Ομιλία του κ. Πανίκου Δημητριάδη, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, στην ημερίδα "Ο χρηματοπιστωτικός τομέας σήμερα, προβλήματα και προοπτικές" που διοργανώνεται από το Γραφείο Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ
Λευκωσία, 29 Μαρτίου 2014
Τον τελευταίο χρόνο η Κύπρος έχει βρεθεί αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση που κατέστησε αναγκαία τη λήψη δραστικών μέτρων για την επίλυσή της. Με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup της 25ης Μαρτίου 2013, oι δύο μεγαλύτερες εγχώριες τράπεζες θεωρήθηκαν αφερέγγυες και εισήλθαν σε διαδικασία εξυγίανσης, η οποία περιελάμβανε, σε γενικές γραμμές, την πώληση των δραστηριοτήτων τους στην Ελλάδα, την απορρόφηση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο και το Ηνωμένο Βασίλειο από την Τράπεζα Κύπρου και την ανακεφαλαιοποίηση της δεύτερης με ίδια μέσα. Παράλληλα, εφαρμόστηκαν περιοριστικά μέτρα στις συναλλαγές με σκοπό τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ενώ ο πιστωτικός τομέας στο σύνολό του βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης.
Για την αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών προκλήσεων, η χώρα έχει συμφωνήσει σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και προσαρμογής που υποστηρίζεται από σημαντική χρηματοδότηση από διεθνείς πιστωτές, με στόχο την αποκατάσταση της ευρωστίας του εγχώριου χρηματοπιστωτικού τομέα και την ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης των καταθετών, τη συνέχιση της διαδικασίας δημοσιονομικής εξυγίανσης και την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της βιώσιμης και ισορροπημένης ανάπτυξης.
Αλλά τι μας οδήγησε μέχρι εδώ;
Αίτια της τραπεζικής κρίσης στην Κύπρο
Την τελευταία δεκαετία η κυπριακή οικονομία αναπτύχθηκε βάσει ενός επιχειρηματικού μοντέλου στο οποίο υπέρμετρη βαρύτητα είχε ο χρηματοπιστωτικός τομέας, με τις εγχώριες τράπεζες να κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Η χώρα, στην προσπάθεια της να καταστεί κορυφαίος πάροχος διεθνών τραπεζικών υπηρεσιών, κατάφερε να προσελκύσει σημαντικές εισροές ξένων καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα. Σε αυτό συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, τα υψηλά επιτόκια καταθέσεων, τα οποία ήταν κατά μέσο όρο σαφώς υψηλότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα επιτόκια στην υπόλοιπη ζώνη του ευρώ. Κατά συνέπεια, υπήρξε δραματική επέκταση των ισολογισμών των τραπεζών, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα, o συνολικός τραπεζικός τομέας[1] και οι εγχώριες τράπεζες[2] από 388%[3] και 286% του ΑΕΠ, αντίστοιχα, στο τέλος του 2004 έφθασαν στο σημείο να αντιπροσωπεύουν μέχρι και 953% και 601% του μεγέθους της κυπριακής οικονομίας, αντίστοιχα, τον Ιούνιο του 2010.
Η πιο πάνω εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση μεγάλων ανισορροπιών και ευπαθειών στον τραπεζικό τομέα. Καταρχήν, η ραγδαία εγχώρια πιστωτική επέκταση, η οποία διευκολύνθηκε από τις σημαντικές εισροές ξένων καταθέσεων καθώς και τις ασύνετες πρακτικές δανεισμού εκ μέρους των τραπεζών λόγω ανεπαρκών πλαισίων διαχείρισης κινδύνων και εταιρικής διακυβέρνησης, τροφοδότησε μια άνθηση του τομέα της ακίνητης περιουσίας. Όταν εμφανίστηκαν σοβαρά προβλήματα στον εν λόγω κλάδο της οικονομίας, η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών επιδεινώθηκε δραματικά.
