Εκτύπωση

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού


Δήλωση του Αθανάσιου Ορφανίδη, Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, στη συνάντηση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού.

Λευκωσία, 30 Απριλίου 2012

 

Θα ήθελα πρώτα από όλα να ευχαριστήσω την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τη συνεργασία που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια δεδομένου ότι σήμερα είναι η τελευταία ευκαιρία που μου δίνετε να βρίσκομαι ενώπιόν σας πριν από τη λήξη της θητείας μου. Σας ευχαριστώ επίσης για την ευκαιρία που μου δίνετε να αναλύσω τις θέσεις και τους προβληματισμούς μου σε ό,τι αφορά την παρούσα οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση της χώρας.

Η οικονομία μας αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μία κρίσιμη κατάσταση λόγω των δυσμενών δημοσιονομικών δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια και της πίεσης που αντιμετωπίζει το τραπεζικό μας σύστημα. Για να γίνει σωστή ανάλυση της κατάστασης, ώστε να δοθεί η κατάλληλη θεραπεία, είναι χρήσιμο να κάνουμε μια σύντομη ανασκόπηση των τελευταίων λίγων χρόνων.

Σας υπενθυμίζω ότι στις αρχές του 2008 η κυπριακή οικονομία ήταν εύρωστη και δυναμική; μόλις είχαμε πετύχει την ένταξή μας στην ζώνη του ευρώ. Η Κύπρος απολάμβανε χαμηλό κόστος δανεισμού από τις αγορές με επιτόκιο που κυμαινόταν γύρω στο 4 με 5% ενώ το δημοσιονομικό πλεόνασμα ήταν της τάξης του 3,5% (554 εκατ.) το τέλος του 2007. Δυστυχώς όμως, κατά τη διάρκεια του 2008 ξεκίνησε η δραματική επιδείνωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου, αφού το πλεόνασμα του μισού και πλέον δις του προηγούμενου έτους εξανεμίστηκε σχεδόν ολόκληρο. Αυτό μάλιστα έγινε σε συνθήκες ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, της τάξης του 3,6% σε πραγματικούς όρους, και αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 1,3 δις. Τον αμέσως επόμενο χρόνο, δηλαδή το 2009, το πλεόνασμα μετατράπηκε σε έλλειμμα της τάξης του 6,1% του ΑΕΠ. Το πλεόνασμα, δηλαδή, του μισού και πλέον δις σε ονομαστικούς όρους στο τέλος του 2007 μετατράπηκε σε έλλειμμα του ενός και πλέον δις στο τέλος του 2009. Συνολικά, την περίοδο 2007-2009, άνοιξε ένα δημοσιονομικό χάσμα της τάξης του 1,6 δις.

Το 2009, βεβαίως, δημοσιονομική επιδείνωση παρουσιάστηκε στις πλείστες χώρες της ζώνης του ευρώ και είναι γι’ αυτό το λόγο, ίσως, που η σημασία της δεν έγινε αντιληπτή στο βαθμό που έπρεπε στη χώρα μας. Όμως, ενώ σε άλλες χώρες η δημοσιονομική επιδείνωση μπορούσε να εξηγηθεί από τη βαθιά ύφεση που είχε δημιουργηθεί, στην Κύπρο η μείωση του 1,8% στο ονομαστικό ΑΕΠ (ή κατά 0,3 δις ευρώ) δεν μπορεί να εξηγήσει την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος η οποία ήταν τετραπλάσια (1,2 δις ευρώ) της μείωσης του ΑΕΠ.

Το πρόβλημα δημιουργήθηκε από την υπέρμετρη αύξηση των δαπανών κατά 1,3 δις από το τέλος του 2007 μέχρι το τέλος του 2009. Σημειώνω ότι η δραματική αυτή αύξηση δεν προήλθε από αύξηση των πληρωμών σε ανεργιακά επιδόματα αφού ως τότε η ανεργία δεν είχε παρουσιάσει ουσιαστική άνοδο. Οφείλεται σε αυξημένες δαπάνες για κοινωνικές παροχές, μισθούς και συντάξεις. Αυτός ήταν ουσιαστικά ο λόγος για την επιδείνωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της τάξης του 1,6 δις την διετία 2007-2009.

Δυστυχώς, αυτή η επιδείνωση συνεχίστηκε και το 2010 και το 2011. Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 1, από το 2008 μέχρι το 2011, οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονταν με πραγματικό ρυθμό περίπου 4% το χρόνο, ενώ το ΑΕΠ έμεινε ουσιαστικά στάσιμο. Σαν συνέπεια αυτής της ανισορροπίας και του συνεχιζόμενου ελλείμματος, το δημόσιο χρέος της χώρας αυξήθηκε από το 2008 μέχρι το 2011 κατά 4,3 δις ευρώ. 

Αυτή η δημοσιονομική επιδείνωση είχε σοβαρές επιπτώσεις στα επιτόκια δανεισμού της Κύπρου από τις διεθνείς αγορές. Αυτή η επιδείνωση φαίνεται καθαρά στο Διάγραμμα 2 το οποίο δείχνει τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κυβερνητικών ομολόγων διαφόρων κρατών της ευρωζώνης. Όπως βλέπετε στο Διάγραμμα 2, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2010, η Κύπρος απολάμβανε χαμηλά επιτόκια εξωτερικού δανεισμού της τάξης του 4% με 5%, όπως περίπου η Ιταλία και η Ισπανία. Από τον Δεκέμβριο του 2010 τα επιτόκια δανεισμού της Δημοκρατίας διαφοροποιήθηκαν προς τα πάνω, ψηλότερα από τα αντίστοιχα της Ιταλίας και της Ισπανίας. Δυστυχώς η συζήτηση του προϋπολογισμού για το 2011 και η ψήφισή του χωρίς ουσιαστικά μέτρα εξυγίανσης, έδωσε το μήνυμα στις αγορές ότι η δημοσιονομική διολίσθηση θα συνεχιζόταν. Στο σημείο αυτό ακριβώς, δηλαδή στους πρώτους λίγους μήνες του 2011, είχα προσπαθήσει να εξηγήσω την άμεση ανάγκη ανατροπής της επικίνδυνης αυτής κατάστασης. Μέχρι και τον Απρίλη του 2011 η Δημοκρατία μπορούσε να δανειστεί για περίοδο δέκα ετών με επιτόκιο περίπου 6% το οποίο αν και ψηλό, δεν ήταν απαγορευτικό.

