Εκτύπωση

Η κρίση στη ζώνη του ευρώ και η κυπριακή οικονομία


Ομιλία του Πανίκου Δημητριάδη, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, στην εκδήλωση του ΕΒΕΛ Λάρνακας

Λάρνακα, 23 Οκτωβρίου 2012

 

Πρόλογος

Η Κύπρος, όπως και η ζώνη του ευρώ ως σύνολο, αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα μεγάλες προκλήσεις, λόγω της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 2007 στις ΗΠΑ και μετατράπηκε σταδιακά σε κρίση χρέους. Σήμερα η ζώνη του ευρώ μαστίζεται από μεγάλες δημοσιονομικές ανισοσκέλειες, μεγάλη αύξηση της ανεργίας σε πολλά κράτη μέλη, αναιμική ανάπτυξη και κοινωνικά προβλήματα. Παράλληλα, οι ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών όχι μόνο δεν έχουν εκλείψει αλλά διευρύνονται, αφού ενώ η ανάπτυξη σε ορισμένες χώρες του πυρήνα παρουσιάζει θετικό, έστω και χλωμό ρυθμό, οι υπόλοιπες χώρες βρίσκονται ακόμη είτε σε στασιμότητα (stagnation) είτε σε ύφεση.

Στην Ευρώπη, η κρίση ανέδειξε σίγουρα όλες τις ατέλειες και αδυναμίες του σχεδιασμού της νομισματικής ένωσης, κάτι που οδήγησε σε σημαντική πρόοδο προς την κατεύθυνση ανάληψης πιο αποφασιστικών μέτρων για επίλυση των προαναφερθέντων προβλημάτων. Τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) όσο και πολλοί άλλοι φορείς χάραξης πολιτικής στη ζώνη του ευρώ αλλά και στα κράτη μέλη, έχουν επιταχύνει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για έξοδο από την οικονομική και δημοσιονομική κρίση. Για τον λόγο αυτό, η κατάσταση στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο τους τελευταίους μήνες έχει αρχίσει να παρουσιάζει σημαντική βελτίωση.

Στην Κύπρο, η ανάγκη για ανακεφαλαιοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος μετά το κούρεμα του ελληνικού χρέους αλλά και η ανάγκη για αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους οδήγησαν τη χώρα μας στη διαδικασία εκπόνησης προγράμματος στήριξης και ανασυγκρότησης της οικονομίας υπό την αιγίδα της ΕΕ και του ΔΝΤ.

Θέλω πρώτα να τονίσω ότι όσο πιο γρήγορα το πρόγραμμα αυτό συμφωνηθεί και τεθεί σε εφαρμογή, τόσο πιο σύντομα θα μπορέσει η χώρα να επανέλθει σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης και δημιουργίας νέων μόνιμων θέσεων εργασίας.

Οι θετικές εξελίξεις στη ζώνη του ευρώ

Αναλυτικότερα, όσον αφορά τη ζώνη του ευρώ, οι εξελίξεις που προανέφερα έχουν ήδη αρχίσει να αποδίδουν τα πρώτα θετικά αποτελέσματα. Όπως επεσήμανε και ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, καταγράφονται ήδη σημάδια βελτίωσης του κλίματος στις χρηματοπιστωτικές αγορές και αναμένεται ότι η οικονομία θα επιστρέψει στην ανάπτυξη το επόμενο έτος. Σημαντική, όπως πολύ σωστά επεσήμανε πρόοδος, έχει σημειωθεί και σε όλα τα ζητήματα που αφορούν την ενίσχυση των θεμελίων της ζώνης του ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ έχουν αναλάβει αποφασιστικά μέτρα για την ορθολογιστική αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών των σημερινών προκλήσεων. Σε εθνικό επίπεδο, οι κυβερνήσεις υλοποιούν τις δημοσιονομικές και διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για επιστροφή σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης. Συλλογικά, οι χώρες μέλη επιταχύνουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις προς ουσιαστική ενδυνάμωση της οικονομικής διακυβέρνησης της ζώνης του ευρώ, έτσι ώστε να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος και να θωρακιστεί το μέλλον του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος.