Επίσης, η επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης των τραπεζικών δανείων είχε ως αποτέλεσμα τη διαρκή μεγέθυνση του χρέους των εγχώριων νοικοκυριών και μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, γεγονός που καθιστούσε τους δύο τομείς ευάλωτους σε ενδεχόμενους κλυδωνισμούς. Ταυτόχρονα, η πολιτική αυξημένων επιτοκίων δανεισμού από τις τράπεζες λόγω των προσφερόμενων υψηλών καταθετικών επιτοκίων, υπήρξε ακόμη ένας επιβαρυντικός παράγοντας για τη χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών και επιχειρήσεων, μειώνοντας τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεών τους.
Παράλληλα, υπήρξε σημαντική επέκταση των κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στην Ελλάδα με αισθητή αύξηση των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων στον ιδιωτικό τομέα, η οποία συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατεταμένης ύφεσης της οικονομίας. Η επιδείνωση των μακροοικονομικών συνθηκών στην Ελλάδα, όμως, οδήγησε σε ραγδαία άνοδο των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων.
Επιπλέον, οι κυπριακές τράπεζες υπέστησαν πολύ μεγάλες απώλειες από την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα («PSI[4]»). Αυτό είχε περαιτέρω σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην ευρωστία των ισολογισμών τους.
Η κατάσταση του κυπριακού τραπεζικού τομέα άρχισε να επιδεινώνεται σημαντικά από τα μέσα του 2011. Οι δύο προαναφερόμενοι κύριοι παράγοντες, ήτοι οι αυξημένες προβλέψεις λόγω της επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών εν μέσω του δυσμενούς μακροοικονομικού περιβάλλοντος στις δύο κύριες χώρες δραστηριοποίησής τους καθώς και οι απώλειες που προέκυψαν λόγω της απομείωσης της αξίας των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, οδήγησαν στην καταγραφή ζημιών στις τράπεζες και άσκησαν ισχυρές πιέσεις στη ρευστότητα και την κεφαλαιακή βάση τους.
Η αύξηση του ενεργητικού σταδιακά ξεπέρασε τις εισροές καταθέσεων, με το λόγο δανείων προς καταθέσεις να ακολουθεί ανοδική πορεία από το Μάρτιο του 2011. Οι διαδοχικές υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης και των κυπριακών τραπεζών στη συνέχεια τις οδήγησαν σε αποκλεισμό από τις διεθνείς αγορές για αναχρηματοδότηση. Τα αποθέματα ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα σταδιακά διαβρώθηκαν και, όπου εξαντλήθηκαν και δεν υπήρχε δυνατότητα άντλησης ρευστότητας μέσω των πράξεων αναχρηματοδότησης της Ευρωσυστήματος, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου («ΚΤΚ») παραχώρησε έκτακτη ενίσχυση σε ρευστότητα[5] («ELA») για κάλυψη των αναγκών των τραπεζών.
Συγκεκριμένα, το φθινόπωρο του 2011 και εν μέσω της κρίσης που επηρέαζε τη ζώνη του ευρώ, η Λαϊκή Τράπεζα αντιμετώπισε προβλήματα ρευστότητας, τα οποία προέκυψαν λόγω των αναλήψεων από καταθέτες των καταστημάτων της, κυρίως στην Ελλάδα, και της μείωσης της ρευστότητας που μπορούσε να εξασφαλίσει η τράπεζα από το Ευρωσύστημα καθώς το ενέχυρο που η τράπεζα μπορούσε να χρησιμοποιήσει παρουσίασε σημαντική πτώση στην αξία του. Η Λαϊκή Τράπεζα αναγκάστηκε να καταφύγει για πρώτη φορά στην ΚΤΚ για ELA στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2011.
