Εκτύπωση

Ομιλία της Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κυρίας Χρυστάλλας Γιωρκάτζη στη Συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως


Η λειτουργία του θεσμού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου

Λευκωσία, 9 Νοεμβρίου 2016

 

Κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Είναι με συναίσθηση ευθύνης και βαθιά εκτίμηση που προσέρχομαι σήμερα ενώπιόν σας ύστερα από πρόσκλησή σας για συζήτηση του θέματος της λειτουργίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Αποτελεί για μένα μεγάλη τιμή να προΐσταμαι ενός εκ των τριών ανεξάρτητων θεσμών που ορίζει το Σύνταγμα και του μόνου που η Συνθήκη για την εγκαθίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει σε τέτοια έκταση παντός είδους ανεξαρτησία: οικονομική, λειτουργική, θεσμική και προσωπική των μελών των οργάνων λήψης αποφάσεων.

Είμαι σίγουρη ότι γνωρίζετε πολύ καλά το θεσμό και τις αρμοδιότητές του, αλλά έκρινα χρήσιμο να προβώ σε μια σύντομη εισαγωγή/ενημέρωση όσον αφορά την ιστορική εξέλιξη, την παρούσα κατάσταση και τους μελλοντικούς προσανατολισμούς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ώστε να υπάρχει ομοιόμορφο υπόβαθρο πληροφόρησης, προτού προχωρήσουμε στη συζήτηση επί των θεμάτων που εσείς κρίνετε ότι σας αφορούν και ενδιαφέρουν.

Α.         Νομικό Πλαίσιο Λειτουργίας της ΚΤΚ

Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ιδρύθηκε δυνάμει των Άρθρων 118 και 121 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και σύμφωνα με τον περί της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμο του 1963 (Νόμος 48 του 1963), ο οποίος αντικαταστάθηκε από το Νόμο 138(Ι)/2002 («Νόμο»). Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είναι θεσμικά ανεξάρτητη, αυτόνομη και είναι νομικά ενσωματωμένη στο Ευρωσύστημα.

Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αλλά διαφέρει από τα υπόλοιπα πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ό,τι αφορά τη σύσταση, την οργάνωση και τη διαχείριση.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου, όργανα της Κεντρικής Τράπεζας είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής. Τα καθήκοντα, οι ευθύνες και οι αρμοδιότητες εκάστου οργάνου καθορίζονται ρητώς στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο  Νόμο.

Σημειώνεται ότι, το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας αποτελείτο, αρχικά, από το Διοικητή, τον Υποδιοικητή και πέντε Συμβούλους, οι οποίοι διορίζονταν από το Υπουργικό Συμβούλιο. Με τους Τροποποιητικούς Νόμους 86(Ι)/2013 και 103(Ι)/2013 επενέχθησαν τροποποιήσεις, μεταξύ των οποίων, με βάση το άρθρο 12, στο Διοικητικό Συμβούλιο συμμετέχουν πλέον και οι δύο Εκτελεστικοί Σύμβουλοι.

Ο Διοικητής, ωστόσο, είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος και διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με βάση το Άρθρο 118 του Συντάγματος. Σε αντίθεση με τα ισχύοντα για άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ο Διοικητής δεν είναι μόνο μέλος του Συμβουλίου, του οποίου προεδρεύει, αλλά είναι και αυθύπαρκτο όργανο της Τράπεζας και με βάση το Σύνταγμα και το Νόμο ασκεί από μόνος του εξουσίες και καθήκοντα που ανατίθενται αποκλειστικά στον ίδιο.

Ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας

Ο προκάτοχος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα, συνέταξε το 1995 κατάλογο με τα χαρακτηριστικά της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών τα οποία και αποτέλεσαν τη βάση για την αξιολόγηση των εθνικών νομοθεσιών, ιδίως των καταστατικών των εθνικών κεντρικών τραπεζών, ενόψει υιοθέτησης του κοινού νομίσματος. Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών περιλαμβάνει διάφορους τύπους ανεξαρτησίας, τη λειτουργική, τη θεσμική, την προσωπική και την οικονομική ανεξαρτησία. Αυτές οι πτυχές έχουν αναλυθεί σε γνώμες που έχει εκδώσει κατά καιρούς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επί προσχεδίων νομοθετικών ρυθμίσεων των κρατών μελών, ιδίως επί προσχεδίων διατάξεων για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της αντίστοιχης εθνικής κεντρικής τράπεζας. Οι βασικές θέσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας καταγράφονται και στις εκθέσεις σύγκλισης

Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά απαραίτητο μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού ο οποίος πρέπει να ορίζεται με σαφήνεια και να υπερισχύει κάθε άλλου σκοπού. Αυτό είναι το περιεχόμενο της λειτουργικής ανεξαρτησίας και σχετικά για την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είναι το άρθρο 5 του Νόμου της που ορίζει ως πρωταρχικό σκοπό της τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών. Το εδάφιο (2) του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι χωρίς επηρεασμό του πρωταρχικού σκοπού και υπό τον όρο της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της ως μέρους του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στηρίζει τη γενική οικονομική πολιτική του Κράτους.

Η αρχή της θεσμικής ανεξαρτησίας διατυπώνεται ρητώς στο άρθρο 130 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επαναλαμβάνεται σε ό,τι αφορά την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στο άρθρο 7 του Νόμου της. Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς και τα μέλη των οργάνων λήψεως αποφάσεών τους, κατά την άσκηση των εξουσιών τους και την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ούτε ζητούν ούτε δέχονται υποδείξεις από θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυβερνήσεις κρατών μελών ή άλλα όργανα. Με τη σειρά τους, τα θεσμικά όργανα και οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι κυβερνήσεις των κρατών μελών αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τηρούν την αρχή αυτή και να μην επιδιώκουν να επηρεάζουν τα μέλη των οργάνων λήψης απόφασης των εθνικών κεντρικών τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η προσωπική ανεξαρτησία των μελών των οργάνων λήψης αποφάσεων αποτελεί πρόσθετο εχέγγυο της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών.

Υπάρχουν κανόνες περί διάρκειας της θητείας και περί παύσης που πρέπει να ισχύουν όχι μόνο για τους Διοικητές, αλλά και για άλλα μέλη των οργάνων λήψης αποφάσεων των εθνικών κεντρικών τραπεζών που μετέχουν στην εκτέλεση καθηκόντων σχετικών με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών.

Ακόμα και όταν μια εθνική κεντρική τράπεζα απολαύει πλήρους ανεξαρτησίας σε λειτουργικό, θεσμικό και προσωπικό επίπεδο, η ανεξαρτησία της μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο εάν δεν διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους που να της εξασφαλίζουν αυτονομία κατά την εκπλήρωση της αποστολής της. Οι βασικότερες επιμέρους πτυχές της οικονομικής ανεξαρτησίας αφορούν επαρκή ίδια κεφάλαια, αυτονομία στον καθορισμό του προϋπολογισμού, εφαρμογή λογιστικών κανόνων και έλεγχο οικονομικών καταστάσεων από εξωτερικούς ελεγκτές, αυστηρό πλαίσιο τυχόν ελέγχου από κρατική αρχή, διανομή κερδών και σχηματισμό προβλέψεων, καθώς και αυτονομία σε θέματα προσωπικού.

Οι διατάξεις των άρθρων 56 έως 62 του Νόμου είναι σχετικές με τα πιο πάνω και διασφαλίζουν ορισμένες από τις πτυχές της οικονομικής ανεξαρτησίας, ιδίως το σχηματισμό αποθεματικού και την παρακράτηση κερδών, καθώς και την κατάρτιση και έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου από το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας.

Εκτελεστικοί Σύμβουλοι – Προτάσεις Νόμου της Βουλής των Αντιπροσώπων που τροποποίησαν τη διακυβέρνηση της Τράπεζας

Ο Νόμος 138(Ι) του 2002 τροποποιήθηκε με το Νόμο 86(Ι) του 2013, ο οποίος προέβλεπε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

(1)        αλλαγή στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αύξησε δηλαδή τον αριθμό των Συμβούλων από πέντε σε επτά πλέον του Διοικητή και του Υποδιοικητή και προέβλεπε ότι δύο από τους Συμβούλους θα είναι Εκτελεστικοί, ενώ οι υπόλοιποι πέντε θα είναι μη Εκτελεστικοί Σύμβουλοι.

