Σχέσεις Ευρώπης-Αραβικού κόσμου: προβλήματα και προοπτικές μέσα από τη σημερινή συγκυρία
Αθήνα, 10 Νοεμβρίου 2017
Θα ήθελα πρώτα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτή τη μεγάλη ευρω-αραβική σύνοδο. Είναι τιμή να βρίσκομαι ανάμεσα σε διακεκριμένους ομιλητές από κορυφαίους θεσμούς και οργανισμούς στους τομείς της πολιτικής, της έρευνας και της επιχειρηματικότητας.
Ομολογώ ότι δεν είμαι ειδική ούτε για τον Αραβικό κόσμο ούτε για τις σχέσεις του Αραβικού κόσμου με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Ωστόσο, προερχόμενη από την Κύπρο, αρχαίο νησί στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Αφρικής και Ασίας, με ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς με τις πλείστες χώρες της περιοχής, ελπίζω ότι τα σχόλιά μου θα συμβάλουν σε μια εποικοδομητική συζήτηση προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της ευρω-αραβικής συνεργασίας.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι στενές σχέσεις της ΕΕ με τον Αραβικό κόσμο υπαγορεύθηκαν από τη γεωγραφία. Η Ισπανία απέχει μόλις 14 χιλιόμετρα από το Μαρόκο, ενώ δεύτερη πιο κοντινή χώρα είναι η Κύπρος, στην νοτιοανατολική άκρη της ΕΕ, 104 χιλιόμετρα από τις ακτές της Συρίας. Τόσο κοντά που, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, οι πρώτοι άνθρωποι στην Κύπρο ενδεχομένως να ήλθαν από την Παλαιστίνη.
Ας μην ξεχνούμε ότι και το όνομα της ηπείρου όπου βρισκόμαστε προέρχεται, κατά την ελληνική μυθολογία, από την Ευρώπη, πριγκίπισσα της Φοινίκης, του σημερινού Λιβάνου. Η μορφή αυτής της μυθικής πριγκίπισσας κοσμεί σήμερα τα τραπεζογραμμάτια του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, αν και είναι δύσκολο να την εντοπίσει κάποιος με την πρώτη ματιά.
Έτσι λοιπόν, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, γεωγραφία, ιστορία, οικονομία και πολιτισμός συνδέουν την Ευρώπη με τις χώρες του Αραβικού κόσμου. Οι ευρω-αραβικές σχέσεις έχουν εξελιχθεί με στρατηγικές, οικονομικές και πολιτικές συνεργασίες σε πολλά επίπεδα. Δεν έλειψαν όμως συγκρούσεις και παρεξηγήσεις ανάμεσα στους γείτονες. Την κοινή μοίρα Ευρώπης και Αραβικού κόσμου, μάς υπενθυμίζουν τραγικά οι φονικές τρομοκρατικές επιθέσεις στη Γαλλία, Αίγυπτο, Βέλγιο, Τυνησία, Γερμανία, Ισπανία και πιο πρόσφατα στη Σομαλία. Οι επιθέσεις αυτές δείχνουν και τις κοινές προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας: να εξαλείψουμε τη φτώχεια, την αδικία, την καταπίεση —συνθήκες που δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για τη γένεση τρομοκρατών— και να κερδίσουμε την ιδεολογική και ηθική μάχη, ώστε να μην μπορούν πια οι κήρυκες του φανατισμού να δηλητηριάζουν την ψυχή και των μυαλό νέων ανθρώπων.
Η ασφάλεια, η σταθερότητα, η ενίσχυση της δημοκρατίας, η οικονομική και κοινωνική πρόοδος αποτελούν μόνιμους στόχους.