Από την πλευρά της, η ΕΚΤ έχει εισαγάγει νέα μέτρα με στόχο τη διασφάλιση της σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ. Τα μέτρα αυτά στοχεύουν στην άρση των αβάσιμων φόβων σχετικά με το μέλλον του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, ενθαρρύνοντας τη θετική ψυχολογία της αγοράς έναντι της ευρωπαϊκής οικονομίας και έναντι των σημαντικών μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν σε όλη τη ζώνη του ευρώ.

Τα πιο πάνω μέτρα θα πρέπει να ασφαλώς να συμπληρώνονται με αποφασιστικά μέτρα από τις κυβερνήσεις, με στόχο την επιτυχή αντιμετώπιση των προκλήσεων και την ολοκλήρωση της θεσμικής μεταρρύθμισης της ζώνης του ευρώ. Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν κάνει σημαντική πρόοδο, ιδιαίτερα όσες βρίσκονται σε προγράμματα ανασυγκρότησης υπό την αιγίδα της ΕΕ και του ΔΝΤ. Η βασική πρόκληση μεσοπρόθεσμα είναι να διασφαλιστεί ότι η ανασυγκρότηση αυτή ενισχύει αντί να αποδυναμώνει την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και ότι η όποια ύφεση έχει δημιουργηθεί θα είναι βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα.

(α) Δημοσιονομική εξυγίανση στη ζώνη του ευρώ

Πιο συγκεκριμένα, και σε ό,τι αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη προς ενίσχυση των θεμελίων της ζώνης του ευρώ, σημειώνεται μια αξιόλογη προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Ως αποτέλεσμα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προβλέπει ότι η πρωτογενής δημοσιονομική κατάσταση της ζώνης του ευρώ θα είναι σχεδόν σε ισορροπία κατά το τρέχον έτος. Αυτό εξυπακούει ότι, εκτός από την εξυπηρέτηση του χρέους, όλες οι άλλες δαπάνες θα καλύπτονται από τα τρέχοντα έσοδα.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντικό επίτευγμα σε διεθνές επίπεδο: η Ιαπωνία, για παράδειγμα, θα έχει πρωτογενές έλλειμμα της τάξης του 9% του ΑΕΠ κατά το τρέχον έτος, οι ΗΠΑ 6% και το Ηνωμένο Βασίλειο περισσότερο από 5%. Η ζώνη του ευρώ, όμως, δεν σημειώνει καλές επιδόσεις μόνο ως σύνολο (κατά μέσο όρο): κάθε χώρα μέλος θα έχει χαμηλότερο πρωτογενές έλλειμμα στον προϋπολογισμό της σε σύγκριση με αυτές τις τρεις χώρες. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι χώρες που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη για δημοσιονομική εξυγίανση, σημειώνουν τις μεγαλύτερες προσαρμογές.

(β) Βελτίωση ανταγωνιστικότητας

Σημαντικές βελτιώσεις γίνονται και στην ανταγωνιστικότητα. Για παράδειγμα, οι χώρες με πλήρη προγράμματα ανασυγκρότησης υπό την αιγίδα της ΕΕ-ΔΝΤ έχουν δει το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος να βελτιώνεται κατά περίπου 10% από το 2008, σε σχέση με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Αυτό αντανακλάται στα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών που είναι κατά μέσο όρο χαμηλότερα κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από ό,τι ήταν το 2008. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στη μείωση των εισαγωγών, αλλά και στην αύξηση των εξαγωγών που ενισχύονται από την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

(γ) Ενίσχυση οικονομικής διακυβέρνησης: Δημοσιονομικό πλαίσιο, ενιαία εποπτεία

Ταυτόχρονα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν σημαντικά μέτρα για τη βελτίωση της οικονομικής διακυβέρνησης της ζώνης ευρώ. Η διακυβέρνηση της δημοσιονομικής πολιτικής έχει ενισχυθεί αποφασιστικά με τη δημιουργία του Δημοσιονομικού Πλαισίου. Η συμφωνία αυτή αποτελεί ισχυρό εργαλείο για τη διατήρηση των δημοσιονομικών ισορροπιών και τη μείωση του χρέους σε βιώσιμα επίπεδα.

