«Η λειτουργία των θεσμών του χρηματοπιστωτικού συστήματος
(Ειδικότερα: Η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας)»
Αυτεπάγγελτη εξέταση με απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως
Λευκωσία, 8 Φεβρουαρίου 2017
Επιτρέψετέ μου πρώτα να αρχίσω με μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της λειτουργίας της Αρχής Εξυγίανσης και της εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας.
Με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο που θέσπισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 22 Μαρτίου 2013, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ) ορίστηκε ως Αρχή Εξυγίανσης. Υπενθυμίζω ότι ο εν λόγω Νόμος βασίστηκε στην πρόταση Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ετοιμάστηκε σε συνεργασία και καθ’ υπόδειξη της Τρόικα (ΕΕ/ΕΚΤ/ΔΝΤ) μέσα στα πλαίσια του προγράμματος χρηματοοικονομικής βοήθειας προς την Κύπρο για την αναδιοργάνωση και εξυγίανση του τραπεζικού τομέα. Ο εν λόγω Νόμος παρείχε την εξουσία στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, να λαμβάνει και να εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης στα πιστωτικά Ιδρύματα. Με τροποποίηση του Νόμου που ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων τον Αύγουστο του 2013, ως Αρχή Εξυγίανσης ορίστηκε τριμελές συλλογικό όργανο αποτελούμενο από την Κεντρική Τράπεζα, τον Υπουργό Οικονομικών και την Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με νέα τροποποίηση του Νόμου που δημοσιεύτηκε στις 30 Ιουνίου 2014, ορίστηκε εκ νέου η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης. Τέλος, τον Μάρτιο του 2016 θεσπίστηκε νέος νόμος για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων και επενδυτικών εταιρειών με τον οποίο μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων. Ο εν λόγω Νόμος, ο οποίος προτού θεσπιστεί έτυχε, ως απαιτείται από τους Ευρωπαϊκούς κανόνες, διαβούλευσης με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όρισε και πάλι την ΚΤΚ ως Αρχή Εξυγίανσης.
Αντιλαμβάνομαι ότι έχει τεθεί το θέμα της ανεξαρτησίας της ΚΤΚ ως Αρχή Εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η ΚΤΚ ενεργεί ταυτόχρονα και ως εποπτική αρχή των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω ότι η Οδηγία 2014/59/ΕΕ για την ανάκαμψη και εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων, η γνωστή με το ακρωνύμιο BRRD, παρέχει διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη να ορίσουν την αρχή εξυγίανσης, η οποία μπορεί να είναι η εθνική κεντρική τράπεζα, αρμόδιο υπουργείο ή άλλη δημόσια διοικητική αρχή. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, και ως έχω δηλώσει στο παρελθόν, η Αρχή Εξυγίανσης δεν έχει ένσταση στις οποιεσδήποτε νομοθετικές ρυθμίσεις και αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της, πάντοτε στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, για ενίσχυση της ανεξαρτησίας της, περιλαμβανομένης της ανάθεσης των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων εξυγίανσης σε οποιαδήποτε άλλη υφιστάμενη ή νέα αρχή. Την πιο πάνω θέση έχω διατυπώσει και με επιστολή μου προς τον Υπουργό Οικονομικών ημερομηνίας 21 Οκτωβρίου 2015.
Πάντως, σημειώνω ότι, σε τουλάχιστον 23 χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κεντρική Τράπεζα ή/και η Εθνική Εποπτική Αρχή έχει οριστεί ως Εθνική Αρχή Εξυγίανσης αφού θεωρείται ότι διαθέτει την απαραίτητη εμπειρία και τεχνογνωσία για τη διεκπεραίωση του δύσκολου έργου της εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Έχοντας, ωστόσο, υπ’ όψιν ότι πρέπει να υπάρχει σαφής διαχωρισμός των λειτουργιών εποπτείας και εξυγίανσης, ως προνοείται και από τη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία, η ΚΤΚ έλαβε από την πρώτη στιγμή τα απαραίτητα μέτρα για τον οργανικό διαχωρισμό των δύο λειτουργιών με τη σύσταση, ως προνοείται στο Νόμο, ξεχωριστής Μονάδα Εξυγίανσης με απευθείας γραμμή αναφοράς στη Διοικητή.
H Αρχή Εξυγίανσης λαμβάνει μέτρα εξυγίανσης μόνο εφόσον διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, ότι το ίδρυμα τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας (fail or likely to fail) και λαμβάνει τα ακόλουθα τέσσερα μέτρα εξυγίανσης που προβλέπονται στον περί Εξυγίανσης Νόμο:
(i) Πώληση εργασιών·
(ii) Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα·
(iii) Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων·
(iv) Διάσωση με ίδια μέσα (bail-in).