Θα πρέπει ασφαλώς να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι η Ευρώπη και, πολύ περισσότερο, ο Αραβικός κόσμος δεν είναι ομοιογενείς γεωγραφικές οντότητες. Και οι δύο περιοχές αποτελούνται από πολλά διαφορετικά κράτη με διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, διαφορετικές γλώσσες, πολιτισμούς, θρησκείες και εθνότητες. Γι’ αυτό θα πρέπει να βρίσκουμε τους τρόπους επίτευξης της μέγιστης δυνατής συναίνεσης παρά τις δυσκολίες που αναπόφευκτα η ποικιλομορφία αυτή δημιουργεί. Ας μην ξεχνάμε ότι οι δεσμοί που μας ενώνουν είναι αρκούντως ισχυροί για να στηρίξουν μια ακόμα στενότερη σχέση στο βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέλλον.
Με αυτά τα δεδομένα, η ΕΕ διαμορφώνει και αναπροσαρμόζει αναλόγως τις πολιτικές της έναντι του Αραβικού κόσμου. Σήμερα η σχέση ανάμεσα στους δύο περιλαμβάνει κυρίως δύο διαστάσεις: μια οικονομική (εμπόριο, οικονομία, ενέργεια) και μια πολιτική για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τη μετανάστευση.
Ως κεντρική τραπεζίτης θα επικεντρωθώ για λίγο στις οικονομικές σχέσεις ΕΕ και Αραβικού κόσμου.
Πιο σκοτεινή ίσως περίοδος σε αυτές τις σχέσεις υπήρξε η περίοδος της αποικιοκρατίας, όταν ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις εκμεταλλεύονταν τους φυσικούς πόρους και την εργασία των λαών στη δυτική Ασία και βόρεια Αφρική, καθυστερώντας την υγιή ανάπτυξη τους.[1] Ταυτόχρονα οι αποικιοκρατικές πολιτικές προκάλεσαν συγκρούσεις, ιδίως τη μακρά σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων, μια σύγκρουση που η ΕΕ προσπαθεί τώρα να λύσει, μαζί με άλλους εταίρους, συμμετέχοντας στο Κουαρτέτο για την Μέση Ανατολή.
Τη διαχρονική σημασία των οικονομικών σχέσεων Ευρώπης και Αραβικού κόσμου δείχνουν δύο προϊόντα που σημάδεψαν την εξέλιξη της ανθρωπότητας: ο πάπυρος και το πετρέλαιο.
Πάπυρος: το φυτό που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι για να κατασκευάσουν χαρτί για γραφή, υιοθετήθηκε από τους Έλληνες και χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία για παραγωγή βιβλίων που διέδωσαν τη γνώση, καθώς και για αλληλογραφία και νομικά έγγραφα, μέχρι την αντικατάσταση του πάπυρου από άλλα υλικά.
Πετρέλαιο: το καύσιμο που επέτρεψε ταχεία βιομηχανοποίηση και ανάπτυξη τον 20ο αιώνα, υψηλή παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας, άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Ένα καύσιμο όμως που πρέπει να αντικαταστήσουμε (στο μέγιστο δυνατό βαθμό), αφού η υπερβολική χρήση του έγινε κίνητρο πολέμων, πηγή ανισόρροπης οικονομικής ανάπτυξης για τις χώρες που το παράγουν, και πηγή ρύπανσης και κλιματικής αλλαγής για τον πλανήτη μας.