Η οικονομική διακυβέρνηση θα ενισχυθεί, επίσης, σημαντικά από την υλοποίηση της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μια ενιαία εποπτική αρχή για τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ. Η ενιαία εποπτεία είναι ιδιαίτερα σημαντική σε μια ενιαία νομισματική ζώνη, όπου οι χώρες αλληλοεπηρεάζονται περισσότερο από τη χρηματοπιστωτική αστάθεια που προέρχεται από άλλα κράτη μέλη. Η ενιαία εποπτεία θα οδηγήσει σε ένα πιο σταθερό τραπεζικό σύστημα και για το λόγο αυτό η πολιτική αυτή υποστηρίζεται σθεναρά τόσο από την ΕΚΤ όσο και από πολλές άλλες κεντρικές τράπεζες του ευρωσυστήματος, συμπεριλαμβανομένης και της ΚΤΚ.

Σε ότι αφορά τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στο θέμα αυτό, οι ηγέτες της Ευρωζώνης αποφάσισαν την περασμένη παρασκευή να δώσουν εντολή στο Eurogroup να υιοθετήσει μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2013 όλα τα απαραίτητα νομοθετικά μέτρα για τη σύσταση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΜΜ) των τραπεζών, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μόλις τεθεί σε ισχύ ο ΕΕΜ, δηλαδή εντός του 2013, τότε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) θα μπορεί να προχωρεί σε απευθείας ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών χωρών της Ευρωζώνης χωρίς να επιβαρύνεται το δημόσιο χρέος των χωρών αυτών. Ο μηχανισμός αυτός δημιουργήθηκε για να εμποδίζει οι τραπεζικές κρίσεις να μετατραπούν σε κρίση χρέους.

Το ζήτημα της τραπεζικής εποπτείας είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί αποτελεί προϋπόθεση για άμεση ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, από τον ΕΜΣ. Το θέμα αυτό ενδιαφέρει άμεσα την Κύπρο, την Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιρλανδία.

Τα πρώτα θετικά αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων

Στο σύνολό τους, οι ενέργειες αυτές υποδηλούν ότι γίνεται σαφής πρόοδος σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των θεμελιωδών αιτιών των σημερινών προβλημάτων και προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ζώνη του ευρώ. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα μειώνονται, οι διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις επιταχύνονται, οι προοπτικές ανάπτυξης ενισχύονται και η ενδυνάμωση της οικονομικής διακυβέρνησης επιταχύνεται.

Είναι βέβαια πρόωρο να εκτιμήσουμε συνολικά τον πλήρη αντίκτυπο των πιο πάνω μεταρρυθμίσεων σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη και τις συνθήκες δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά στη ζώνη του ευρώ. Θα χρειαστεί χρόνος για να εκτιμήσουμε τις ακριβείς συνέπειες των μέτρων αυτών. Όμως το γεγονός ότι έχουμε ήδη δει τα πρώτα σαφή θετικά σημάδια όσον αφορά την εμπιστοσύνη των επενδυτών στο ευρώ και στη συνολική πορεία της ζώνης του ευρώ μάς επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι.

Οι εξελίξεις στην Κύπρο

Επιτρέψτε μου τώρα να αναφερθώ στις εξελίξεις στη δική μας χώρα, σε συνάρτηση ασφαλώς με τα όσα έχω ήδη περιγράψει για τη ζώνη του ευρώ ως σύνολο.

Για την Κύπρο, το βασικό μήνυμα των όσων διαδραματίζονται στη ζώνη του ευρώ είναι ένα: θα πρέπει και η χώρα μας, το συντομότερο δυνατό, να προβεί σε όλες τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε να μπορέσει να απολαύσει τα οφέλη της ενίσχυσης της οικονομικής διακυβέρνησης στη ζώνη του ευρώ. Αυτό θα γίνει κατορθωτό μέσω μιας πορείας μόνιμης εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και των προοπτικών ανάπτυξης, αλλά και κυρίως μέσω της επιτυχούς αναδιάρθρωσης, εξυγίανσης και ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού μας τομέα, βάσει ενός προγράμματος που χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση θα πρέπει να συμφωνηθεί μεταξύ της χώρας μας, της ΕΕ και του ΔΝΤ.