(2)        οι αποδοχές και οι λοιποί όροι υπηρεσίας των Εκτελεστικών Συμβούλων, καθώς και οι αποδοχές των μη Εκτελεστικών Συμβούλων θα καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά το χρόνο διορισμού των Συμβούλων. Οι Εκτελεστικοί Σύμβουλοι θα είναι πλήρους απασχόλησης.

(3)        το Συμβούλιο θα αναθέτει ειδικά καθήκοντα στους Εκτελεστικούς Συμβούλους, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα συνδράμουν τον Διοικητή στη διοίκηση, την εποπτεία και τον έλεγχο των εργασιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.

(4)        η σύνθεση της Επιτροπής Προσωπικού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου διευρύνεται με την προσθήκη των δύο Εκτελεστικών Συμβούλων και η απαιτούμενη απαρτία για τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Προσωπικού αυξάνεται από τρία μέλη σε τέσσερα μέλη.

Ιστορικό Αρχής Εξυγίανσης

Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ενεργεί και ως Αρχή Εξυγίανσης. Εν συντομία, αναφέρω πώς διαμορφώθηκαν οι διάφορες νομοθεσίες που καθορίζουν το ρόλο και τις αρμοδιότητες της Αρχής Εξυγίανσης.

22/3/2013: Ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (17(Ι)/2013)

  • Ο πιο πάνω νόμος όριζε την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης.

30/8/2013: Ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός Αρ. 2) Νόμος του 2013 (38(Ι)/2013)

  • Ο πιο πάνω Νόμος προνοούσε ότι η Αρχή Εξυγίανσης αποτελείτο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, τον Υπουργό Οικονομικών και την Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.

30/6/2014: Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014 (90(Ι)/2014)

  • Ο πιο πάνω Νόμος όριζε εκ νέου την Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης.
  • Περαιτέρω, προνοούσε ότι η Αρχή Εξυγίανσης συστήνει την Επιτροπή Εξυγίανσης ως το αποφασίζον εκτελεστικό όργανό της, με κύρια αρμοδιότητα την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου.
  • Η Επιτροπή Εξυγίανσης αποτελείτο από τον Πρόεδρο, που είναι ο/η εκάστοτε Διοικητής, και τους εκάστοτε διορισμένους Εκτελεστικούς Συμβούλους της Τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 13 των περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 2002 έως 2014.

18/3/2016: Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος του 2016 (22(Ι)/2016)

  • Ο πιο πάνω Νόμος ορίζει την Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης.

Ο Νόμος καταργεί την Επιτροπή Εξυγίανσης και προνοεί ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου έχει την ευθύνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της Αρχής Εξυγίανσης.

Β.         Εποπτικός ρόλος και αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου

Μία από τις βασικές αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου είναι η εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Από τον Νοέμβριο του 2014 έχει τεθεί σε λειτουργία ο θεσμός του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (Single Supervisory Mechanism), του νέου συστήματος ενοποιημένης τραπεζικής εποπτείας, ο οποίος περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις Εθνικές Αρμόδιες Αρχές των χωρών της ζώνης του ευρώ, δηλαδή και την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στα πλαίσια της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής εναρμόνισης – banking union. Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός προωθεί την προσέγγιση του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων στην προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, με σκοπό την ενίσχυση της αρτιότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ.

Για να διασφαλίζεται αποτελεσματική εποπτεία, τα πιστωτικά ιδρύματα ταξινομούνται ως «σημαντικά» ή ως «λιγότερο σημαντικά». Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, εποπτεύει άμεσα τα σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα, με τη συνδρομή των Εθνικών Αρμόδιων Αρχών. Ένα πιστωτικό ίδρυμα θεωρείται σημαντικό εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες, κατά κύριο λόγο, αφορούν το ύψος των στοιχείων του ενεργητικού του ή το μέγεθός του στην χώρα που είναι εγκαθιδρυμένο.