Η ΕΕ υπήρξε και εξακολουθεί να είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος του αραβικού κόσμου με ποσοστό που φτάνει περίπου το μισό του συνολικού αραβικού εμπορίου. Η δυνατή αυτή εμπορική σχέση μεταξύ ΕΕ και Αραβικού κόσμου έρχεται σε αντίθεση με το αδύναμο ενδο-αραβικό εμπόριο που δεν ξεπερνά το 15%. Το γεγονός αυτό αποτελεί το πρώτο χαρακτηριστικό των ευρω-αραβικών σχέσεων. Έχουμε, όπως ανέφερα προηγουμένως, δύο ανομοιογενείς ομάδες κρατών: η πρώτη, η ΕΕ, είναι η πλέον οικονομικά και πολιτικά ενωμένη/ολοκληρωμένη ομάδα κρατών στον κόσμο, με ενδοκοινοτικό εμπόριο πέραν του 70% του συνολικού εμπορίου. Και η δεύτερη ομάδα, τα Αραβικά κράτη, που είναι ίσως η λιγότερο οικονομικά ολοκληρωμένη περιοχή στον κόσμο, με το ενδο-αραβικό εμπόριο να βρίσκεται κάτω από το 15% του συνολικού τους εμπορίου.[2]
Ταυτόχρονα, διάφορες άλλες ασυμμετρίες χαρακτηρίζουν το εμπόριο μεταξύ ΕΕ και Αραβικού κόσμου. Τα τελευταία χρόνια ο Αραβικός κόσμος είναι σταθερός αγοραστής σημαντικού ποσοστού των εξαγόμενων αγαθών της ΕΕ των 28, με το ποσοστό να κυμαίνεται πέριξ του 11%, εν αντιθέσει με τις εισαγωγές της ΕΕ από τις Αραβικές χώρες που ακολουθούν καθοδική πορεία, με το ποσοστό να μειώνεται στο 6% το 2016.[3] Με μόνες εξαιρέσεις το Ιράκ και τη Λιβύη, οι Αραβικές χώρες είχαν ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο έναντι της ΕΕ τον περασμένο χρόνο. Στις εισαγωγές της ΕΕ από τις Αραβικές χώρες κυριαρχούν τα πετρελαιοειδή, παρουσιάζοντας όμως καθοδική πορεία τα τελευταία χρόνια.
Κατά την προηγούμενη δεκαετία, περισσότερο από το 50% των εισαγωγών πετρελαίου στην ΕΕ προέρχονταν από τον Αραβικό κόσμο[4], ενώ πρόσφατα στοιχεία[5] δείχνουν το ποσοστό αυτό να μειώνεται αισθητά, καθώς η Ρωσία έγινε ο κυριότερος προμηθευτής της ΕΕ με ποσοστό 30%. Η μείωση των αραβικών εξαγωγών πετρελαίου στην ΕΕ μπορεί να ειδωθεί και θετικά (όπως ανέφερα πριν), ως ευκαιρία για μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο.
Μαζί με το εμπόριο αγαθών, σημαντικές είναι και οι υπηρεσίες μεταξύ της ΕΕ και του Αραβικού κόσμου, με τα ποσοστά να είναι της τάξης του 5% με 6% των εξαγόμενων και εισαγόμενων υπηρεσιών της ΕΕ.[6]
Αν στα πιο πάνω, προσθέσει κανείς τα εκατομμύρια των Αράβων που ζουν στην ΕΕ, η σχέση μεταξύ ΕΕ και Αραβικού κόσμου γίνεται ακόμα ισχυρότερη από ότι υποδηλώνουν τα στοιχεία για το μεταξύ τους εμπόριο.
Με τόσο υψηλό βαθμό εξάρτησης και αλληλοεπίδρασης, δεν είναι παράδοξο που η ενίσχυση της συνεργασίας με τον Αραβικό κόσμο αποτελεί διαχρονικό και διακηρυγμένο στόχο της ΕΕ. Το 1995, με την έναρξη της διαδικασίας της Βαρκελώνης, η βελτίωση των σχέσεων με τον Αραβικό κόσμο τέθηκε εκ νέου ως μια από τις βασικές επιδιώξεις της Ένωσης. Η επιδίωξη αυτή βασίστηκε αρχικά στην ανάγκη για ενίσχυση της ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή, ειδικότερα της Μεσογείου, αλλά στη συνέχεια η όλη προσπάθεια επεκτάθηκε ταυτόχρονα προς την προώθηση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Η προσπάθεια αυτή δεν ήταν ποτέ εύκολη αλλά παρά τις συνεχιζόμενες παλιές και νέες δυσκολίες που κατά καιρούς αναφύονται, η ΕΕ δεν έπαψε να αγωνίζεται για υλοποίηση των στόχων αυτών.
