Οι εκτιμήσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στo πλαίσιο της συζήτησης του κρατικού προϋπολογισμού για το 2016
Λευκωσία, 30 Νοεμβρίου 2015
Η παρουσία ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για κατάθεση των απόψεών μου ως Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με την ευκαιρία της συζήτησης του Προϋπολογισμού του Κράτους για το έτος 2016, αποτελεί εξαιρετική τιμή και κορυφαίο γεγονός για την Κεντρική Τράπεζα, στην οποία παρέχεται η ευκαιρία να διατυπώσει τις εκτιμήσεις της στη διαδικασία εξέτασης και ανάλυσης του Προϋπολογισμού από την Επιτροπή σας. Η αισιοδοξία και οι προβλέψεις που εξέθεσα πέρυσι για την πορεία της οικονομίας κατά το 2015, φαίνεται να επαληθεύονται, χωρίς, ωστόσο, να υποτιμώνται οι δυσκολίες που παραμένουν προς αντιμετώπιση. Δικαιούμαστε όλοι, πολίτες, Βουλή των Αντιπροσώπων, Κυβέρνηση και Κεντρική Τράπεζα, να είμαστε περήφανοι για το πνεύμα συνεννόησης και σύνεσης που επιδείχθηκε, χωρίς βεβαίως να εφησυχάζουμε, γιατί έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε.
Η πρωτοφανής και παρατεταμένη περίοδος ύφεσης, που διήρκησε από τα μέσα του 2011 μέχρι και το τέλος του 2014, έχει παρέλθει. Η κυπριακή οικονομία βρίσκεται πλέον σε πορεία ανάκαμψης, ενώ, οι προοπτικές έχουν μέχρι τώρα αποδειχτεί θετικότερες σε σχέση με τις προβλέψεις των διεθνών δανειστών της χώρας μας. Δεν παραγνωρίζω, ασφαλώς, το γεγονός ότι σημαντικά προβλήματα εξακολουθούν να υφίστανται, όπως το ιστορικά ψηλό ποσοστό ανεργίας (14,1% το τέλος Σεπτεμβρίου 2015, με βάση στοιχεία της Eurostat) και το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα (περίπου 47% ή 27,3 δισ. στο τέλος Σεπτεμβρίου 2015). Θεωρώ όμως, όπως θα εξηγήσω, πως οι βάσεις για βιώσιμη αντιμετώπιση και των δύο αυτών προβλημάτων έχουν πλέον θεμελιωθεί, με τις πρώτες θετικές ενδείξεις να υπογραμμίζουν την ανάγκη για απρόσκοπτη συνέχιση της ορθής πορείας που χαράκτηκε.
Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζονται στο θετικό ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ τα πρώτα τρία τρίμηνα του 2015 (καταγράφηκε ανάπτυξη 1,2% σε σχέση με το αντίστοιχο εννιάμηνο του προηγούμενου έτους), σε αντίθεση με τους αρνητικούς ρυθμούς που καταγράφονταν συνεχώς από το δεύτερο τρίμηνο του 2011. Η θετική αυτή πορεία αποτυπώνεται και σε πολλούς άλλους επιμέρους δείκτες, όπως ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος, ο οποίος, με εξαίρεση κάποιες σύντομες περιόδους επηρεασμού από την αβεβαιότητα που προκαλούσε η ελληνική κρίση, παρουσιάζει σημαντική βελτίωση. Παράλληλα, οι μακροοικονομικές και κυρίως οι δημοσιονομικές ανισοσκέλειες φαίνεται ότι έχουν αντιμετωπιστεί, διαμορφώνοντας ένα υποβοηθητικό πλαίσιο για ενίσχυση της ανάπτυξης στο άμεσο μέλλον. Ταυτόχρονα, ο τραπεζικός τομέας, ύστερα από μια σειρά διορθωτικών μέτρων που περιλάμβαναν βελτιώσεις του κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου, στέκεται πλέον πάνω σε πιο σταθερές και υγιείς βάσεις και αντιμετωπίζει με αισιοδοξία τις μεγάλες προκλήσεις.
