Εκτύπωση

Οι εκτιμήσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στα πλαίσια της συζήτησης του κρατικού προϋπολογισμού για το 2011


Δήλωση του Αθανάσιου Ορφανίδη, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, στη συνάντηση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού

Λευκωσία, 25 Οκτωβρίου 2010

 

Θέλω να ευχαριστήσω την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού γιατί φέτος μου δίνει την ευκαιρία να καταθέσω τις απόψεις μου για τον Προϋπολογισμό του 2011 πριν από την ολοκλήρωση της συζήτησης στη Βουλή.  Με τον τρόπο αυτό, ελπίζω να συμβάλω πιο αποτελεσματικά στο διάλογο που διεξάγεται σε σχέση με τα μέτρα αντιμετώπισης των δημοσιονομικών προβλημάτων της χώρας αλλά και γενικότερα με την πορεία εξόδου της κυπριακής οικονομίας από την ύφεση των τελευταίων δύο χρόνων.

Η κυπριακή οικονομία παρουσιάζει σημεία ανάκαμψης. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προβλέψεις του ΔΝΤ που δημοσιεύτηκαν στις 6 Οκτωβρίου, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ στη χώρα μας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 0,4% το 2010, ενώ πιο ουσιαστική βελτίωση της τάξης του 1,8% αναμένεται το 2011.  Οι προβλέψεις αυτές συνάδουν σε γενικές γραμμές με τις αντίστοιχες προβλέψεις που υιοθετήθηκαν στον Προϋπολογισμό για το 2011.  Δυστυχώς, όμως, η ανάκαμψη αυτή δεν είναι αρκετή για να περιορίσει σε ουσιαστικό βαθμό την ανεργία η οποία αναμένεται να παραμείνει σε σχετικά ψηλά επίπεδα το 2011, γύρω στο 7%.

Εκτός από την ανεργία, ανησυχία επίσης προκαλούν και οι εξελίξεις στο μέτωπο των τιμών.  Ενδεικτικά, για το Σεπτέμβριο του 2010 ο εγχώριος εναρμονισμένος πληθωρισμός ανήλθε στο 3,6%, ήταν δηλαδή διπλάσιος από τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ.  Η ψαλίδα δε μεταξύ του εγχώριου πληθωρισμού και εκείνου της ζώνης του ευρώ φαίνεται να διευρύνεται όλο και περισσότερο.  Το 2011 ο εγχώριος πληθωρισμός αναμένεται να ανέλθει σε ακόμη ψηλότερα επίπεδα τόσο σε σχέση με το τρέχον έτος όσο και σε σχέση με τον αντίστοιχο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ.  Οφείλω εδώ να υπενθυμίσω ότι στόχος της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη ζώνη του ευρώ σαν σύνολο.  Συστηματικές αποκλίσεις του πληθωρισμού από αυτόν στη ζώνη του ευρώ πρέπει να προβληματίζουν γιατί καθιστούν τα εγχώρια προϊόντα ακριβότερα, πλήττουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο γενικότερο βιοτικό επίπεδο των πολιτών.  Όπως είχα τονίσει και στο παρελθόν, με την ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ τέτοιες πληθωριστικές αποκλίσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με δημοσιονομικά και διαρθρωτικής φύσης μέτρα.

Η σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η κυπριακή οικονομία φαίνεται να είναι η μεγάλη διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος.  Όπως γνωρίζετε, από το τέλος του 2007 μέχρι το τέλος του 2009 καταγράφηκε αύξηση του ελλείμματος κατά 10 περίπου ποσοστιαίες μονάδες.  Κατά το 2010 δεν διαφαίνεται βελτίωση, ενώ δεν προβλέπεται ουσιαστική βελτίωση ούτε και για το 2011.  Η πρόκληση για την ανατροπή της πορείας που δείχνουν τα πιο πάνω στοιχεία δεν είναι μόνο βραχυπρόθεσμης φύσης.  Δυστυχώς, όπως τεκμαίρεται από την ανάλυση της μακροπρόθεσμης πορείας των δημόσιων δαπανών, η πρόκληση είναι κυρίως μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης φύσης.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα με ικανοποίηση να σημειώσω πως τουλάχιστον το πρόβλημα φαίνεται να έχει εντοπιστεί από όλους.  Η κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει δημόσια την ανάγκη περιορισμού των δημόσιων δαπανών και συγκράτησης του κρατικού μισθολογίου.  Θεωρώ σημαντικές τις αναφορές για μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων κατά χίλια άτομα κάθε χρόνο.  Θεωρώ επίσης σημαντική την αναγνώριση της σημασίας του ορθότερου σχεδιασμού του συνταξιοδοτικού πλαισίου όπως επίσης και την αναφορά του Υπουργού Οικονομικών ότι, το «παρόν σύστημα είναι μια ωρολογιακή βόμβα, η οποία αν δεν ληφθούν μέτρα θα τινάξει στον αέρα την Κυπριακή Δημοκρατία».