Λόγω της οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας που επικρατούσε κατά την περίοδο εκείνη στην Ελλάδα, και ειδικότερα προ των εκλογών του Μαΐου και Ιουνίου 2012, υπήρξε σημαντική απώλεια καταθέσεων από όλες τις τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της Λαϊκής Τράπεζας, με συνέπεια η παροχή ELA προς τη Λαϊκή Τράπεζα να αυξανόταν συνεχώς. Ταυτόχρονα, όμως, στην αύξηση του ELA συνέτειναν και η υποβάθμιση των καλυμμένων ομολόγων της Λαϊκής, όπως και η νέα υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα τα συγκεκριμένα καλυμμένα ομόλογα, καθώς και τα κυπριακά κρατικά χρεόγραφα, να παύσουν να γίνονται αποδεκτά ως ενέχυρο από το Ευρωσύστημα για πράξεις νομισματικής πολιτικής. Επιπλέον, στις αρχές Ιουλίου του 2012, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας («ΕΚΤ»), αφού έλαβε υπόψη το γεγονός ότι δεν υπήρξε ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας από ιδιώτες επενδυτές αλλά αυτό έγινε με την παροχή μη εμπορεύσιμων κρατικών χρεογράφων ύψους €1,8 δις, αποφάσισε να αναστείλει τη συμμετοχή της τράπεζας στις πιστοδοτικές πράξεις του Ευρωσυστήματος. Ως εκ τούτου, η Λαϊκή Τράπεζα κλήθηκε να αποπληρώσει πλήρως την οφειλή προς το Ευρωσύστημα, με αποτέλεσμα την εκ νέου αύξηση του ποσού του ELA.
Σημειώνεται ότι, σημαντικές εξωτερικές και εσωτερικές ανισορροπίες είχαν δημιουργηθεί πέραν του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα όσον αφορά διαχρονικά ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, αισθητές απώλειες της ανταγωνιστικότητας καθώς και αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και διογκούμενο δημόσιο χρέος. Αυτά, όπως και η σημαντική ενδεχόμενη υποχρέωση[6] που θα πρόεκυπτε στην περίπτωση που το κράτος χρειαζόταν να στηρίξει ένα εγχώριο τραπεζικό τομέα τέτοιου μεγάλου μεγέθους, οδήγησαν σε συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, σε αδυναμία πρόσβασης της κυβέρνησης στις διεθνείς αγορές για αναχρηματοδότηση.
Υπό το φως των πιο πάνω πιεστικών συνθηκών, περιλαμβανομένης της αίτησης προς το κράτος από τη Λαϊκή Τράπεζα για ανακεφαλαιοποίηση το Μάιο του 2012, οι κυπριακές αρχές επίσημα υπέβαλαν αίτημα για χρηματοδοτική στήριξη υπό τη μορφή δανείου προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας[7] / Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας («ΕΜΣ»)[8] και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις 25 Ιουνίου 2012.
Επανερχόμενος στο θέμα της παροχής ELA προς την Λαϊκή Τράπεζα, διευκρινίζω ότι κατά την αξιολόγηση της φερεγγυότητας της τράπεζας, η ΚΤΚ προσμετρούσε στην ανάλυσή της και την προοπτική της εφαρμογής χρηματοδοτικού προγράμματος στήριξης της Κυπριακής οικονομίας από διεθνείς πιστωτές. Η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος αναμενόταν να συμβάλει σημαντικά στην εξυγίανση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και ταυτόχρονα μέρος της χρηματοδοτικής βοήθειας θα χρησιμοποιείτο για την ανακεφαλαιοποίηση πιστωτικών ιδρυμάτων.
Θα πρέπει, επίσης, να γίνει ξεκάθαρο ότι η μεταφορά του ELA της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου ήταν μια πολιτική απόφαση που λήφθηκε στα πλαίσια του Eurogroup και την οποία η ΚΤΚ κλήθηκε να εφαρμόσει. Σημειώνω, όμως, ότι ταυτόχρονα με τη μεταφορά στην Τράπεζα Κύπρου του ELA έγινε και αντίστοιχη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου των οποίων η ονομαστική αξία υπερέβαινε το ποσό του ELA.