Ειδικότερα, οι πολιτικές προώθησης της δημοκρατίας και της σταθερότητας στον Αραβικό κόσμο, αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της ΕΕ απέναντι στις χώρες αυτές. Ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η ΕΕ δημιουργήθηκε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με πρωταρχικό στόχο τη διασφάλιση της ειρήνης σε ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής ηπείρου, που από τότε έχει διευρυνθεί σημαντικά. Η οικονομική ολοκλήρωση των κρατών μελών δεν αποτελεί απλώς μέσο για την οικονομική ευημερία των ευρωπαϊκών λαών αλλά και ισχυρό κίνητρο διασφάλισης της πολιτικής σταθερότητας και της ειρήνης.
Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, η προσπάθεια εμπέδωσης της δημοκρατίας αλλά και της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας στον Αραβικό κόσμο αντιμετωπίζει νέες και μεγαλύτερες προκλήσεις: η πολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική και ειδικότερα η τρομοκρατική δράση του ISIS στις περιοχές αυτές αλλά και τα κτυπήματά του στην ίδια την Ευρώπη, αποτελούν μόνιμη πηγή ανασφάλειας και απειλής για τις πολιτικές της ΕΕ απέναντι στον Αραβικό κόσμο.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ έχει αναπροσαρμόσει την πολιτική της και το μήνυμά της προς τις αραβικές χώρες και έχει λάβει πολλά μέτρα με στόχο την πιο αποδοτική ευρωπαϊκή επίδραση στα ενδιαφερόμενα μέρη του Αραβικού κόσμου —συμπεριλαμβανομένων των κυβερνήσεων και της κοινωνίας των πολιτών— με κύριο στόχο την αντιμετώπιση της εξτρεμιστικής προπαγάνδας και του ακραίου ισλαμικού φονταμενταλισμού.[7] Δεν είμαι αρμόδια να αναλύσω τη νέα στρατηγική της ΕΕ απέναντι στον Αραβικό κόσμο. Θα ήθελα μόνο να αναφέρω πως η συνεχής επικαιροποίηση των πολιτικών της ΕΕ απέναντι στον Αραβικό κόσμο, το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα και πολλά άλλα, θα πρέπει να γίνεται με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση και συνεννόηση με τον Αραβικό κόσμο. Ειδικότερα, το θέμα της μετανάστευσης και των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη αλλά και προς σταθερές πολιτικά χώρες του Αραβικού κόσμου, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα που απασχολεί σήμερα και τις δύο πλευρές. Η Ευρώπη, όπως και γενικότερα η διεθνής κοινότητα, έχει ηθική υποχρέωση να στηρίξει τις χώρες που επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος των προσφυγικών ροών, όπως η Ελλάδα στην πλευρά της Ευρώπης και η Ιορδανία και ο Λίβανος στον Αραβικό κόσμο.
Θα ήθελα τώρα, ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να επικεντρωθώ λίγο περισσότερο στις σχέσεις της δικής μου χώρας (η οποία είναι μέλος της ΕΕ από το 2004) με τον Αραβικό κόσμο.
Η Κύπρος, όπως και η Ελλάδα που φιλοξενεί σήμερα αυτή την ευρω-αραβική σύνοδο, έχουν ζωτικά συμφέροντα στον Αραβικό κόσμο. Κύπρος και Ελλάδα, βρίσκονται γεωγραφικά στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Αφρικής και Μέσης Ανατολής και έχουν εξαιρετικές σχέσεις τόσο με το Ισραήλ όσο και με τις πλείστες Αραβικές χώρες. Οι προοπτικές περαιτέρω σύσφιξης των σχέσεων, ιδίως στους τομείς της ενέργειας, των υπηρεσιών, των επενδύσεων και του τουρισμού, είναι ιδιαίτερα θετικές.