Αναφορικά με την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας, υπενθυμίζω ότι η τράπεζα τέθηκε υπό εξυγίανση, σύμφωνα και με την πολιτική απόφαση που λήφθηκε στο Eurogroup, στις 25/3/2013 με την εφαρμογή του μέτρου της πώλησης εργασιών. Ως αποτέλεσμα, οι εργασίες, οι ασφαλισμένες καταθέσεις, οι υποχρεώσεις από έκτακτη ρευστότητα (ELA) και η μεγάλη πλειοψηφία των περιουσιακών στοιχείων της τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, η οποία ως αντίτιμο, και στη βάση ανεξάρτητης εκτίμησης που διενήργησε η KPMG Λονδίνου των μεταβιβασθέντων καθαρών περιουσιακών στοιχείων, έκδωσε και παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα το 18,1% του μετοχικού της κεφαλαίου. Το εν λόγω ποσοστό συμμετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου μειώθηκε στο 9,6% μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας τον Δεκέμβριο του 2014. Σύμφωνα με την έκθεση αποτίμησης της KPMG, η δίκαιη αξία των μετοχών που κατείχε η Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου ανήρχετο κατά τις 29/3/2013 στα €381 εκ.. Παρά τη συνεχή σταθερή βελτίωση της οικονομικής θέσης της Τράπεζας Κύπρου με την αύξηση των πελατειακών καταθέσεων και την εξόφληση της έκτακτης ρευστότητας, η τιμή της μετοχής της παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα η τρέχουσα χρηματιστηριακή αξία των μετοχών που κατέχει η Λαϊκή Τράπεζα να μειωθεί στα €132εκ. περίπου. Ο Ειδικός Διαχειριστής της Λαϊκής Τράπεζας, με έγκριση και οδηγίες της Αρχής Εξυγίανσης, διόρισε τον Νοέμβριο του 2016 τις διεθνείς επενδυτικές τράπεζες HSBC και Deutsche Bank για να συμβουλεύσουν για τις στρατηγικές επιλογές για την πώληση των μετοχών και την ετοιμασία σχετικού οδικού χάρτη. Η Αρχή Εξυγίανσης μελετά επισταμένα το θέμα, με στόχο την μεγιστοποίηση των εσόδων από την πώληση των μετοχών προς όφελος των ανασφάλιστων πιστωτών.
Αναφορικά με την κριτική που γίνεται για την καθυστέρηση στην πώληση των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει η Λαϊκή Τράπεζα, τα οποία αποτελούνται από επενδύσεις σε θυγατρικές τράπεζες σε Ελλάδα, Μάλτα, Σερβία, Ρουμανία και Ουκρανία, επισημαίνω τα ακόλουθα:
Κατά τον πρώτο χρόνο της εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, οι προσπάθειες είχαν επικεντρωθεί στη σταθεροποίηση της οικονομικής θέσης των θυγατρικών και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πελατών και καταθετών, η οποία είχε διαταραχθεί από το γεγονός ότι ο κύριος μέτοχος/ιδιοκτήτης τους είχε τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης και, συνεπώς, αδυνατούσε να παράσχει την απαιτούμενη κεφαλαιακή και ρευστοτική στήριξη σε περίπτωση ανάγκης. Ωστόσο, είχαν γίνει κάποιες προσπάθειες για πώληση μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων (Marfin Bank Ukraine και ΑΕΔΑΚ Ελλάδος – θυγατρική εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων), οι οποίες τελικά δεν καρποφόρησαν.
Αρχές του 2014, η Ειδική Διαχειρίστρια της Λαϊκής Τράπεζας, με οδηγίες της τριμερούς τότε Αρχής Εξυγίανσης, προχώρησε σε διαγωνισμό για την πρόσληψη επενδυτικών συμβούλων για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε σχέση με την πώληση όλων των περιουσιακών στοιχείων. Λήφθηκαν πέντε προσφορές από διεθνείς επενδυτικούς οίκους, εκ των οποίων μόνο μία αφορούσε την παροχή υπηρεσιών για την πώληση όλων των περιουσιακών στοιχείων. Ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις με το συγκεκριμένο προσφοροδότη, οι οποίες κατέληξαν σε κατ’ αρχήν συμφωνία στα μέσα Σεπτεμβρίου 2014. Την τελευταία στιγμή, πριν από την υπογραφή της σύμβασης, ο επιλεχθείς οίκος αμφισβήτησε το αξιόχρεο της Λαϊκής Τράπεζας και η συμφωνία ναυάγησε.