Οι προαναφερθείσες θετικές εξελίξεις είχαν και σημαντικό αντίκτυπο τόσο στις σταδιακές αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης όσο και στην έξοδο του κράτους για δανεισμό από τις διεθνείς αγορές. Οι τελευταίες αξιολογήσεις των οίκων Fitch (Β+) και Moody’s (Β1), καθώς και η έκδοση δεκαετών κρατικών ομολόγων στις διεθνείς αγορές στα τέλη Οκτωβρίου 2015, καταδεικνύουν πως η χώρα έχει πλέον εισέλθει σε πορεία ανάκαμψης και αποκατάστασης της αξιοπιστίας της. Υπάρχει, όμως, ακόμα μεγάλη απόσταση μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας και την αναβάθμιση των ομολόγων μας στην επενδυτική βαθμίδα των οίκων αξιολόγησης. Γι’ αυτό και η προσπάθεια εξυγίανσης της οικονομίας και βελτίωσης του ρυθμού ανάπτυξης δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να χαλαρώσει. Εξάλλου, η οικονομική ανάπτυξη βρίσκεται ακόμα σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με εκείνο που απαιτεί η ουσιαστική και πλήρης ανατροπή των ψηλών ποσοστών ανεργίας και των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Με βάση τις πιο πρόσφατες εξελίξεις και βασιζόμενη στο γεγονός ότι η κυπριακή οικονομία έχει διέλθει μια περίοδο σημαντικών μεταρρυθμίσεων τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητα και προσαρμοστικότητά της, αναμένω ότι θα καταγραφεί άνοδος του ΑΕΠ της τάξης του 1,5% ή και περισσότερο το 2015 και πέραν του 2% για το 2016. Η ανάπτυξη θα προέλθει, κυρίως, από τις εξαγωγές αλλά και τις επενδύσεις που ήδη άρχισαν να υλοποιούνται. Χρειάζεται, επίσης, ενίσχυση του δανεισμού από τον τραπεζικό τομέα προς τα νοικοκυριά και κυρίως προς τις επιχειρήσεις και τους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας. Περιττόν να τονίσω, φυσικά, ότι ο δανεισμός πρέπει να γίνεται στη βάση αποδεκτών τραπεζικών πρακτικών ώστε να είναι βιώσιμος και να μην οδηγήσει σε περιπέτειες την οικονομία και τη χώρα, όπως συνέβηκε στο παρελθόν.
Είναι γι’ αυτό το λόγο που σε ότι αφορά ειδικότερα το τραπεζικό σύστημα, η ΚΤΚ πήρε και θα συνεχίσει να παίρνει τα κατάλληλα μέτρα ώστε ο τραπεζικός τομέας να μπορέσει να επικεντρωθεί πλέον στις συνήθεις λειτουργίες που έχει να επιτελέσει. Είναι γνωστά σε όλους μας τα τεράστια προβλήματα που είχαμε να διαχειριστούμε, αλλά και οι δεκάδες των διαρθρωτικών αλλαγών και διορθωτικών μέτρων που χρειάστηκε να προωθήσουμε - πολλές φορές σε συνεργασία με τη Βουλή των Αντιπροσώπων εφόσον επρόκειτο για νομοθετικά μέτρα - ούτως ώστε να θέσουμε τις βάσεις για τις τράπεζές μας ώστε να μπορούν να εκπληρώνουν επιτυχώς το ρόλο τους ως δανειστές της οικονομίας και αιμοδότες της ανάπτυξης. Μπορούμε φέτος, για πρώτη φορά μετά από τρία σχεδόν χρόνια συρρίκνωσης των χορηγήσεων, να διακρίνουμε την ανατροπή αυτής της πτωτικής πορείας. Συγκεκριμένα, τα νέα επιχειρηματικά δάνεια καταγράφουν αύξηση 3,1% σε ετήσια βάση την περίοδο Ιανουαρίου- Σεπτεμβρίου 2015, ενώ τα νέα στεγαστικά δάνεια αυξήθηκαν σημαντικά, αν και από πολύ χαμηλή βάση.
Θεωρούμε ότι η απόφαση της ΚΤΚ για μείωση του ανώτατου καταθετικού επιτοκίου κατά μια ποσοστιαία μονάδα το Φεβρουάριο του 2015 είχε σημαντική συμβολή στην προσπάθεια για πιο φθηνή χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε η ΚΤΚ, τα δανειστικά επιτόκια έτυχαν, ως αποτέλεσμα αυτής της απόφασης, μιας αντίστοιχης μείωσης της τάξης των 100 περίπου μονάδων βάσης (δηλαδή 1%). Αυτό οδήγησε σε μικρή, έστω, αύξηση στη ζήτηση νέων δανείων, αν και γενικά η ζήτηση παραμένει υποτονική. Επιπρόσθετα, η μείωση των δανειστικών επιτοκίων βελτίωσε και τη δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων – παλαιών και νέων.