1.     Η σημερινή κατάσταση της κυπριακής οικονομίας

Οι προκλήσεις του μέλλοντος για την οικονομία είναι μεγάλες, δεδομένης της εξάρτησης του χρηματοπιστωτικού τομέα από τις εξελίξεις στην Ελλάδα, ενόσω τουλάχιστον η ελληνική οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται σε βαθιά ύφεση. 

Ας δούμε όμως σε ποια ακριβώς κατάσταση βρίσκεται αυτή τη στιγμή η οικονομία του τόπου μας και πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα και τις προκλήσεις, σε συνάρτηση και με τις εξελίξεις στη ζώνη του ευρώ.

(α) Εγχώρια οικονομία

Πιο συγκεκριμένα, η κυπριακή οικονομία είναι τεχνικά σε ύφεση από το τρίτο τρίμηνο του 2011 και το ΑΕΠ αναμένεται να σημειώσει περαιτέρω πτώση μέχρι το 2014. Η συνεχιζόμενη συρρίκνωση της παραγωγής προέρχεται από την απότομη μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων, κυρίως των κατασκευών, της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης. Αυτό αντανακλάται σε μια συνεχή επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας. Η βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αντανακλά την ισχυρή πτώση της εγχώριας ζήτησης και ως εκ τούτου είναι σε μεγάλο βαθμό κυκλικού χαρακτήρα. Οι εξαγωγές έχουν επίσης αρχίσει να μειώνονται, καθώς η θέση της χώρας διεθνώς όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα δεν έχει βελτιωθεί.

(β) Χρηματοπιστωτικός τομέας

Στο χρηματοπιστωτικό τομέα, η κατάσταση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος έχει επιδεινωθεί σημαντικά από τα μέσα του 2011, λόγω των αυξημένων προβλέψεων για τα δανειακά χαρτοφυλάκια στην Ελλάδα και Κύπρο και των απωλειών από την απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Οι οικονομικές διασυνδέσεις με την ελληνική οικονομία συνεχίζουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, αφού το δανειακό χαρτοφυλάκιο των μεγάλων κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα εξακολουθεί να ανέρχεται σε πάνω από 130% του κυπριακού ΑΕΠ, ενώ η έκθεση στο ελληνικό δημόσιο χρέος έχει μειωθεί μετά την αναγνώριση των μεγάλων απωλειών που απορρέουν από το ελληνικό PSI. Η συνεχιζόμενη διαδικασία απομόχλευσης στον εγχώριο τραπεζικό κλάδο, είναι πιθανό να έχει ένα επιπλέον αρνητικό αντίκτυπο στη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη. Η συνολική επίδραση στην οικονομία θα εξαρτηθεί επίσης από το πώς τα χρέη των νοικοκυριών και επιχειρήσεων – αποτελούμενα κυρίως από τραπεζικά δάνεια - θα προσαρμοστούν. Ο ρυθμός απομόχλευσης των τραπεζών θα εξαρτηθεί από τις ροές των καταθέσεων μη κατοίκων Κύπρου, η οποία θα αντανακλά την εμπιστοσύνη των διεθνών επιχειρήσεων προς τη σταθερότητα του κυπριακού χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και τις επιλογές πολιτικής όσον αφορά την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα.

Συνολικά, οι αρνητικές εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα υποχρέωσαν τις δύο μεγαλύτερες τράπεζες να ζητήσουν οικονομική στήριξη από το κράτος.

(γ) Δημοσιονομική κατάσταση

Το 2012, οι δημοσιονομικές εξελίξεις εξακολουθούν να αποτελούν πηγή ανησυχίας. Με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις, ο στόχος για δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξης του 2,6%, ο οποίος τέθηκε στα πλαίσια της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος για το 2012 και δημοσιεύτηκε στο Πρόγραμμα Σταθερότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας για τα έτη 2012-2015, δεν αναμένεται να υλοποιηθεί, αφού το έλλειμμα προβλέπεται στο 4,8%, σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις του ΔΝΤ. Η απόκλιση αυτή οφείλεται σε χαμηλότερα από τα αναμενόμενα φορολογικά έσοδα (λόγω της ύφεσης που επικρατεί), η οποία υπεραντιστάθμισε τη θετική επίδραση των εσόδων από τα μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση, και από τις υψηλότερες από τις αναμενόμενες δαπάνες (π.χ. τρέχουσες μεταβιβάσεις και απολαβές προσωπικού). Τα διαθέσιμα στοιχεία (cash data) που καλύπτουν την κεντρική κυβέρνηση και το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την περίοδο Ιαν.-Αυγ. 2012 επιβεβαιώνουν τη δημοσιονομική απόκλιση σε σχέση με τον στόχο που είχε αρχικώς τεθεί. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος για το έτος 2012 αναμένεται να φθάσει το 87,3% του ΑΕΠ σε σύγκριση με 71,6% του ΑΕΠ το 2011 (λόγω και της στήριξης που δόθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα, η οποία ισοδυναμεί με 10% του ΑΕΠ).

Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, θα ήταν άδικο να μην επισημανθεί ότι η Κύπρος, παρά και την ανησυχητική τάση για κλείσιμο της ψαλίδας, εξακολουθεί κατά μέσο όρο να έχει δημοσιονομικό χρέος χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (87,3% για το 2011). Με τη διαπίστωση αυτή δεν θέλω σε καμία περίπτωση να εισηγηθώ τη χαλάρωση της προσπάθειας για δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά αντίθετα να υποστηρίξω ότι η Κύπρος μπορεί, σχετικά πιο εύκολα συγκριτικά με τις άλλες χώρες μέλη της ζώνης του ευρώ, να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους που θα τεθούν στο πρόγραμμα που θα συμφωνηθεί από κοινού με την ΕΕ και το ΔΝΤ.

2.     Το Μνημόνιο

Όλες οι προαναφερθείσες αρνητικές εξελίξεις, τόσο σε ό,τι αφορά το τραπεζικό σύστημα της χώρας όσο και σε ό,τι αφορά τα δημόσια οικονομικά απαιτούν, όπως έχω προαναφέρει, την όσο το δυνατό γρηγορότερη σύναψη ενός προγράμματος ανασυγκρότησης στα πλαίσια της αίτησης βοήθειας που έκανε η χώρα μας για ένταξη στο Μηχανισμό Στήριξης της ΕΕ/ΔΝΤ. Είναι πολύ ενθαρρυντικό το γεγονός ότι η κοινή γνώμη στην Κύπρο αντιμετωπίζει ως θετικό γεγονός για την οικονομία της χώρας την υπογραφή ενός μνημονίου με την Τρόικα, όμως η αποδοχή του προγράμματος αυτού θα έχει ακόμα θετικότερη αντιμετώπιση από την κοινή γνώμη αν οι εταίροι μας και το ΔΝΤ δείξουν κατανόηση σε ορισμένα σημεία για τα οποία ως χώρα και ως κοινωνία, μπορεί να έχουμε ιδιαίτερη ευαισθησία και τα οποία δεν αλλοιώνουν τις συνολικές εξοικονομήσεις που θα γίνουν.

(α) Ανακεφαλαιοποίηση/εξυγίανση χρηματοπιστωτικού τομέα

Όσον αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, καθώς και η εξυγίανσή τους θα πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατόν, έτσι ώστε ο τομέας να επανακτήσει τον ρόλο του ως ατμομηχανή ανάπτυξης και στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων της χώρας.

Ειδικά για τις πολιτικές αναδιάρθρωσης του τραπεζικού τομέα, η ΚΤΚ έχει επεξεργαστεί λεπτομερώς ένα αξιόπιστο πρόγραμμα εξυγίανσης με στόχο την όσο το δυνατόν ταχύτερη έξοδο του τραπεζικού συστήματος της χώρας από τη σημερινή δύσκολη κατάσταση και τη μείωση της έκθεσής του στην ελληνική οικονομία. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την ενίσχυση της εποπτείας του τραπεζικού συστήματος, μια ενιαία και εναρμονισμένη εποπτική αρχιτεκτονική θα πρέπει να συσταθεί με βάση τη συμβιβαστική πρόταση που επεξεργάζεται η ΚΤΚ, η οποία επιτυγχάνει τους πιο πάνω στόχους χωρίς να παραγνωρίζει τις ευαισθησίες και τον ιδιαίτερο ρόλο που διαχρονικά διαδραματίζει το Συνεργατικό Πιστωτικό Κίνημα.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι η κινδυνολογία που ακούγεται τον τελευταίο καιρό αναφορικά με την αύξηση των ρυθμιστικών κεφαλαιουχικών δεικτών που προτείνει η Τρόικα, δεν εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του τραπεζικού τομέα και της κυπριακής οικονομίας στο σύνολό της. Η διατήρηση αυστηρότερων κριτηρίων ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας, όπως και η υιοθέτηση πιο αυστηρών διεθνών προτύπων που αφορούν τον ορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα ενισχύσει την αξιοπιστία των επενδυτών προς το τραπεζικό σύστημα και θα αποτρέψει την επανάληψη των λαθών του παρελθόντος.