Στις 6/4/2015, διορίστηκε ως νέος Ειδικός Διαχειριστής ο κ. Κρις Παύλου αντικαθιστώντας την κ. Αντωνιάδου. Ο κ. Παύλου στις 6/5/2015 ανέθεσε, ύστερα από εισήγησή του και με έγκριση της Αρχής Εξυγίανσης, στην Επενδυτική Τράπεζα της Ελλάδος (IBG) την παροχή υπηρεσιών για την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής με τη διαδικασία να συνεχίζεται μέχρι σήμερα με τις εξής σημαντικές εξελίξεις:
Αναφορικά με την IBG Ελλάδος, η ΚΤΚ προχώρησε στις αρχές Δεκεμβρίου 2016 στην προκήρυξη διαγωνισμού για διορισμό διεθνούς επενδυτικού οίκου για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για την πώληση της επένδυσης της Λαϊκής στην εν λόγω τράπεζα. Υπεβλήθη μόνο μία προσφορά και αποφασίστηκε η ακύρωση του διαγωνισμού. Η Αρχή Εξυγίανσης μελετά τα επόμενα βήματα σε σχέση με το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο.
Όσα ανέφερα πιο πάνω, δεικνύουν ότι η διαδικασία επιτυχούς πώλησης των εναπομεινάντων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Οι δυσκολίες είναι μεγάλες και εν πολλοίς προέρχονται από εξωγενείς παράγοντες, όπως η οικονομική κατάσταση των θυγατρικών, η αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου των εργασιών τους και παροχής στήριξης από τη Λαϊκή, τη δύσκολη οικονομική και πολιτική κατάσταση των χωρών λειτουργίας τους και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους, το οποίο απαιτεί λήψη εγκρίσεων και τήρηση των νόμων της κάθε χώρας ξεχωριστά για επίτευξη της πώλησης. Όλα αυτά επηρεάζουν αρνητικά το ενδιαφέρον των επενδυτών και των επενδυτικών συμβούλων. Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση της Marfin Bank Romania, για την οποία υπεγράφη σύμβαση πώλησης τον Δεκέμβριο του 2015 και, παρόλο που έχουν παρέλθει 14 μήνες και έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες ενέργειες εκ μέρους της Λαϊκής, δεν έχουν ακόμη ληφθεί όλες οι απαιτούμενες εγκρίσεις από τις ξένες εποπτικές αρχές για ολοκλήρωση της πώλησης. Στο σημείο αυτό, επιτρέψετέ μου να επισημάνω μια αντίφαση στα παράπονα που εκφράζονται από διάφορες πλευρές σε σχέση με τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας: Αφενός ασκείται κριτική για καθυστέρηση στην πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής, με αποτέλεσμα στη μείωση της αξίας, και αφετέρου ζητείται να μην προχωρήσει η πώληση των τριών κύριων περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή, οι επενδύσεις σε Τράπεζα Κύπρου, IBG και Lombard Bank Malta, προβλέποντας ότι θα υπάρξει άνοδος στην αξία τους στο απώτερο μέλλον.
Όσον αφορά την πρόταση του ΣΥΚΑΛΑ για μεταβίβαση της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στους πιστωτές της τράπεζας, υπενθυμίζω ότι η Αρχή Εξυγίανσης είχε τοποθετηθεί θετικά και αυτή η θέση έχει επανειλημμένα εκφραστεί, τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων και, ειδικότερα, στις Επιτροπές Οικονομικών και Θεσμών που είχαν ασχοληθεί με το θέμα, πάντα βέβαια με τη θέσπιση νομοθεσίας που να μην συγκρούεται με το κοινοτικό κεκτημένο που διέπει την ανάκαμψη και εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Όπως γνωρίζετε, μέσα στα πλαίσια των συζητήσεων που γίνονται στην Επιτροπή σας αναφορικά με τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας, είχε κληθεί το Υπουργείο Οικονομικών να απευθυνθεί στο Γενικό Εισαγγελέα και να θέσει το ερώτημα κατά πόσο είναι νομικά εφικτή η μεταφορά της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στους πιστωτές της. Στην απάντησή του ο Γενικός Εισαγγελέας εξέφρασε τη γνώμη ότι οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια δεν είναι νομικά εφικτή με βάση το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και τυχόν νομοθετική ρύθμιση για επίτευξη του εν λόγω σκοπού αντιβαίνει στις πρόνοιες της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Μετά από αυτή την εξέλιξη, η Αρχή Εξυγίανσης, με βάση τα όσα επιβάλλει ο Νόμος και τα σχετικά διατάγματα που έχουν εκδοθεί τον Μάρτιο του 2013 βάσει του Νόμου για την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας, τα οποία υπενθυμίζω προνοούν την πώληση εργασιών και περιουσιακών στοιχείων, προχωρεί με τις διαδικασίες για την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της τράπεζας.
Είμαι στη διάθεσή σας για να απαντήσω σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών μελών της Επιτροπής.