Γενικά, δεν είναι λίγες οι μάχες που έχουν κερδηθεί από το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα. Η μεγάλη μάχη δόθηκε με επιτυχία το 2014, όταν οι συστημικές τράπεζες της Κύπρου είχαν επαρκώς ανακεφαλαιοποιηθεί, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την επιτυχή συμμετοχή τους στην πανευρωπαϊκή άσκηση συνολικής αξιολόγησης. Κατά τη διάρκεια του 2015, ως πιο σημαντικές θεωρώ αυτές της διαχείρισης των διαφαινόμενων κινδύνων σε σχέση με τις εξελίξεις στην Ελλάδα, καθώς, επίσης, της πλήρους κατάργησης των περιορισμών στην εξαγωγή κεφαλαίων, χωρίς να προκληθούν οποιεσδήποτε αρνητικές συνέπειες. Θετικές, επίσης, είναι και οι ενδείξεις για τις αξιολογήσεις της επάρκειας κεφαλαίων που βρίσκονται στο τελικό τους στάδιο και αφορούν το 2015. Σημειώνεται, όμως, ότι δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε, καθότι οι τράπεζές μας θα τυγχάνουν συνεχούς αξιολόγησης από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, ανέλαβε από το Νοέμβριο του 2014 την άμεση εποπτεία των 4 συστημικών τραπεζών μας και την έμμεση εποπτεία των υπολοίπων τραπεζών μας.
Όσον αφορά το καίριο ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θεωρώ ότι Βουλή, Κυβέρνηση και Κεντρική Τράπεζα έχουμε συμβάλει στη διαμόρφωση ενός πλαισίου το οποίο δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες και παρέχει υγιή κίνητρα σε δανειολήπτες και δανειστές ώστε να εξευρεθούν αμοιβαία επωφελείς λύσεις. Πιο συγκεκριμένα, η στρατηγική που εφαρμόστηκε εδράζεται σε τρεις πυλώνες:
1. ενίσχυση του πλαισίου ρύθμισης και εποπτείας των τραπεζών
2. αναμόρφωση του νομικού πλαισίου αφερεγγυότητας, και
3. θέσπιση νομοθεσίας για πώληση δανείων
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, υπάρχει σήμερα το λειτουργικό και θεσμικό πλαίσιο για διαχείριση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ). Είναι απαραίτητη, φυσικά, η συνεχής παρακολούθηση της εφαρμογής του νέου πλαισίου, ούτως ώστε να διορθωθούν τυχόν ελλείψεις ή αδυναμίες που μπορεί να διαφανούν στη πράξη. Σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στις αναδιαρθρώσεις δανείων, υπάρχει σαφής πρόοδος καθώς έχουν αναδιαρθρωθεί μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2015 δάνεια ύψους €14,0 δισ., από τα οποία, όμως, σημειώνω ότι δάνεια ύψους €10,5 δισ. εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στα ΜΕΔ, ως αποτέλεσμα, σε ένα βαθμό, του ορισμού των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, όπως αυτός έχει καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένα δάνειο παραμένει ως μη εξυπηρετούμενο τουλάχιστον για 12 μήνες μετά που έτυχε αναδιάρθρωσης, ακόμη και αν ο πελάτης πληρώνει κανονικά και χωρίς καθυστερήσεις, σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα αποπληρωμής. Ταυτόχρονα, ο ρυθμός των αναδιαρθρώσεων παρουσιάζει μεγάλη αύξηση σε σχέση με πέρυσι (οι αναδιαρθρώσεις έχουν αυξηθεί κατά 58% το τρίτο τρίμηνο του 2015 σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο του 2014). Οι αναδιαρθρώσεις, όμως, δεν είναι μόνο θέμα ποσότητας, αλλά και ποιότητας. Στόχος είναι η περαιτέρω βελτίωση του ρυθμού και της βιωσιμότητάς τους. Επί του παρόντος, σημειώνουμε το γεγονός ότι η πορεία στα ΜΕΔ έχει επιτέλους αντιστραφεί. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί ορόσημο μετά από 2 χρόνια αυξητικής τάσης και αντανακλά τις προσπάθειες όλων των εμπλεκόμενων μερών. Σημειώνεται, ότι η διεθνής εμπειρία δεικνύει ότι το μέγεθος των ΜΕΔ κορυφώνεται μέχρι 2 χρόνια μετά από μια κρίση και ουσιαστική μείωση καθίσταται δυνατή μόνο αφού περάσουν 3-5 χρόνια και, κυρίως, αφού υπάρξει οικονομική ανάκαμψη. Οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης αποτελούν το βασικό κλειδί για αντιμετώπιση του σοβαρού αυτού θέματος.