Επί του παρόντος, 129 ομίλοι πιστωτικών ιδρυμάτων είναι καθορισμένοι ως σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και οι κυπριακές Τράπεζα Κύπρου, Ελληνική Τράπεζα, Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και RCB Bank. Επιπρόσθετα, οι θυγατρικές τράπεζες των Ελληνικών τραπεζών που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, ήτοι Alpha Bank, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) έχουν και αυτές καθοριστεί ως σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα λόγω της μητρικής τους. Οι Εθνικές Αρμόδιες Αρχές συνεχίζουν να ασκούν την άμεση εποπτεία των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων, περίπου 3.500 οντοτήτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υπό την επίβλεψη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δύναται, επίσης, να αναλαμβάνει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την άμεση εποπτεία λιγότερο σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Επιπρόσθετα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει την αρμοδιότητα για τις οριζόντιες εποπτικές λειτουργίες όπως η αδειοδότηση και η ανάκληση τραπεζικών αδειών.

Σημειώνεται ότι εντός του πεδίου των εποπτικών αρμοδιοτήτων που έχουν παραμείνει στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, χωρίς την εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και η προληπτική εποπτεία των υποκαταστημάτων ξένων πιστωτικών ιδρυμάτων από τρίτες χώρες που λειτουργούν στην Κύπρο.

Έρχομαι τώρα στη σειρά νομοθετημάτων/Οδηγιών που η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στα πλαίσια του εποπτικού και ρυθμιστικού της ρόλου, έχει εκδώσει, οι κυριότερες των οποίων αναφέρονται πιο κάτω:

Ρυθμιστικό και Κανονιστικό πλαίσιο

Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου

Η περί των Διαδικασιών Χορήγησης και Αναθεώρησης Πιστωτικών Διευκολύνσεων (Τροποποιητική) Οδηγία του 2016

Η Οδηγία εκδόθηκε αρχικά τον Δεκέμβριο 2013, ως μέρος της αντιμετώπισης των συνεπειών της κρίσης, με σκοπό (α) να καθορίσει τις ελάχιστες πρακτικές, με τις οποίες οφείλουν να συμμορφώνονται τα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα κατά τη διαδικασία αξιολόγησης νέων ή και αναθεώρησης υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων, (β) να καθορίσει τα ελάχιστα δικαιολογητικά που οφείλουν να λαμβάνουν τα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα κατά τη διαδικασία αξιολόγησης ή και αναθεώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, (γ) να απαιτήσει την άμεση ενσωμάτωση από τα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα των εν λόγω ελάχιστων πρακτικών στις εσωτερικές τους οδηγίες, στην πιστωτική τους πολιτική και στις εσωτερικές τους διαδικασίες.

H Οδηγία αυτή αναθεωρήθηκε τον Μάρτιο 2016, με στόχο να παρασχεθούν περισσότερες διακριτικές ευχέρειες στα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα και να απλοποιηθεί και να καταστεί η διαδικασία αξιολόγησης νέων αιτημάτων για χορηγήσεις λιγότερο πολύπλοκη και χρονοβόρα. Ακολούθησε νέα τροποποίηση τον Σεπτέμβριο 2016.

Η περί του Ορισμού Λειτουργίας Συστήματος ή Μηχανισμού Ανταλλαγής, Συγκέντρωσης και Παροχής Δεδομένων Οδηγία του 2015

Σκοπός της Οδηγίας είναι ο καθορισμός των όρων, προϋποθέσεων και διαδικασιών λειτουργίας συστημάτων ή μηχανισμών ανταλλαγής δεδομένων και χρήσης των δεδομένων αυτών από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της, και από τα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα που λειτουργούν στη Δημοκρατία, για αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών ή δυνητικών πελατών.

Η περί της Αξιολόγησης της Ικανότητας και Καταλληλότητας Μελών Διοικητικού Οργάνου και Διευθυντών των Αδειοδοτημένων Πιστωτικών Ιδρυμάτων Οδηγία του 2014

Σκοπός της Οδηγίας είναι να καθορίσει-

(α)       την πολιτική και διαδικασίες αξιολόγησης και επαναξιολόγησης της ικανότητας και της καταλληλότητας των αξιολογούμενων προσώπων∙

(β)       τα κριτήρια αξιολόγησης της ικανότητας και της καταλληλότητας των αξιολογούμενων.