Δυστυχώς, παρά τον ορατό κίνδυνο, η απαραίτητη δημοσιονομική διόρθωση με τη λήψη άμεσων μέτρων δεν έγινε. Ως εκ τούτου, από τον Μάιο του 2011 το κράτος αποκλείστηκε από τις διεθνείς αγορές. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων της Δημοκρατίας εκτοξεύθηκαν και από τον Ιούνιο του 2011 (δηλαδή πριν την καταστροφή στο Μαρί) έφτασαν στα ίδια επίπεδα με τα επιτόκια της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας αντίστοιχα, όταν αυτές οι τρεις χώρες αναγκάστηκαν να ενταχθούν στον Μηχανισμό Στήριξης της Ευρώπης. (Σημειώνεται ότι στο Διάγραμμα 2, οι αποδόσεις γι’ αυτές τις τρεις χώρες καταγράφονται μόνο μέχρι την ημερομηνία που ζήτησαν βοήθεια από τους Ευρωπαίους εταίρους). Έκτοτε, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα, τα επιτόκια της Δημοκρατίας παραμένουν σε αυτά τα επίπεδα. Σήμερα βρίσκονται γύρω στο 13%.

Ο αποκλεισμός της Κυπριακής Δημοκρατίας από το Μάιο του 2011 δημιούργησε και εξακολουθεί να δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα: Πρώτον, ανέβασε τα επιτόκια δανεισμού στην εγχώρια αγορά πλήττοντας την ανάπτυξη και την απασχόληση. Δεύτερον, εξάσκησε τρομακτική πίεση στον τραπεζικό τομέα αφού αύξησε σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης και άντλησης κεφαλαίων, τοποθετώντας τον τραπεζικό τομέα σε πρωτοφανή κίνδυνο και καθιστώντας τον επιρρεπή σε αρνητικές εξωτερικές εξελίξεις. Και τρίτον, η αδυναμία της κυβέρνησης να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της δημιούργησε διεθνώς αμφιβολίες για την ικανότητα της να στηρίξει τις τράπεζες σε περίπτωση ανάγκης. Έτσι, όταν οι ευρωπαίοι ηγέτες αποφάσισαν την απομοίωση του ελληνικού χρέους στις 21 Ιουλίου και 26 Οκτωβρίου του 2011, η οποία έπληξε τα κεφάλαια των τραπεζών στην Ευρώπη, τόσο οι τράπεζες όσο και η κυβέρνηση μπήκαν στον αρνητικό φαύλο κύκλο που βρισκόμαστε σήμερα.

Σύμφωνα με τους Οίκους Αξιολόγησης, τα κεφάλαια που ενδεχομένως να χρειαστεί να προστεθούν στον τραπεζικό τομέα από την Κυβέρνηση θα είναι της τάξης του 5% με 10% του ονομαστικού ΑΕΠ. Το ποσό αυτό είναι λιγότερο από το μισό της αύξησης του χρέους από το 2008 μέχρι το 2011. Αντιλαμβάνεστε πόσο διαφορετική θα ήταν η κατάσταση αν ήμασταν πιο προσεκτικοί με τα δημοσιονομικά της χώρας.

Η σταδιακή απώλεια αξιοπιστίας του κράτους που περιέγραψα πιο πάνω, οι συνεπακόλουθες αυξημένες επιδόσεις των κυπριακών ομολόγων καθώς και οι επιπτώσεις στις κυπριακές τράπεζες από την απομείωση του ελληνικού χρέους, προκάλεσαν τις υποβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης της Δημοκρατίας και συνεπακόλουθα των τραπεζών. 

Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη αποκατάστασης της βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών και της ολοκλήρωσης της κεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών ώστε να ανατραπεί ο αρνητικός φαύλος κύκλος στην οικονομία.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τον τραπεζικό τομέα, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι κινήσεις που γίνονται τον τελευταίο καιρό στο εσωτερικό αλλά κυρίως στο εξωτερικό, η επιτυχία των οποίων εξαρτάται από τη συνέχιση των λεπτών χειρισμών με σωστό τρόπο. Σε ό,τι αφορά τα δημόσια οικονομικά, είναι σημαντικό να υλοποιηθούν οι στόχοι που ανακοίνωσε η κυβέρνηση πέρσι. Τα μέτρα που λήφθηκαν τον Δεκέμβρη ήταν στη σωστή κατεύθυνση. Προκαλούν ανησυχία όμως, οι πρόσφατες αναφορές του υπουργού Οικονομικών ότι ήδη καταγράφηκαν σημαντικές αποκλίσεις από τους στόχους της κυβέρνησης από το πρώτο κιόλας τρίμηνο του 2012.

Η οικονομία της χώρας μας περνά κρίσιμες στιγμές. Επιβάλλονται σωστοί χειρισμοί. Διακυβεύεται όχι μόνο η οικονομία της Κύπρου και η ευημερία των πολιτών της αλλά και η εθνική μας υπόσταση.