Πρόοδος μέχρι σήμερα
Ένα χρόνο μετά την πολιτική απόφαση του Eurogroup της 25ης Μαρτίου 2013, κατά την τρίτη και πιο πρόσφατη αποστολή της Τρόικας για αξιολόγηση της προόδου αναφορικά με την εφαρμογή των μνημονιακών διατάξεων, έχει αναγνωρισθεί ότι όλοι οι δημοσιονομικοί στόχοι έχουν επιτευχθεί με σχετική άνεση, ενώ ο χρηματοπιστωτικός τομέας δείχνει σημάδια σταθεροποίησης.
Ανακεφαλαιοποίηση και αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα
Η Τράπεζα Κύπρου έχει εξέλθει της διαδικασίας εξυγίανσης έχοντας πλήρως ανακεφαλαιοποιηθεί με τη συμμετοχή των μετόχων και ομολογιούχων. Ως επακόλουθο, η τράπεζα έχει αποκατασταθεί ως αποδεκτό αντισυμβαλλόμενο πιστωτικό ίδρυμα από την ΕΚΤ για πράξεις νομισματικής πολιτικής. Επίσης, η τράπεζα έχει τώρα νέο Διοικητικό Συμβούλιο και Διευθύνων Σύμβουλο. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης της τράπεζας τέθηκε σε εφαρμογή, αφού αξιολογήθηκε θετικά από τη ΚΤΚ και ακολούθως υποβλήθηκε στην Τρόικα, με στόχο την επιστροφή της στην κερδοφορία μεσοπρόθεσμα, ενώ η ενσωμάτωση της πρώην Λαϊκής Τράπεζας βρίσκεται σε καλό δρόμο. Η στρατηγική αναδιάρθρωσης της τράπεζας βασίζεται σε δύο πυλώνες: (α) τη μείωση των λειτουργικών εξόδων και (β) τη διαχείριση των χορηγήσεων σε καθυστέρηση, ενώ επισημαίνεται η ανάγκη για σωστή διαχείριση της ρευστότητας. Ως αρχικό βήμα, η τράπεζα προέβη σε μείωση του δικτύου καταστημάτων της, ενώ μέτρα έχουν ληφθεί για τη μείωση του κόστους προσωπικού. Επίσης, δημιουργήθηκε εσωτερική μονάδα εντός της τράπεζας για τη διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση, με έμφαση στα μεγάλα επιχειρηματικά δάνεια. Παράλληλα, έχει υπογραφεί συμφωνία για την πώληση των ζημιογόνων δραστηριοτήτων του συγκροτήματος στην Ουκρανία.
Η Ελληνική Τράπεζα ολοκλήρωσε με επιτυχία το σχέδιο αύξησης κεφαλαίου της με ιδιωτικά κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένων ξένων επενδύσεων, το Νοέμβριο του 2013. Μαζί με την έκδοση νέων μετοχών, το σχέδιο συμπεριλάμβανε την ανταλλαγή υφιστάμενων χρεογράφων και αξιόγραφων κεφαλαίου σε μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου 1 και 2. Ως αποτέλεσμα, όμως, της διαμόρφωσης του δείκτη κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων του ομίλου κάτω από το 9% βάσει των προκαταρτικών αποτελεσμάτων του 2013, η τράπεζα ενεργοποίησε τον μηχανισμό υποχρεωτικής μετατροπής των μετατρέψιμων αξιόγραφων κεφαλαίου 1 σε μετοχές, με τον αναμενόμενο δείκτη κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων να υπερβαίνει το πιο πάνω όριο.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εγκρίνει το σχέδιο αναδιάρθρωσης του συνεργατικού πιστωτικού τομέα, ανοίγοντας τη διαδικασία ενίσχυσης και θωράκισής του με πρόσθετα νέα κεφάλαια ύψους €1,5 δις, τα οποία έχουν ήδη εκταμιευθεί από τον ΕΜΣ στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα (ΣΚΤ). Η ΣΚΤ θα είναι ο κύριος μέτοχος των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων (ΣΠΙ), ο αριθμός των οποίων έχει μειωθεί σημαντικά από 93 σε 18 μέσω συγχωνεύσεων. Η ενίσχυση των εσωτερικών πολιτικών και διαδικασιών θα επιτευχθεί μέσω της δημιουργίας ειδικών επιτροπών στο επίπεδο της ΣΚΤ, η οποία θα έχει και την ευθύνη καθορισμού της πιστοδοτικής πολιτικής, της διαχείρισης κινδύνων και των προβληματικών δανείων. Συγκεκριμένα, η ΣΚΤ βρίσκεται στη διαδικασία δημιουργίας και στελέχωσης μονάδας διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ρύθμιση και εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων
Παράλληλα με την αναδιάρθρωση του κλάδου, η ρύθμιση και εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα ενισχύεται. Κατ’ αρχάς, η εποπτεία του συνεργατικού πιστωτικού τομέα έχει ενσωματωθεί στην ΚΤΚ και έμπειρο προσωπικό έχει προσληφθεί για να εφαρμόσει το εποπτικό και ρυθμιστικό μοντέλο της ΚΤΚ για την αποτελεσματική παρακολούθηση των ΣΠΙ. Έχουν γίνει νομοθετικές ρυθμίσεις ώστε να υιοθετούνται βέλτιστες πρακτικές εσωτερικής διακυβέρνησης, θέτοντας όρια στο ύψος των χορηγήσεων προς τους Διοικητικούς Συμβούλους και μετόχους και διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία του προέδρου καθώς και των πλείστων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
Για την ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, η ΚΤΚ αύξησε τις απαιτήσεις για τον ελάχιστο δείκτη κύριων ιδίων κεφαλαίων στο 9% που αποτελούσε μνημονιανή υποχρέωση.
Ο ορισμός των μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει τροποποιηθεί από την ΚΤΚ ώστε να αντικατοπτρίζει τις διεθνείς πρακτικές, σύμφωνα με τον οποίο κάθε χορήγηση που παρουσιάζει περισσότερες από 90 ημέρες καθυστέρηση να κατηγοριοποιείται ως μη εξυπηρετούμενη, ανεξάρτητα από την αξία των εξασφαλίσεων. Έχει, επίσης, δημιουργηθεί το αναγκαίο ρυθμιστικό πλαίσιο από την ΚΤΚ για τη διαχείριση καθυστερήσεων και θεσπιστεί κώδικας δεοντολογίας για το χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.
Επιπρόσθετα, ρυθμίστηκαν ζητήματα που σχετίζονται με τις διαδικασίες και πρακτικές που πρέπει να ακολουθούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα για τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς και για τον εντοπισμό, αξιολόγηση και επιμέτρηση της απομείωσης των χορηγήσεων. Επιπρόσθετα, το νομικό πλαίσιο για την ίδρυση και λειτουργία ενός μηχανισμού για την ανταλλαγή, συλλογή και παροχή δεδομένων μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ο μηχανισμός αυτός θα βοηθήσει στην παρακολούθηση του πιστωτικού κινδύνου και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και θα επιτρέπει στα συμμετέχοντα ιδρύματα να αξιολογούν επαρκώς την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε δανειολήπτη
Επίσης, έχουν ληφθεί πρόσθετα μέτρα ως προς τη σταδιακή άρση των περιορισμών διακίνησης κεφαλαίων, σύμφωνα με το δημοσιοποιημένο πλάνο δράσης, ενώ η διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα του πλαισίου της παρεμπόδισης ξεπλύματος παράνομου χρήματος έχει ενισχυθεί μέσω της βελτίωσης των προληπτικών μέτρων.
Σημειώνεται ότι, κατά τη διάρκεια του 2014 θα διεξαχθούν ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests) σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, με τη συμμετοχή και τεσσάρων Κυπριακών τραπεζών, με σκοπό την αξιολόγηση της φερεγγυότητας των ευρωπαϊκών τραπεζών σύμφωνα με μια κοινή μεθοδολογία και ένα κοινό μακροοικονομικό σενάριο.