(γ)        τα μέτρα που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου μέλη ή διευθυντές Αδειοδοτημένων Πιστωτικών Ιδρυμάτων κρίθηκαν ότι δεν είναι πλέον ικανοί ή κατάλληλοι.

(δ)        τα κριτήρια που καθιστούν μέλη διοικητικού οργάνου ανεξάρτητα (κριτήρια ανεξαρτησίας).

H περί των Διακριτικών Ευχερειών που παρέχονται από τον Κανονισμό 575/2013 Οδηγία του 2014

Καθορίζει τις διακριτικές ευχέρειες που παρέχει ο Κανονισμός 575/2013.

Η περί Ρυθμίσεων Διακυβέρνησης και Διαχείρισης Οδηγία του 2014

Σκοπός της Οδηγίας είναι:

(α)       ο καθορισμός απαιτήσεων σχετικά με τις δομές διακυβέρνησης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(β)       ο καθορισμός απαιτήσεων σχετικά με τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των διοικητικών οργάνων και των ανώτατων διοικητικών στελεχών.

(γ)        ο καθορισμός απαιτήσεων σχετικά με την ανάπτυξη, την εφαρμογή και τον αποτελεσματικό έλεγχο των πλαισίων κανονιστικής συμμόρφωσης, διαχείρισης κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου.

Η περί της Απομείωσης Δανείων και Διαδικασιών Διενέργειας Προβλέψεων (Τροποποιητική) Οδηγία του 2016

Η Οδηγία εκδόθηκε περί τα μέσα του 2013, στα πλαίσια της προσπάθειας βελτίωσης του κανονιστικού πλαισίου, και αναθεωρήθηκε τον Δεκέμβριο 2014, τον Φεβρουάριο 2015 και τον Μάϊο 2016.

Σκοπός της Οδηγίας είναι:

(α)       η διασφάλιση της συνετής εφαρμογής των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς για τις οικονομικές καταστάσεις που παράγονται από τα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα, και

(β)       ο καθορισμός διαδικασιών εντοπισμού, αξιολόγησης και επιμέτρησης της απομείωσης των πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς και των δημοσιοποιήσεων των πολιτικών και μεθόδων αποτίμησης και της ανάλυσης του δανειακού χαρτοφυλακίου των Αδειοδοτημένων Πιστωτικών Ιδρυμάτων.

Η περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015

Κώδικας Συμπεριφοράς για το χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες

Σκοπός της Οδηγίας είναι η εφαρμογή από τα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα αποτελεσματικών και αποδοτικών στρατηγικών, πολιτικών, δομών, διαδικασιών και μηχανισμών για τη διαχείριση καθυστερήσεων και την επίτευξη δίκαιων και βιώσιμων λύσεων αναδιαρθρώσεων των χορηγήσεων των δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση. Η Οδηγία, μαζί με τον Κώδικα Συμπεριφοράς, εκδόθηκε πρώτα τον Σεπτέμβριο 2013 και αναθεωρήθηκε τον Φεβρουάριο 2014. Στη συνέχεια, επανεκδόθηκε, αφού απλοποιήθηκε σημαντικά, τον Απρίλιο 2015.

Νομικό πλαίσιο

Νομοθεσία που διέπει τις Εταιρείες Εξαγοράς Πιστώσεων 

Δημοσιεύτηκε στις 27 Νοεμβρίου 2015. Σκοπός η ρύθμιση της πώλησης δανείων από τα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα και η διασφάλιση της προστασίας των δανειοληπτών όσον αφορά την πώληση πιστώσεων μέχρι €1 εκατ. Παράλληλα, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει εκδώσει την περί της Διαδικασίας Κοινοποίησης Οδηγία του 2016, η οποία καθορίζει τη διαδικασία ενημέρωσης των δανειοληπτών από τα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα για τις πιστώσεις προς πώληση.

Πέραν των πιο πάνω, η ΚΤΚ έχει συμβάλει ουσιαστικά στην ετοιμασία του πλαισίου αφερεγγυότητας που περιλαμβάνει τους πιο κάτω Νόμους:

1.         Ο περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015.

2.         Ο περί Πτώχευσης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015.