Αυτές οι ανησυχίες, αν και έχουν δημόσια κατατεθεί, δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζονται ικανοποιητικά στον Προϋπολογισμό που έχουμε σήμερα μπροστά μας.  Ομολογώ όμως την ύπαρξη μιας μεγάλης δυσκολίας για να γίνει σωστή αξιολόγηση του προϋπολογισμού με τον τρόπο που παρουσιάζεται. Όπως ανέφερα και πέρσι, χωρίς την εκπόνηση μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου το οποίο να παρουσιάζει υπολογισμούς δαπανών τουλάχιστον σε βάθος τριετίας, προκύπτουν πολλά κενά στην απαιτούμενη ανάλυση.

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, το δημοσιονομικό έλλειμμα για το 2010 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 1,04 δις ευρώ ή 6% του ΑΕΠ, ενώ το 2011 αναμένεται μικρή μόνο βελτίωση στο 0,97 δις ευρώ ή 5,4% του ΑΕΠ, στόχο τον οποίο δεν θεωρώ φιλόδοξο.  Εκείνο που με ανησυχεί ακόμη περισσότερο είναι το ενδεχόμενο το πιο πάνω ήδη αποθαρρυντικό σενάριο για το έλλειμμα να αποδειχτεί υπεραισιόδοξο.  Καταρχήν, η εκτίμηση για το 2010 εύκολα μπορεί να ανατραπεί.  Υπενθυμίζω τις ανησυχίες που είχα εκφράσει κατά την περσινή συζήτηση.  Ο Προϋπολογισμός για το 2010 κτίστηκε πάνω στη λανθασμένη βάση ότι το έλλειμμα για το 2009 θα ήταν γύρω στο 3%, γεγονός που οδήγησε και σε υπεραισιόδοξη πρόβλεψη για το 2010.  Το έλλειμμα ξεπέρασε τελικά τις σχετικές προβλέψεις για το 2009 κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.  Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας στην Κεντρική Τράπεζα, το έλλειμμα για το 2010 μπορεί να ξεπεράσει αισθητά το 6% με τις συνεπακόλουθες επιπτώσεις στο έλλειμμα για το 2011.  Επιπρόσθετο κίνδυνο αποτελούν ορισμένες υποθέσεις εργασίας του Προϋπολογισμού που μπορεί να αποδειχθούν λανθασμένες.  Για παράδειγμα, ο περιορισμός των λειτουργικών δαπανών στο μέγεθος που προβλέπεται από τον Προϋπολογισμό μπορεί να αποβεί τελικά ανέφικτος και να χρειαστεί αύξηση των δαπανών με συμπληρωματικούς προϋπολογισμούς.  Παρομοίως, εκτιμήσεις για αύξηση των εσόδων μπορεί να αποδειχτούν υπεραισιόδοξες.  Σύμφωνα με την ανάλυση των συνεργατών μου στην Κεντρική Τράπεζα, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε σε τέτοια περίπτωση και χωρίς επιπρόσθετα μέτρα το έλλειμμα για το 2011 να φθάσει το 7% του ΑΕΠ.

Πως φτάσαμε όμως σε αυτό το δυσάρεστο σημείο;  Η απάντηση είναι προφανής: κατά τα τελευταία λίγα χρόνια οι δαπάνες του κράτους αυξήθηκαν με ταχύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με την ανάπτυξη της οικονομίας.  Την περίοδο 2008-2010 οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά σχεδόν 10% ετησίως, ενώ η αντίστοιχη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ ήταν μόνο 3,5% και του πραγματικού ΑΕΠ μόλις 0,8%.  Κατά το 2007 οι κρατικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώθηκαν γύρω στο 42% ενώ, το 2010 προβλέπεται να φθάσουν στο 47%.  Χωρίς αλλαγή πολιτικής, οι δημόσιες δαπάνες αναμένεται να ξεπεράσουν το 50% τα επόμενα λίγα χρόνια.  Σε καμιά άλλη χώρα της ζώνης του ευρώ δεν παρουσιάζεται τόσο δυσανάλογη αύξηση δαπανών.

Πολλοί παράγοντες έχουν συμβάλει στην προαναφερθείσα αύξηση των δημοσίων δαπανών. Θα αναφερθώ σε ένα παράγοντα που με προβληματίζει ιδιαίτερα, όχι μόνο λόγω της αρνητικής επίδρασής του στα δημοσιονομικά, αλλά και των δυσμενών επιπτώσεων στο κόστος παραγωγής της Κύπρου, ιδιαίτερα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ.  Αναφέρομαι συγκεκριμένα στη σημαντική αύξηση του κρατικού μισθολογίου το οποίο αποτελεί το 30% περίπου των συνολικών κρατικών δαπανών.  Το 2007, οι μισθοί, οι συντάξεις και τα φιλοδωρήματα προς τους δημόσιους υπαλλήλους ήταν κάτω από 13% του ΑΕΠ.  Μέχρι το 2010, και παρά την οικονομική ύφεση και την αντίθετη τάση που παρατηρείται σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ, το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 15%.  Στο σημείο αυτό θέλω να σημειώσω και πάλι ότι χαιρετίζω το γεγονός ότι το πρόβλημα αναγνωρίζεται και από την ίδια την κυβέρνηση και θεωρώ σημαντικό όπως οι εξαγγελίες για συγκράτηση του μεγέθους της κρατικής μηχανής υλοποιηθούν. 