Είναι γι’ αυτό τον λόγο που οι τραπεζίτες που έφεραν το τραπεζικό σύστημα στη σημερινή του κατάσταση δεν είναι και οι καλύτεροι σύμβουλοι για τους τρόπους με τους οποίους θα εξυγιανθεί. Όταν μια τράπεζα παρουσιάζει τεράστια κέρδη και ταυτόχρονα κρύβει στους ισολογισμούς της πολλές και μεγάλες επισφάλειες για τις οποίες δεν κάνει τις απαραίτητες προβλέψεις, η πραγματική οικονομία υποφέρει επειδή η ικανότητα της τράπεζας αυτής να χρηματοδοτήσει με νέα δάνεια τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά συνεχώς περιορίζεται, αφού όλο και περισσότερα χρήματα συνεχώς διοχετεύονται για να κρύβονται οι αμαρτίες του παρελθόντος. 

Αναγνωρίζω φυσικά ότι το κονδύλι που θα χρειαστεί η Κύπρος για ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού της συστήματος είναι αύξουσα συνάρτηση των μέτρων εξυγίανσης και ότι κάποιοι έχουν εκφράσει φόβους ότι ενδεχομένως η εκτόξευση του δημόσιου χρέους να είναι σε επίπεδα τα οποία δημιουργούν ανησυχίες για τη βιωσιμότητά του.

Αυτές οι ανησυχίες δεν είναι, πιστεύω, βάσιμες για τέσσερις κυρίως λόγους: 

Πρώτον, η Κύπρος θα προσπαθήσει να επιτύχει την απευθείας χρηματοδότηση των τραπεζικών της ιδρυμάτων από τον Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΕΕ, όταν αυτό καταστεί δυνατόν και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η Κύπρος έχει βοηθήσει σημαντικά την Ευρώπη και την Ελλάδα με την αποδοχή του κουρέματος του ελληνικού χρέους που προκάλεσε τεράστια ζημιά στις κυπριακές τράπεζες και θα πρέπει, ασφαλώς, και η Ευρώπη να βοηθήσει την Κύπρο, επιτρέποντας την απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της. Η εξέλιξη αυτή θα αποφέρει σημαντικά οφέλη σε ό,τι αφορά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες δραστηριοποίησης των κυπριακών τραπεζών και γενικά στο σύνολο της ζώνης του ευρώ.

Δεύτερον, και ανεξάρτητα από την άμεση ή μη χρηματοδότηση των κυπριακών τραπεζών από τον Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η εισδοχή κεφαλαίων στις τράπεζες αποτελεί μια σοβαρή επένδυση στην ανάπτυξη με σημαντικές αποδόσεις μεσοπρόθεσμα, νοουμένου ότι η αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος και η εξυγίανσή του, η οποία επιβάλλει μεταξύ άλλων ένα καλύτερο πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης, γίνει με ορθολογιστικό τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή, που να διασφαλίζει τη χρηστή διοίκηση και τη μη επανάληψη των λαθών του παρελθόντος. Και ασφαλώς αυτή την ευθύνη επωμίζεται η ΚΤΚ και αυτός είναι ο κύριος στόχος μου ως Διοικητής αλλά και της ανεξάρτητης έρευνας που αναθέσαμε στον οίκο Alvarez & Marsal και η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη.

Τρίτον, η κυβέρνηση θα μπορέσει την κατάλληλη στιγμή, σε 3-4 χρόνια, να πωλήσει τις μετοχές που κατέχει στις τράπεζες που έχουν μερικώς κρατικοποιηθεί, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό το δημόσιο χρέος και επιστρέφοντας τα τραπεζικά αυτά ιδρύματα εξ’ολοκλήρου στα χέρια του ιδιωτικού τομέα. Τέλος, η πρόσφατη ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου εξυπακούει τεράστιες επενδύσεις και εισοδήματα για τη χώρα μας και καθιστά την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της απολύτως βιώσιμη.