3.         Ο περί Εταιρειών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015, αναφορικά με τις εκκαθαρίσεις εταιρειών.

4.         Ο περί Εταιρειών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015, αναφορικά με το μηχανισμό για την αναδιάρθρωση χρέους εταιρειών.

5.         Ο περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμος του 2015 και σχετικοί Κανονισμοί.

Γ.         Αναδιοργάνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου

Τον Δεκέμβριο του 2014, το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αποφάσισε να αναθέσει, μέσω διεθνούς μειοδοτικού διαγωνισμού, τη διεξαγωγή μελέτης για την αναδιοργάνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Από τη διαδικασία επιλέγηκε, μεταξύ επτά διεθνών οίκων συμβούλων, ο οίκος Roland Berger Gmbh.

Ο οίκος άρχισε τη διεξαγωγή της μελέτης τον Μάιο του 2015 και την εκπόνησε διαχωρίζοντάς την σε τέσσερεις κεντρικούς άξονες. Διακυβέρνηση, Τυποποιημένες Πρακτικές και Διαδικασίες, Οργανική Διάρθρωση και Θέματα Ανθρώπινου Δυναμικού. Τα ευρήματα και εισηγήσεις της τελικής έκθεσης του συμβουλευτικού οίκου, που υποβλήθηκε το τέλος Ιουλίου 2015, έγιναν αντικείμενο κατ’ αρχήν εξέτασης από το Διοικητικό Συμβούλιο στις αρχές Σεπτεμβρίου 2015, το οποίο και αποφάσισε ότι τα ευρήματα της μελέτης θα αποτελούσαν το υπόβαθρο για την αναδιοργάνωση.

Για τις εξελίξεις αυτές, στις αρχές Νοεμβρίου 2015 ενημερώθηκε σχετικά το προσωπικό.  Συνάμα, κοινοποιήθηκε στους υπαλλήλους η απόφαση για σύσταση Γραφείου Διαχείρισης του Έργου της Αναδιοργάνωσης όπως και οι όροι εντολής του Γραφείου. Ακολούθησε παρουσίαση από το Διοικητικό Συμβούλιο προς το προσωπικό των κύριων ευρημάτων και προτάσεων, καθώς και ο προγραμματισμός του Γραφείου Διαχείρισης Έργου αναφορικά με τα επόμενα βήματα σε σχέση με την υλοποίηση της αναδιοργάνωσης. Ως Διοικητής, διαβεβαίωσα το προσωπικό ότι δεν πρόκειται να δρομολογηθεί ή υλοποιηθεί στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης οτιδήποτε το οποίο θα ατονεί ή θα διασαλεύει τα εργασιακά θέσμια ή θα παρακάμπτει υφιστάμενες εργασιακές διευθετήσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις της Τράπεζας, χωρίς προηγουμένως να γίνουν οι απαραίτητες διαβουλεύσεις με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.

Τον Δεκέμβριο του 2015 το Γραφείο Διαχείρισης Έργου υπέβαλε στο Διοικητικό Συμβούλιο την πρώτη επίσημη έκθεση προόδου και το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας ενέκρινε, κατ’ αρχήν, το οργανόγραμμα με 4 Διευθύνσεις και 17 Τομείς/Τμήματα, καθώς και τους νέους ρόλους και αρμοδιότητες που αναλαμβάνει έκαστος των νέων οργανικών Τομέων. Την 1η Μαρτίου 2016, όπως δηλαδή είχε προγραμματιστεί, τέθηκαν σε εφαρμογή το νέο οργανόγραμμα και οι νέοι ρόλοι και αρμοδιότητες των Διευθύνσεων και Τομέων και τοποθετήθηκαν οι επικεφαλής των Τομέων. Ταυτόχρονα, αποφασίστηκε όπως οι εισηγήσεις του οίκου σε θέματα διακυβέρνησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου τύχουν περαιτέρω επεξεργασίας και ευρύτερης ανάλυσης από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που εκ της φύσεως των δραστηριοτήτων του παρέχει τεχνική βοήθεια και συμβουλές λόγω της πολυετούς εμπειρογνωμοσύνης και τριβής του σε θέματα διακυβέρνησης κεντρικών τραπεζών. Στις απόψεις και εισηγήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για θέματα διακυβέρνησης θα αναφερθώ σε λίγο, πιο κάτω.