Δυστυχώς όμως στον Προϋπολογισμό για το 2011, διαφαίνεται μια προτεραιότητα στη μείωση των αναπτυξιακών δαπανών, αντί να δίνεται έμφαση στον περιορισμό των δαπανών του κρατικού μισθολογίου.  Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως ο Προϋπολογισμός του 2011 περιλαμβάνει μέτρα που περιορίζουν τις αναπτυξιακές δαπάνες κατά 5% περίπου, (πάγιες επενδύσεις και έργα υπό κατασκευή) ενώ αντίθετα, προβλέπεται αύξηση κατά σχεδόν 2% στις μη αναπτυξιακές δαπάνες, συμπεριλαμβανομένης αύξησης δαπανών προσωπικού κατά πέραν του 5%.  Δημοσιονομική πολιτική αυτής της φύσης, ούτε συνάδει ούτε συμβάλει σε αειφόρο οικονομική ανάπτυξη του τόπου. 

Με βάση τις προαναφερθείσες ανησυχίες και προβληματισμούς για το μέγεθος και την αυξητική τάση του δημοσιονομικού ελλείμματος, αλλά και τις αρχές πάνω στις οποίες πρέπει να βασίζεται ο μακροχρόνιος σχεδιασμός των προϋπολογισμών, θα πρέπει άμεσα να καταρτιστεί ένα ολοκληρωμένο πακέτο μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης με έμφαση στον περιορισμό των δημοσίων δαπανών.  Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα πιο κάτω :

1. Η πάροδος του χρόνου καθιστά τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν ακόμα πιο επώδυνα.  Όσο το έλλειμμα διογκώνεται, τόσο περισσότερο απαιτούνται λύσεις με μεγαλύτερο κόστος.  Για παράδειγμα, αν σ’ αυτό το στάδιο ενδείκνυνται μηδενικές αυξήσεις του κρατικού μισθολογίου, περαιτέρω αναβολή της δημοσιονομικής εξυγίανσης ενδεχόμενα να απαιτήσει σημαντική μείωση μισθών και συντάξεων, όπως στις περιπτώσεις Ελλάδας, Ιρλανδίας, Πορτογαλίας και Ισπανίας

2. Η κύρια αιτία του προβλήματος είναι η συνεχιζόμενη διόγκωση των δημοσίων δαπανών.  Ως εκ τούτου, εκεί θα πρέπει να εστιαστούν τα διορθωτικά μέτρα.  Όσο και αν αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα (είτε μέσω πάταξης της φοροδιαφυγής ή/και μέσω αύξησης των φορολογικών συντελεστών), είναι αδύνατο να καλύψουν ενδεχόμενη συνέχιση της αυξητικής μεγέθυνσης που καταγράφουν οι δημόσιες δαπάνες.

3. Η συγκράτηση των δημοσίων δαπανών πρέπει να επιτευχθεί κυρίως με περικοπή των μη παραγωγικών δαπανών ώστε να μην υπονομευτεί η αναπτυξιακή πορεία του τόπου.  Επιβάλλεται περιορισμός του κρατικού μισθολογίου και εφαρμογή πραγματικής στόχευσης επιδομάτων/παροχών στη βάση κριτηρίων εισοδήματος και πλούτου.

4. Η δημοσιονομική εξυγίανση μπορεί να χρειαστεί να περιλαμβάνει λελογισμένη αύξηση φορολογικών εσόδων που δεν πρέπει να αποτελούν, όμως, τροχοπέδη στην οικονομική μεγέθυνση ούτε και να πλήττουν το όνομα της Κύπρου ως χρηματοοικονομικό κέντρο.

5. Η διαφαινόμενη σταδιακή ανάκαμψη της κυπριακής οικονομίας δεν θα λύσει τα δημοσιονομικά μας προβλήματα από μόνη της.  Θα αποτελούσε μέγιστη πλάνη αν επιτρέπαμε τέτοιο εφησυχασμό.  Αναντίλεκτα, η οικονομική μεγέθυνση θα βοηθήσει σε κάποιο βαθμό, όχι όμως και να καταστήσει διατηρήσιμα τα ελλείμματα.  Το πρόβλημα, δυστυχώς, είναι σοβαρής διαρθρωτικής φύσης.

Πιστεύω πως τα πιο πάνω αποτελούν τους άξονες στους οποίους θα πρέπει να κινηθεί η δημοσιονομική εξυγίανση.  Σ’ αυτά τα πλαίσια θα μπορούσαν τάχιστα να αποφασιστούν τα συγκεκριμένα μέτρα που θα θέσουν τα δημόσια οικονομικά σε υγιή βάση.  Για να πετύχουμε αυτό το στόχο, χρειάζεται ωριμότητα και αποφασιστικότητα.  Θέλω επομένως να ελπίζω πως όλοι οι φορείς κατανοούν τη δημοσιονομική δυσχέρεια που αντιμετωπίζει ο τόπος.  Όπως είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, «η αντιμετώπιση της κρίσης χρειάζεται τη συμβολή όλων».