(β) Δημοσιονομική εξυγίανση

Από δημοσιονομικής πλευράς, το πρόγραμμα αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει μια αξιόπιστη στρατηγική δημοσιονομικής εξυγίανσης, με έμφαση στις περικοπές δαπανών και φορολογίες οι οποίες δεν επηρεάζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη, η οποία θα προέλθει κυρίως από την παραγωγική δραστηριότητα των κυπριακών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων.

Μέσα από το πρόγραμμα σταθεροποίησης πρέπει επίσης να εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία είναι σήμερα μια σημαντική πηγή ανησυχίας. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Έκθεση γήρανσης για το 2012 (European Commission, 2012), η αύξηση των συνολικών δαπανών για τους ηλικιωμένους στην Κύπρο μέχρι το 2060 αναμένεται να είναι μία από τις υψηλότερες μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.

(γ) Διαρθρωτικές αλλαγές

Όσον αφορά τις διαρθρωτικές πολιτικές, η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών θα πρέπει να τροποποιηθεί έτσι ώστε να  μειωθεί η ακαμψία των μισθών και οι αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα. Μια τέτοια μεταρρύθμιση θα πρέπει να περιλαμβάνει ευέλικτη εφαρμογή της ΑΤΑ κατά τη διάρκεια δυσμενών οικονομικών συνθηκών και μετάβαση από την πλήρη στη μερική τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Ως προσωρινό μέτρο, η αναστολή της ΑΤΑ θα πρέπει να επεκταθεί περαιτέρω. Στην αγορά εργασίας θα πρέπει, επίσης, να προωθηθούν οι πολιτικές εκείνες που ενισχύουν την προσφορά εργασίας και δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Η ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων είναι επίσης αναγκαία.

Επίλογος

Συνοπτικά, τα προβλήματα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η κυπριακή οικονομία είναι πρωτόγνωρα. Τα κύρια συστατικά των προκλήσεων αυτών είναι η τρέχουσα υπο-κεφαλαιοποίηση (undercapitalisation) και οι ενδεχόμενες απώλειες του τραπεζικού τομέα (που σχετίζονται κυρίως με τη χρηματοπιστωτική έκθεση των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα), οι δημοσιονομικές ανισοσκέλειες και η υψηλή οικονομική αβεβαιότητα των νοικοκυριών και των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, η προσαρμογή στην αγορά ακινήτων, η έλλειψη ιδιωτικής χρηματοδότησης για το δημόσιο χρέος, και η ανεπαρκής ανταγωνιστικότητα.

Τις προκλήσεις, όμως, αυτές μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε. Η μεταστροφή του υφιστάμενου αρνητικού οικονομικού κλίματος σε θετικό δεν είναι εύκολη αλλά ούτε και ανέφικτη. Οι εξελίξεις στη ζώνη του ευρώ με πρώτη και κύρια θετική εξέλιξη την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης και τη θωράκιση του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος αποτελούν τόσο για την Κύπρο όσο και για ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ μια ελπιδοφόρα εξέλιξη πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί ένα καλύτερο και απαλλαγμένο από μεγάλες οικονομικές κρίσεις μέλλον. Ταυτόχρονα, σε εθνικό επίπεδο, τόσο η πρόσφατη ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων όσο και  η ένταξη της χώρας μας στον Μηχανισμό Στήριξης παρέχει μια μοναδική ευκαιρία για ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμό της κυπριακής οικονομίας στη βάση των σημερινών απαιτήσεων που ούτως ή άλλως πηγάζουν από την ιδιότητα της χώρας μας ως πλήρες μέλος της ζώνης του ευρώ. Αλλά και κυρίως από την ανάγκη να παραδώσουμε στις μέλλουσες γενιές μια ισχυρή οικονομία και μια Κύπρο ευημερούσα προς όφελος τόσο των Κυπρίων πολιτών όσο και της ίδιας της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας στην οποία ανήκουμε.

--------------------------------------

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

European Commission (2012) The 2012 Ageing Report.