Τον Μάιο του 2016 υποβλήθηκε από το Γραφείο Διαχείρισης Έργου στη Διοικητή/Διοικητικό Συμβούλιο έκθεση για το Σύστημα Ανέλιξης του Προσωπικού της Τράπεζας, η οποία βασίστηκε, μεταξύ άλλων, και στα ευρήματα/προτάσεις του συμβουλευτικού οίκου Roland Berger. Παράλληλα, το Γραφείο Διαχείρισης Έργου άρχισε να εργάζεται για τη μελέτη και ανάλυση των αναγκών για αριθμητική και ποιοτική στελέχωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, για τη σύσταση και στελέχωση των οργανικών μονάδων και για την καταγραφή και αναλυτική περιγραφή καθηκόντων για όλες τις θέσεις εργασίας.

Μετά την παρουσίαση της έκθεσης του Γραφείου Διαχείρισης Έργου στο Διοικητικό Συμβούλιο και σε συνάρτηση με τη γενικότερη μελέτη των Roland Berger, αποφασίστηκε η διεξαγωγή συμπληρωματικού διαγωνισμού για την εκπόνηση εξειδικευμένης μελέτης για καίρια θέματα που αφορούν το Ανθρώπινο Δυναμικό.  Πέραν τούτου, στους όρους εντολής της εξειδικευμένης μελέτης συμπεριλήφθηκε, μεταξύ άλλων, και η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης για το συνολικό εργατικό κόστος υπό διαφορετικά σενάρια μισθολογίου σε βάθος δεκαετίας.

Αφού δημοσιεύτηκε η σχετική προκήρυξη στις επίσημες εφημερίδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας για την εκπόνηση της σχετικής μελέτης, η Κεντρική Τράπεζα κατακύρωσε τη σύμβαση στον οίκο Promontory, ο οποίος υπέβαλε ήδη το τελικό προσχέδιο της μελέτης του, προσφάτως, στο τέλος Οκτωβρίου 2016.

Τα ευρήματα και προτάσεις του οίκου Promontory, μαζί με τις ήδη δρομολογηθείσες αλλαγές σε θέματα οργανικής διάρθρωσης και, κυρίως, οι προτεινόμενες αλλαγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σε θέματα διακυβέρνησης, θα τεθούν, όπως απαιτείται, από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τη γνώμη της, πριν την τελική διαμόρφωσή τους και προτού αχθούν για τις τυχόν απαραίτητες συνταγματικές/νομοθετικές αλλαγές.

Δυστυχώς, παρά τις έντονες επισημάνσεις και τα διαβήματα για υποστελέχωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ειδικότερα σε εξειδικευμένα ζητήματα όπως, για παράδειγμα, νομικών συμβούλων και εμπειρογνωμόνων σε θέματα εγκληματολογικής ανάλυσης δεδομένων, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ήταν και παραμένει ανήμπορη να καλύψει κενές θέσεις με μόνιμο προσωπικό λόγω της χρονίζουσας αδυναμίας για νομότυπη σύγκλιση της Επιτροπής Προσωπικού, της οποίας η εμπλοκή είναι προαπαιτούμενο βάσει του Νόμου για όλα τα ζητήματα προσωπικού. Όπως γνωρίζετε, εξαιτίας της ύπαρξης κενής θέσης στην Επιτροπή Προσωπικού ένεκα της παραίτησης ενός Εκτελεστικού Συμβούλου τον Απρίλιο του 2015, η Επιτροπή Προσωπικού δεν μπορεί να συγκροτηθεί από όλα τα πρόσωπα που ρητά προβλέπει ο Νόμος και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συνεδριάσει νομίμως για να επιληφθεί των θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, εφόσον ο Νόμος ορίζει ρητά ότι στην Επιτροπή Προσωπικού συμμετέχουν, εκτός των άλλων, και οι δύο Εκτελεστικοί Σύμβουλοι. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αδυνατεί να προσλάβει προσωπικό, να προάγει, να ασκήσει πειθαρχική διαδικασία, να επανεξετάσει αποφάσεις που ανατράπηκαν στο δικαστήριο, να απολύσει ή να θέσει σε διαθεσιμότητα υπαλλήλους. Είναι με λύπη που σημειώνω ότι η απαραίτητη απλή αυτή τροποποίηση του Νόμου, με διάταξη που, εξ όσων διαπιστώσαμε, υπάρχει σε όλους τους Νόμους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και που ήταν αναγκαία για την άμεση ρύθμιση του ζητήματος, απερρίφθη από την Ολομέλεια της Βουλής. Αποτέλεσμα; Να γίνονται περιορισμένες προσλήψεις, κατ’ εξαίρεση με συμβόλαιο, που δεν εξυπηρετούν τις μόνιμες ανάγκες της Κεντρικής Τράπεζα της Κύπρου.