Σε ότι αφορά την Κύπρο ειδικότερα, να υπενθυμίσω ότι η χώρα βρίσκεται στη διαδικασία εξεύρεσης και διερεύνησης υδρογονανθράκων στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της. Ήδη έχει εντοπιστεί ένα αξιόλογο κοίτασμα φυσικού αερίου, και έχουν ήδη γίνει συζητήσεις και συμφωνίες μεταξύ της Κύπρου και χωρών του Αραβικού κόσμου, οι οποίες αφορούν στη διμερή —και πολυμερή σε ορισμένες περιπτώσεις— συνεργασία στον ενεργειακό τομέα.
Παράλληλα, η Κύπρος έχει ανακάμψει θεαματικά από την κρίση που έπληξε τη χώρα το 2013, με αποτέλεσμα την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών από όλο τον κόσμο για επενδύσεις στη χώρα. Η κυπριακή κυβέρνηση έχει θεσπίσει συγκεκριμένα κίνητρα για την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων, τα οποία προσελκύουν ήδη σημαντικό αριθμό ξένων επενδυτών.
Βέβαια, η Κύπρος προσέφερε πάντοτε εξαιρετικές ευκαιρίες στους επενδυτές, ιδιαίτερα από τον Αραβικό κόσμο, όχι μόνο λόγω των αρίστων υπηρεσιών και το ελκυστικό φορολογικό σύστημα που προσφέρονται από το νησί ή το άρτια καταρτισμένο προσωπικό που δραστηριοποιείται στην αγορά αλλά και λόγω του ότι η Κύπρος, όπως και η Ελλάδα, αποτελεί γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Αραβικού κόσμου. Ήδη, ένας μεγάλος αριθμός αραβικών επιχειρήσεων χρησιμοποιεί τη στρατηγική θέση της Κύπρου ως πλατφόρμα για τις δραστηριότητές τους προς την ευρωπαϊκή αγορά. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι Άραβες και Κύπριοι εξακολουθούν να διατηρούν μια δυνατή σχέση που επεκτείνεται σε μια ευρύτερη κλίμακα δραστηριοτήτων οι οποίες καλύπτουν την οικονομική και κοινωνική ζωή των χωρών μας.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να τονίσω, χωρίς να παραγνωρίζω τη σημασία των προαναφερθέντων συγκεκριμένων μεγεθών, ότι μπορούμε ασφαλώς να διευρύνουμε κατά πολύ το μέγεθος των οικονομικών μας σχέσεων. Τόσο σε εθνικό όσο και σε επίπεδο ΕΕ, η ενίσχυση των όσων μας συνδέουν με τον Αραβικό κόσμο είναι μια αναγκαιότητα, η οποία πάνω από όλα εξυπηρετεί την ασφάλεια, την σταθερότητα και την ευημερία στην ίδια την Ευρωπαϊκή κοινωνία.
[1] Ιδέ, για παράδειγμα, Walter Rodney, How Europe Underdeveloped Africa, Howard University Press, Washington, D.C, 1982.
[2] Bishara Khader, “The European Union and the Arab World: from the Rome Treaty to the Arab Spring”, March 2013, http://www.iemed.org/publicacions-en/historic-de-publicacions/papersiemed-euromesco/the-european-union-and-the-arab-world-from-the-rome-treaty-to-the-arab-spring
[3] Πηγή: ΕUROSTAT (περίοδος 2013-2016). Αραβικές χώρες (22): Αλγερία, Αίγυπτος, Μπαχρέιν, Κομόρες Νήσοι, Τζιμπουτί, Ιράκ, Ιορδανία, Κουβέιτ, Λίβανος, Λιβύη, Μαυριτανία, Μαρόκο, Ομάν, Παλαιστίνη, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Συρία, Σομαλία, Σουδάν, Τυνησία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Υεμένη.
[4] Bishara Khader (2013).
[5] Transport & Environment, “Europe increasingly dependent on risky oil imports”, July 2016, https://www.transportenvironment.org/publications/europe-increasingly-dependent-risky-oil-imports
[6] Πηγή: ΕUROSTAT (περίοδος 2013-2015).
[7] European Parliamentary Research Centre, “EU strategic communication with the Arab world”, Briefing, May 2016, http://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document.html?reference=EPRS_BRI%282016%29581997