τονίζω ότι την ευθύνη για την εξεύρεση λύσεων που θα αντιμετωπίζει ριζικά το πρόβλημα την έχουν οι ίδιες οι τράπεζες, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου παραμένει αμέτοχη.  Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τις τράπεζες αλλά και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την εξεύρεση αποτελεσματικών λύσεων για αντιμετώπιση του προβλήματος, και πρέπει να πω ότι η προσπάθεια αυτή έχει εντατικοποιηθεί καθότι αναγνωρίζεται ότι η χρονική καθυστέρηση στην επίλυση του προβλήματος είναι σε βάρος όλων των εμπλεκομένων με δυνητικά αρνητικές συνέπειες στην οικονομία. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει και η κοινωνική/ανθρωπιστική πτυχή του θέματος που αφορά την πρώτη κατοικία, στην οποία θα πρέπει μεν να δείξουμε την ανάλογη ευαισθησία, όμως υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις που δεν σχετίζονται με την πρώτη κατοικία ή περιπτώσεις όπου η πρώτη κατοικία προβάλλεται ως δικαιολογία για μη αποπληρωμή του χρέους. Οι διεθνείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης αναφέρονται μεν στη βελτίωση της οικονομικής θέσης των τραπεζικών μας ιδρυμάτων σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, αλλά αναφέρονται και στο γεγονός ότι η οικονομική τους θέση, όπως αποτυπώνεται σήμερα, παραμένει ακόμα αδύνατη λόγω του βάρους των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων.

Όσον αφορά τις εποπτικές ρυθμίσεις και απαιτήσεις αναφέρω την εισαγωγή ενός νέου διεθνούς λογιστικού προτύπου από το 2018 (IFRS9), σύμφωνα με το οποίο οι τράπεζες θα πρέπει να διενεργούν σημαντικές προβλέψεις και για τα εξυπηρετούμενα δάνεια. Επιπρόσθετα, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις αυξάνονται συνεχώς, δημιουργώντας πιέσεις για νέες κεφαλαιακές ενισχύσεις.

Καταλήγοντας: Η οικονομία μας πέτυχε πολλά τα τελευταία χρόνια, τα οποία οφείλουμε να διαφυλάξουμε με μεγάλη προσοχή, γιατί υπάρχουν ακόμα πολλά προβλήματα και προκλήσεις που παραμένουν. Βρισκόμαστε ταυτόχρονα σε προεκλογική περίοδο.  Είναι βεβαίως θεμιτό τα ζητήματα οικονομίας να βρίσκονται στο επίκεντρο των προεκλογικών συζητήσεων.  Έτσι συμβαίνει σε κάθε δημοκρατική, ελεύθερη κοινωνία.  Αυτό, όμως, πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην υποσκάπτει τα όσα όλοι μαζί, λαός, θεσμοί, κυβέρνηση και αντιπολίτευση πετύχαμε ως σήμερα αλλά και να μην υποτιμά τις μελλοντικές υποχρεώσεις και ευθύνες μας. Οι θυσίες του Κυπριακού λαού ήταν πολύ μεγάλες τα τελευταία χρόνια και αλίμονο αν δεν σταθούμε όλοι αντάξιοι των θυσιών αυτών.