Προκλήσεις
Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί τον τελευταίο χρόνο, οι προκλήσεις για τον χρηματοπιστωτικό τομέα παραμένουν πολύ μεγάλες. Ο πιστωτικός κίνδυνος που απορρέει από τα δάνεια προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα καθώς το δυσμενές μακροοικονομικό περιβάλλον, με τη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας, την αυξανόμενη ανεργία και τη μείωση των διαθέσιμων εισοδημάτων, θα συνεχίσει να επηρεάζει δυσμενώς την ικανότητα αποπληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων. Η ραγδαία άνοδος των μη εξυπηρετούμενων δανείων οδηγεί στην ανάγκη αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις που επιβαρύνουν την κερδοφορία των τραπεζών, με περαιτέρω αρνητικές επιπτώσεις στην κεφαλαιακή τους βάση.
Επιπλέον, η εφαρμογή αυστηρότερων πιστοδοτικών κριτηρίων λόγω του στρατηγικού στόχου των πιστωτικών ιδρυμάτων για απομόχλευση αλλά και της επιδείνωσης των μακροοικονομικών συνθηκών, σε συνδυασμό με τη μείωση της ζήτησης για χορηγήσεις έχουν οδηγήσει σε σαφώς χαμηλότερους όγκους δανεισμού που επηρεάζουν αρνητικά αφενός τα έσοδα των πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου την οικονομική ανάπτυξη. Ουσιαστικά η υφιστάμενη κατάσταση χαρακτηρίζεται από συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας.
Παράλληλα, παρά τη σχετική σταθεροποίηση στην εκροή καταθέσεων από τα πιστωτικά ιδρύματα το τελευταίο διάστημα, οι προκλήσεις όσον αφορά την άντληση ρευστότητας από τις τράπεζες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, δεδομένων των προβλημάτων πρόσβασής τους στις χρηματοοικονομικές αγορές στην παρούσα φάση.
Καταληκτικά σχόλια
Κλείνοντας, όσον φορά τον τραπεζικό τομέα, θέλω να επισημάνω την αναγκαιότητα της πιστής εφαρμογής των σχεδίων αναδιάρθρωσης των τραπεζών καθώς και της αποτελεσματικής αντιμετώπισης του προβλήματος της ραγδαίας επιδείνωσης της ποιότητας του δανεικού χαρτοφυλακίου των τραπεζών για τη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ταυτόχρονα, η περαιτέρω βελτίωση των ισολογισμών των τραπεζών είναι απαραίτητη ώστε να επαναρχίσει η προσφορά πίστωσης προς τον ιδιωτικό τομέα, συμβάλλοντας έτσι στην οικονομική ανάκαμψη.
Επιπλέον, ο οδικός χάρτης που έχει δημοσιευθεί αποτελεί την κατευθυντήρια γραμμή για τη σταδιακή χαλάρωση των περιορισμών στη διακίνηση κεφαλαίων, διαφυλάττοντας τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Τέλος, η περαιτέρω ενδυνάμωση του εποπτικού και ρυθμιστικού πλαισίου του χρηματοπιστωτικού τομέα παραμένει κύρια προτεραιότητα της ΚΤΚ καθώς θα αποτρέψει την επανάληψη των σοβαρών λαθών του παρελθόντος όσον αφορά την εποπτεία των τραπεζών.
[1] Συμπεριλαμβανομένης της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας αλλά εξαιρουμένων των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων.
[2] Τράπεζα Κύπρου, Λαϊκή Τράπεζα, Ελληνική Τράπεζα, Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης και Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως.
[3] Σε διασυνοριακή και διατομεακή ενοποιημένη βάση (cross-border and cross-sector consolidation basis), συμπεριλαμβανομένης της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας αλλά εξαιρουμένων των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων.
[4] Private Sector Involvement.
[5] Emergency Liquidity Assistance (“ELA”).
[6] Contingent liability.
[7] European Financial Stability Facility (“EFSF”).
[8] European Stability Mechanism (“ESM”).