Σε σχέση τώρα με το δημοσιονομικό έλλειμμα και τον προϋπολογισμό, οι προβλέψεις των διεθνών δανειστών μας ακολουθούσαν γενικά πιο απαισιόδοξες από τις δικές μας προβλέψεις για το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.
Συγκεκριμένα, ως προς το 2015, τον Ιούλιο οι διεθνείς δανειστές μας εκτιμούσαν ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 0,5% το 2015 και το δημοσιονομικό έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 0,9% του ΑΕΠ. Βάσει της συγκεκριμένης πρόβλεψης έχει καταρτιστεί και ο Προϋπολογισμός του 2016. Όμως, η πρόβλεψη αυτή είναι ήδη ξεπερασμένη, όπως φαίνεται και από τις τελευταίες αναθεωρημένες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αναφέρονται σε αύξηση 1,2% του ΑΕΠ για το 2015 και σε έλλειμμα της τάξης του 0,7%. Μέχρι στιγμής, η εξέλιξη των στοιχείων του προϋπολογισμού για το 2015 για τη γενική κυβέρνηση ακολουθεί την περυσινή πορεία. Ακόμη και αν ληφθούν υπ’ όψιν οι χαμηλότερες εισπράξεις κατά το Σεπτέμβριο του 2015, που οφείλονται εν μέρει από μετάθεση της πληρωμής συγκεκριμένων φόρων προς το τέλος του χρόνου (π.χ. φόρων ακίνητης περιουσίας), η πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για έλλειμμα 0,7% του ΑΕΠ για ολόκληρο το έτος κρίνεται ψηλή.
Θα ήθελα, επίσης, να αναφερθώ εν συντομία στο δημόσιο χρέος και να σημειώσω ότι, σύμφωνα με τις διαχρονικές εξελίξεις στο δημοσιονομικό και τραπεζικό σκέλος του Προγράμματος Στήριξης, διαφαίνεται ότι σημαντικό μέρος της συνολικής οικονομικής βοήθειας θα αποτελέσει χρηματοδοτικό απόθεμα (financing buffer). Ως αποτέλεσμα, αναμένεται σημαντική βελτίωση του ύψους του δημόσιου χρέους που θα προκύψει από τη διατήρηση και επαύξηση των εξοικονομήσεων που επιτεύχθηκαν. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως το ύψος του δημόσιου χρέους έχει κατέλθει στο επιθυμητό επίπεδο και, επομένως, η προσπάθεια δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να χαλαρώσει.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να τονίσω πως η συνέχιση των διαδικασιών εξυγίανσης και η προσήλωση στους στόχους πολιτικής, τόσο σε σχέση με την οικονομία όσο και με το χρηματοπιστωτικό σύστημα, θα υποβοηθήσει όχι μόνο στην επιτυχή αντιμετώπιση των προκλήσεων που παραμένουν, στην ισχυροποίηση της ανάκαμψης στο βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέλλον, αλλά και στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς της. Θα ήθελα να διαβεβαιώσω πως η ΚΤΚ, το Διοικητικό Συμβούλιο, το προσωπικό και εγώ προσωπικά ως Διοικητής, θα συνεχίσουμε με ζήλο τη σκληρή δουλειά για την πραγματοποίηση των στόχων που έχουμε θέσει. Στόχων που θα οδηγήσουν στη σταθεροποίηση και αύξηση της εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα, το οποίο μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πορεία της οικονομικής ανάπτυξης και να οδηγήσει τη χώρα μας σε καλύτερες μέρες.