Επανέρχομαι τώρα στο θέμα της τεχνικής βοήθειας που ζητήσαμε και πήραμε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε σχέση με τα θέματα της διακυβέρνησης και αναδιάρθρωσης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου μελέτησε, σε αριθμό συνεδριών του, με μεγάλη προσοχή τις σχετικές εναλλακτικές συστάσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και, κατόπιν εκτενών συζητήσεων, κατέληξε στην προτιμητέα λύση την οποία θα προωθήσει προς υλοποίηση. Επιπλέον, το Διοικητικό Συμβούλιο καθόρισε και ενδεικτικό οδικό χάρτη που συνοψίζεται ως εξής:

(α)       τελική διαμόρφωση του κειμένου από τους εξωτερικούς νομικούς συμβούλους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που προβλέπεται να ολοκληρωθεί εντός των ολίγων προσεχών ημερών.

(β)       αποστολή του κειμένου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για λήψη γνώμης.

(γ)        διαφοροποίηση ή όχι του κειμένου με βάση τυχόν σχόλια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

(δ)        αποστολή στο Υπουργείο Οικονομικών του κειμένου για διαμόρφωση σχετικής νομοθετικής πρότασης.

(ε)        νομοτεχνικός έλεγχος από τη Νομική Υπηρεσία του Κράτους.

(στ)      υιοθέτηση από το Υπουργικό Συμβούλιο, και

(ζ)        συζήτηση του νομοσχεδίου στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και εν συνεχεία στην Ολομέλεια της Βουλής για ψήφιση.

Για ολοκληρωμένη και σφαιρική ενημέρωση της Επιτροπής σας, θα ήθελα να σημειώσω ότι ο Εξωτερικός Νομικός Σύμβουλος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, υπέδειξε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο έχει, βεβαίως, τη δυνατότητα να υιοθετήσει την επιλογή της προτίμησής του, διευκρινίζοντας, όμως, ταυτόχρονα, ότι για να εφαρμοστεί οποιαδήποτε από τις επιλογές που έχουν τεθεί ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου, θα απαιτηθεί τροποποίηση του Συντάγματος και πιο συγκεκριμένα των άρθρων 118.2, 119.1 και 119.3.

Με την ευκαιρία και προτού κλείσω, θέλω να ευχαριστήσω δημόσια το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την άψογη συνεργασία που έχουμε τα τελευταία χρόνια, στην τιτάνια κοινή προσπάθεια που καταβάλλουμε για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, ύστερα από τα γεγονότα που συσσωρεύτηκαν και εκδηλώθηκαν με δραματικό τρόπο το 2013. Τίποτε δεν θα μπορούσε, όμως, να επιτευχθεί χωρίς την αφοσίωση και τον επαγγελματισμό των στελεχών της Κεντρικής Τράπεζας, που παρά τις αντίξοες συνθήκες, λειτουργούν και ενεργούν για το συμφέρον της Τράπεζας και εν γένει της οικονομίας.

Καταλήγοντας, θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με τη νέα μορφή που θα λάβει, με τη δική σας συμβολή όταν θα έρθει ενώπιόν σας σύντομα το νέο νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας της, θα εκσυγχρονιστεί και θα λειτουργεί ως ένας σύγχρονος αξιόπιστος θεσμός, όπως αρμόζει σε μια Κεντρική Τράπεζα χώρας μέλους της ευρωζώνης.